Η βιομηχανική πολιτική απαιτεί μακροχρόνιο σχεδιασμό, συνέπεια και συνεργασία. Οι παραγωγικές επενδύσεις, η έρευνα, η ανάπτυξη νέων προϊόντων και η διείσδυση στις διεθνείς αγορές δεν ολοκληρώνονται μέσα σε μια κυβερνητική τετραετία.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, η αλλαγή κυβέρνησης συχνά συνοδεύεται από την εγκατάλειψη πολιτικών που είχαν ήδη σχεδιαστεί. Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες είναι η περίπτωση της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας.
Η αφετηρία το 2015–2016
Το 2015, στη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας, ξεκινήσαμε μια προσπάθεια διαμόρφωσης ολοκληρωμένης στρατηγικής για την ανάπτυξη της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας.
Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Επρόκειτο για έναν κλάδο με παραγωγική τεχνογνωσία, εξαγωγικές δυνατότητες, εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης.
Τον Μάρτιο του 2016 ολοκληρώθηκε μελέτη για τις αναπτυξιακές προοπτικές του κλάδου, με 6 στρατηγικούς άξονες, 18 δράσεις και 46 επιμέρους έργα. Η μελέτη δεν περιοριζόταν σε γενικές κατευθύνσεις. Περιλάμβανε προτάσεις, χρονοδιαγράμματα, φορείς υλοποίησης και μηχανισμούς παρακολούθησης.
Το σχέδιο εγκρίθηκε από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής στις 25 Απριλίου 2016. Ακολούθησε πρωθυπουργική απόφαση για τη συγκρότηση Διυπουργικής Επιτροπής και η σύσταση Συντονιστικής Επιτροπής με έξι θεματικές ομάδες εργασίας.
Έτσι, ο στρατηγικός σχεδιασμός απέκτησε θεσμική υπόσταση και οργανωμένη διαδικασία εξειδίκευσης.
Από τη μελέτη στις συγκεκριμένες προτάσεις
Οι ομάδες εργασίας, με τη συμμετοχή των αρμόδιων υπουργείων και εκπροσώπων της φαρμακοβιομηχανίας, επεξεργάστηκαν συγκεκριμένες προτάσεις για την ανταγωνιστικότητα, την έρευνα, την καινοτομία, τις υποδομές, το ανθρώπινο δυναμικό και τη χρηματοδότηση.
Ανάμεσά τους υπήρχε μια ιδιαίτερα σημαντική πρόταση: η σύνδεση των υποχρεωτικών επιστροφών της φαρμακοβιομηχανίας προς το Δημόσιο, του γνωστού clawback, με την πραγματοποίηση παραγωγικών επενδύσεων.
Το clawback αποτελούσε σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις, καθώς τις υποχρέωνε να επιστρέφουν μέρος της υπέρβασης της προβλεπόμενης φαρμακευτικής δαπάνης.
Η πρόταση επιδίωκε να μετατρέψει μέρος αυτής της επιβάρυνσης σε επενδυτικό κίνητρο: οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούσαν επιλέξιμες επενδύσεις να μπορούν να συμψηφίζουν αντίστοιχες δαπάνες με τις υποχρεωτικές επιστροφές τους.
Η επεξεργασμένη πρόταση κατατέθηκε στη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας.
Η συνέχεια με τη νέα κυβέρνηση
Μετά την κυβερνητική αλλαγή του 2019, η Πανελλήνια Ένωση Φαρμακοβιομηχανίας συνέχισε να προωθεί τη συγκεκριμένη επενδυτική κατεύθυνση.
Η μετάβαση από τον σχεδιασμό στη νομοθετική εφαρμογή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο τότε διευθυντής του γραφείου μου στη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας, ο οποίος είχε χειριστεί το θέμα κατά την προηγούμενη περίοδο, συνεργάστηκε με τον διευθυντή του αρμόδιου υπουργού της νέας κυβέρνησης, κ. Θεοδωράτο, και συνέταξαν από κοινού τη σχετική νομοθετική διάταξη.
