Η Ελλάδα έχασε το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της: Γιατί δεν σχεδιάσαμε πώς θα το ανακτήσουμε;

Η χαμένη ευκαιρία της παραγωγικής ανασυγκρότησης και η ανάγκη μιας μακροχρόνιας εθνικής στρατηγικής

Βιομηχανία © Magnific
Στρατής Ζαφείρης

Πρώην Γενικός Γραμματέας Βιομηχανίας 2015 – 2018, Ειδικός Σύμβουλος της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου

Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2009 και οδήγησε την Ελλάδα στα μνημόνια δεν ήταν μια συνηθισμένη ύφεση. Η χώρα έχασε περίπου το ένα τέταρτο του πραγματικού ΑΕΠ της, η ανεργία έφθασε στο 28% και σημαντικό μέρος της παραγωγικής της βάσης αποδυναμώθηκε.

Η δημοσιονομική προσαρμογή ήταν ο κεντρικός στόχος των προγραμμάτων στήριξης. Όμως η αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ανισορροπιών δεν αποτελούσε από μόνη της στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Το μεγάλο ερώτημα ήταν: Πώς θα ανακτούσαμε τον πλούτο που χάσαμε και με ποιο παραγωγικό μοντέλο θα τον δημιουργούσαμε;

Η Ευρώπη έθετε ποσοτικούς στόχους

Ήδη από το 2012, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αναγνωρίσει την ανάγκη επαναβιομηχάνισης της Ευρώπης. Έθεσε έναν συγκεκριμένο στόχο: την αύξηση της συμμετοχής της μεταποίησης στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ από περίπου 16% στο 20% έως το 2020. Ο στόχος επαναβεβαιώθηκε το 2014, στο πλαίσιο της στρατηγικής για την ευρωπαϊκή βιομηχανική αναγέννηση.

Η Ευρώπη, επομένως, δεν περιοριζόταν σε γενικές διακηρύξεις περί ανάπτυξης. Έθετε μετρήσιμους στόχους και χρονικό ορίζοντα.

Η Ελλάδα, παρότι είχε υποστεί πολύ βαθύτερη οικονομική καταστροφή, δεν κατόρθωσε να συμφωνήσει σε έναν αντίστοιχο εθνικό στόχο ανάκτησης της παραγωγικής της ισχύος.

Η πρόταση του 2018

Κατά την προετοιμασία της εξόδου από τα μνημόνια, στις κυβερνητικές συζητήσεις υποστήριξα ότι η ανάκτηση του χαμένου ΑΕΠ, μεγέθους της τάξης των 100 δισ. ευρώ με βάση τις τότε εκτιμήσεις, έπρεπε να αναδειχθεί σε μείζονα εθνικό στόχο.

Δεν επρόκειτο απλώς για μια πολιτική διακήρυξη.

Στη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας είχαμε ήδη καταγράψει δυνατότητες συγκεκριμένων παραγωγικών επενδύσεων συνολικού ύψους περίπου 12,5 δισ. ευρώ.

Αξιοποιώντας τις τότε ευρωπαϊκές επεξεργασίες για την πολλαπλασιαστική σημασία της βιομηχανίας, χρησιμοποιήσαμε συντελεστή 2,5. Η εκτίμηση υποδείκνυε δυνατότητα κινητοποίησης ευρύτερης οικονομικής δραστηριότητας της τάξης των 31 δισ. ευρώ. Δεν επρόκειτο για ισόποση αύξηση του ΑΕΠ, αλλά για ένδειξη της κλίμακας της παραγωγικής κινητοποίησης.

Το επόμενο βήμα θα ήταν η αντίστοιχη καταγραφή επενδυτικών δυνατοτήτων στους υπόλοιπους τομείς, με συγκεκριμένα έργα, χρονοδιαγράμματα και υπεύθυνους υλοποίησης.

Η πρόταση είχε καταγραφεί και υποβληθεί, με ανεπίσημο έγγραφο, στην Αντιπροεδρία της Κυβέρνησης.

Μια εθνική προσπάθεια, όχι ακόμη ένα κυβερνητικό πρόγραμμα

Η ανάκτηση του χαμένου ΑΕΠ απαιτούσε κινητοποίηση πολύ ευρύτερη από τον κρατικό μηχανισμό.

Χρειαζόταν συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, συμμετοχή των εργαζομένων, της επιστημονικής κοινότητας, των παραγωγικών φορέων και της αυτοδιοίκησης.

