Περισσότερο ανταγωνιστικό γίνεται το περιβάλλον στις ελληνικές τηλεπικοινωνίες, μετά την είσοδο νέων παικτών, όπως η ΔΕΗ και η Starlink, οι οποίοι αναδιαμορφώνουν σταδιακά την αγορά.
Οι δύο εταιρείες, καθεμία με διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο και τεχνολογικό υπόβαθρο, έχουν εντείνει τον ανταγωνισμό, τόσο μέσω της εισαγωγής νέων υπηρεσιών -όπως το Fixed Wireless Access (FWA)- όσο και μέσω της διατήρησης των τιμών σε χαμηλά και ιδιαίτερα ελκυστικά επίπεδα για τους καταναλωτές.
Σήμερα οι Έλληνες καταναλωτές στα μεγάλα αστικά κέντρα μπορούν με μηνιαίο κόστος 30 έως 40 ευρώ να αποκτήσουν συνδυαστικά πακέτα σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, με υπερυψηλές ταχύτητες, οι οποίες πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητες. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, υπάρχουν ακόμη χαμηλότερες τιμές, αξιοποιώντας την κρατική πρωτοβουλία του Gigabit Voucher, μέσω της οποίας οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι προσφέρουν επιδοτούμενες συνδέσεις με στόχο την προσέλκυση νέων συνδρομητών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο ΟΤΕ, ο οποίος αυτήν την περίοδο προσφέρει σύνδεση οπτικής ίνας 1 Gbps με 26 ευρώ τον μήνα για το πρώτο 12μηνο και 33 ευρώ για το δεύτερο.
Η απόβαση της ΔΕΗ στις τηλεπικοινωνίες
Από την πλευρά της, η ΔΕΗ έχει επιλέξει μια επιθετική τιμολογιακή πολιτική, προσφέροντας σύνδεση Internet-only ταχύτητας 500 Mbps με 9,56 ευρώ τον μήνα μέσω του Gigabit Voucher.
Μετά τη λήξη της επιδότησης, η τιμή επανέρχεται στα 17,90 ευρώ μηνιαίως, παραμένοντας ωστόσο ιδιαίτερα ανταγωνιστική σε σχέση με τις προσφορές των παραδοσιακών παρόχων.
Αντίστοιχα, η Vodafone διαθέτει πακέτα 500 Mbps, συνοδευόμενα από απεριόριστη τηλεφωνία, με κόστος 23 ευρώ τον μήνα για το πρώτο έτος και 30,7 ευρώ για το δεύτερο, αξιοποιώντας επίσης το Gigabit Voucher. Τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες καταναλωτές έχουν πλέον πρόσβαση σε ελκυστικά πακέτα υπερυψηλών ταχυτήτων.
Ο ρόλος της Starlink για το άνοιγμα της αγοράς στις τηλεπικοινωνίες
Ωστόσο, η εικόνα αυτή αφορά κυρίως τα μεγάλα αστικά κέντρα, καθώς στην περιφέρεια οι επιλογές παραμένουν περιορισμένες. Εκεί η αγορά βασίζεται είτε στις λύσεις σταθερο-κινητής πρόσβασης που σταδιακά αναπτύσσουν οι τηλεπικοινωνιακές εταιρείες -με τον ΟΤΕ να έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο-, είτε σε δορυφορικές λύσεις Internet, όπως αυτές που προσφέρει η Starlink.
Η τελευταία, μάλιστα, λειτούργησε ως καταλύτης για την ελληνική αγορά, πιέζοντας τους παρόχους είτε να επεκτείνουν τα δίκτυα οπτικών ινών σε περισσότερες ημιαστικές περιοχές είτε να επενδύσουν σε αξιόπιστες λύσεις σταθερής ασύρματης πρόσβασης. Ο ΟΤΕ ήταν ο πρώτος που παρουσίασε οργανωμένα λύσεις Fixed Wireless Access μέσω του δικτύου κινητής τηλεφωνίας 5G.
Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, ο ΟΤΕ εξυπηρετεί ήδη τουλάχιστον 40.000 πελάτες μέσω FWA, ενώ αντίστοιχος -ή και μεγαλύτερος- εκτιμάται ότι είναι ο αριθμός των συνδρομητών της Starlink, κυρίως σε απομακρυσμένες περιοχές, όπως νησιά και ορεινοί οικισμοί. Σημειώνεται ότι το μερίδιο της σταθερής ασύρματης πρόσβασης δεν είναι αμελητέο, καθώς υπερβαίνει το 2% της συνολικής βάσης ευρυζωνικών συνδέσεων, με προοπτική περαιτέρω αύξησης όσο οι τεχνολογίες εξελίσσονται.
Στροφή στα συμβόλαια κινητής τηλεφωνίας
Την ίδια στιγμή, στην κινητή τηλεφωνία παρατηρείται έντονη στροφή των καταναλωτών προς τα συμβόλαια και τα πακέτα υψηλών παροχών. Ενδεικτικά, η Cosmote μετέφερε περίπου 200.000 πελάτες από την καρτοκινητή σε συμβόλαια το διάστημα Οκτωβρίου 2024-Σεπτεμβρίου 2025, ενώ αντίστοιχη τάση καταγράφεται και στη Vodafone.
Η μετατόπιση αυτή, που ξεκίνησε ουσιαστικά από το 2022, συνδέεται με τη μείωση του κόστους των συμβολαίων και την παράλληλη αύξηση του κόστους χρήσης της καρτοκινητής, αντιστρέφοντας ένα μοντέλο που για χρόνια κυριαρχούσε στην ελληνική αγορά.
Αναδημοσίευση από Παραπολιτικά