Η νέα κυβέρνηση υιοθέτησε τον μηχανισμό συμψηφισμού. Με το άρθρο 20 του Ν. 4633/2019 θεσπίστηκε η δυνατότητα συμψηφισμού του clawback με δαπάνες έρευνας, ανάπτυξης και επενδυτικών σχεδίων.
Για το 2019 προβλέφθηκε ποσό 50 εκατ. ευρώ, το οποίο αξιοποιήθηκε. Το 2020 το ποσό αυξήθηκε στα 100 εκατ. ευρώ.
Μια πρόταση που είχε επεξεργαστεί στο πλαίσιο της προηγούμενης κυβερνητικής πρωτοβουλίας είχε πλέον μετατραπεί σε συγκεκριμένο εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής.
Η ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης
Η δημιουργία του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης προσέφερε νέες χρηματοδοτικές δυνατότητες.
Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία διέθετε ήδη ένα επεξεργασμένο κλαδικό σχέδιο, αποτέλεσμα συνεργασίας με την Πολιτεία. Η ΠΕΦ αξιοποίησε αυτή την προεργασία και προώθησε την επέκταση των επενδυτικών κινήτρων.
Διαμορφώθηκε ένα ευρύτερο χρηματοδοτικό πλαίσιο που συνδύαζε τον συμψηφισμό του clawback, πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, τραπεζικό δανεισμό και ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με πρόσφατη ενημέρωση της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας, το συνολικό ύψος των επενδυτικών σχεδίων στις ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες κατά την περίοδο 2020–2026 εκτιμάται συντηρητικά σε 1,6 δισ. ευρώ.
Το ποσό δεν αποτελεί αποκλειστικά δημόσια χρηματοδότηση ούτε ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με ολοκληρωμένες επενδύσεις. Το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο παραμένει δυναμικό, καθώς ορισμένα σχέδια απεντάσσονται και άλλα εντάσσονται.
Παράλληλα, αναπτύχθηκε επενδυτική δραστηριότητα και σε διαγνωστικά και ερευνητικά κέντρα, γεγονός που υποδηλώνει ευρύτερη κινητοποίηση στον τομέα της υγείας.
Δεν υπήρξε ενιαία υπογεγραμμένη συμφωνία με τον κλάδο. Διαμορφώθηκε ένα πλαίσιο κινήτρων, το οποίο κάθε επιχείρηση μπορούσε να αξιοποιήσει ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητές της.
Το πραγματικό δίδαγμα
Η περίπτωση της φαρμακοβιομηχανίας αναδεικνύει μια σημαντική διάσταση της βιομηχανικής πολιτικής.
Η πρώτη κυβέρνηση συνέβαλε στη δημιουργία της στρατηγικής και του θεσμικού πλαισίου συνεργασίας. Η επόμενη θέσπισε και επέκτεινε χρηματοδοτικά εργαλεία που επέτρεψαν την κινητοποίηση σημαντικών επενδύσεων.
Ο κρίσιμος συνδετικός κρίκος ήταν ο ίδιος ο παραγωγικός κλάδος.
Οι επιχειρήσεις είχαν συμμετάσχει στην επεξεργασία του σχεδίου, το είχαν αποδεχθεί ως δική τους αναπτυξιακή κατεύθυνση και συνέχισαν να το προωθούν μετά την αλλαγή κυβέρνησης.
Δεν μπορεί κάθε μεταγενέστερη επένδυση να αποδοθεί αποκλειστικά στην αρχική μελέτη. Μπορούμε όμως να διαπιστώσουμε ότι ο συμμετοχικός σχεδιασμός δημιούργησε μια βάση συνεργασίας που αξιοποιήθηκε σε διαφορετικές πολιτικές συνθήκες.
Το συμπέρασμα είναι ότι η αποτελεσματική βιομηχανική πολιτική δεν πρέπει να αποτελεί ιδιοκτησία μιας κυβέρνησης. Πρέπει να γίνεται κοινή υπόθεση της Πολιτείας και των παραγωγικών δυνάμεων, ώστε να συνεχίζεται, να εξελίσσεται και να αποδίδει πέρα από τον εκλογικό κύκλο.
Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυνατότητας.