Χρειαζόταν αξιοποίηση γνώσης, εμπειρίας και εθελοντικής προσφοράς, αλλά και μια δημόσια διοίκηση με σαφείς στόχους, γρήγορες αποφάσεις και λογοδοσία.

Η έκταση της κρίσης δικαιολογούσε τολμηρή απλούστευση της νομοθεσίας και επιτάχυνση των επενδύσεων, με διαφάνεια, αποτελεσματικούς ελέγχους και προστασία του δημόσιου συμφέροντος.

Πάνω απ’ όλα, χρειαζόταν η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης και συλλογικής ευθύνης. Μια προσπάθεια εθνικής ανασυγκρότησης δεν μπορεί να επιβληθεί μόνο με υπουργικές αποφάσεις.

Η χαμένη ευκαιρία της μεταμνημονιακής περιόδου

Στις τότε κυβερνητικές συζητήσεις δόθηκε μεγαλύτερη προτεραιότητα στην αποκατάσταση των εισοδημάτων των εργαζομένων.

Η ανάγκη ήταν απολύτως δικαιολογημένη. Η κοινωνία είχε υποστεί τεράστιες απώλειες.

Ωστόσο, η αποκατάσταση των εισοδημάτων και η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν είναι αντίθετοι στόχοι. Χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας και της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, η βελτίωση των εισοδημάτων δύσκολα αποκτά διατηρήσιμη βάση.

Το σοβαρότερο πρόβλημα ήταν ότι δεν διαμορφώθηκε η αναγκαία πολιτική συμφωνία για έναν μακροχρόνιο εθνικό στόχο.

Και εδώ βρίσκεται μια διαχρονική αδυναμία του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Οι κυβερνήσεις συχνά σχεδιάζουν με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές. Οι αντιπολιτεύσεις αντιμετωπίζουν ακόμη και χρήσιμες πρωτοβουλίες με κριτήριο ποιος τις εισηγήθηκε. Με κάθε αλλαγή πολιτικής ηγεσίας, στρατηγικές αναθεωρούνται ή εγκαταλείπονται.

Η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου, όμως, απαιτεί ορίζοντα δεκαετίας. Δεν μπορεί να ξεκινά από την αρχή κάθε τέσσερα χρόνια.

Δεκαέξι χρόνια μετά

Η Ιρλανδία ολοκλήρωσε το πρόγραμμα στήριξής της το 2013, η Ισπανία το τραπεζικό της πρόγραμμα το 2014, η Πορτογαλία το 2014 και η Κύπρος το 2016.

Η Ελλάδα ολοκλήρωσε το τρίτο πρόγραμμα μόλις τον Αύγουστο του 2018, ενώ η ενισχυμένη εποπτεία συνεχίστηκε έως το 2022.

Οι συνθήκες και το βάθος της κρίσης διέφεραν μεταξύ των χωρών. Ωστόσο, η καθυστέρηση της ελληνικής ανάκαμψης είναι αναμφισβήτητη.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το πραγματικό ελληνικό ΑΕΠ το 2025 παρέμενε σχεδόν 14% χαμηλότερο από το ανώτατο επίπεδο του 2008.

Η Ελλάδα έχει πετύχει σημαντική δημοσιονομική σταθεροποίηση και βελτίωση της απασχόλησης. Δεν έχει όμως ανακτήσει πλήρως την οικονομική δραστηριότητα που έχασε.

Αυτό πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο σοβαρού εθνικού προβληματισμού.

Το δίδαγμα για το σήμερα

Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρότερη βιομηχανία, αγροδιατροφική μεταποίηση, τεχνολογική αναβάθμιση, παραγωγικές επενδύσεις και εξαγωγικό προσανατολισμό.

Χρειάζεται όμως πρωτίστως ένα πολιτικό σύστημα ικανό να συμφωνεί σε μετρήσιμους εθνικούς στόχους, να οργανώνει την εφαρμογή τους και να εξασφαλίζει τη συνέχειά τους πέρα από κυβερνητικές θητείες.

Η μεγάλη χαμένη ευκαιρία της μεταμνημονιακής περιόδου δεν ήταν μόνο οι επενδύσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν. Ήταν ότι η έξοδος από τα μνημόνια δεν συνοδεύτηκε από μια αντίστοιχης φιλοδοξίας εθνική συμφωνία παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Και γι’ αυτή την παράλειψη η ευθύνη δεν περιορίζεται σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό μας σύστημα.