Για πολλούς αιώνες, οι οικονομίες του πλανήτη αναπτύσσονταν με παρόμοιους, αργούς ρυθμούς. Αυτό άλλαξε με τη Βιομηχανική Επανάσταση, η οποία προκάλεσε την πρώτη «Μεγάλη Απόκλιση», επιτρέποντας στα βιομηχανοποιημένα έθνη να επιταχύνουν την ανάπτυξή τους αφήνοντας πίσω τον υπόλοιπο κόσμο. Σήμερα φαίνεται πως βρισκόμαστε στο κατώφλι μιας δεύτερης ιστορικής απόκλισης. Μια νέα έκθεση του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων του Λευκού Οίκου, που κυκλοφόρησε την εβδομάδα που πέρασε, αποκαλύπτει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) δεν είναι απλώς μια τεχνολογική εξέλιξη, αλλά ο καταλύτης που διευρύνει το χάσμα μεταξύ των εθνών που ηγούνται της κούρσας και εκείνων που ακολουθούν ασθμαίνοντας.
Τα δεδομένα είναι αμείλικτα και η ταχύτητα των αλλαγών καταιγιστική. Μετρήσεις που αφορούν τις επενδύσεις σε ΑΙ και την απόδοση των συστημάτων / μοντέλων διπλασιάζονται κάθε λίγους μήνες, δημιουργώντας μια νέα παγκόσμια ισορροπία όπου οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ευρώπη ακολουθούν εντελώς διαφορετικές τροχιές.
Οι προβλέψεις για την επίδραση της AI στο παγκόσμιο ΑΕΠ ποικίλλουν, αλλά όλες συμφωνούν σε ένα πράγμα: η αλλαγή είναι τεκτονική. Μελέτες εκτιμούν ότι η AI θα μπορούσε να αυξήσει το ΑΕΠ από 1% έως και πάνω από 45% σε βάθος δεκαετίας. Ήδη, στο πρώτο εξάμηνο του 2025, οι επενδύσεις που σχετίζονται με την AI αύξησαν το ΑΕΠ των ΗΠΑ με ετήσιο ρυθμό 1,3%, ένα ποσοστό που παραπέμπει στην κλίμακα των επενδύσεων στους σιδηροδρόμους κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης!
Σύμφωνα με την έκθεση, η ανάπτυξη δεν είναι συμμετρική. Πριν ακόμη από την πλήρη έλευση της AI, η Ευρώπη βρισκόταν σε τροχιά σχετικής παρακμής. Το μερίδιο της ΕΕ στο παγκόσμιο ΑΕΠ κατέρρευσε από το 27% το 1980 σε μόλις 14% το 2025. Η αδυναμία της Ευρώπης να ακολουθήσει τους ρυθμούς των ΗΠΑ και της Κίνας στην τεχνολογία είναι εμφανής. Ενδεικτικά, οι σωρευτικές ιδιωτικές επενδύσεις στην AI στις ΗΠΑ ξεπέρασαν τα 470 δισεκατομμύρια δολάρια μεταξύ 2013 και 2024, τη στιγμή που το σύνολο των χωρών της ΕΕ μετά βίας άγγιξε τα 50 δισεκατομμύρια δολάρια.
Οι παγκόσμιες επενδύσεις στην AI καλπάζουν φτάνοντας τα 252 δισεκατομμύρια δολάρια σε εταιρικές δαπάνες το 2024. Ωστόσο, η γεωγραφική κατανομή αυτών των κεφαλαίων αποκαλύπτει μια συντριπτική κυριαρχία των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ προσέλκυσαν 94 δισεκατομμύρια δολάρια σε ιδιωτικές επενδύσεις το 2024, αφήνοντας την Κίνα στη δεύτερη θέση με μόλις 9 δισεκατομμύρια δολάρια. Μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα, ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σουηδία και ο Καναδάς, με τον πυρήνα της Ε.Ε. (Γαλλία, Γερμανία) να βρίσκεται χαμηλά στη λίστα.

Για να καλυφθεί αυτό το κενό, πολλές χώρες καταφεύγουν σε κρατικές παρεμβάσεις. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ηγούνται με επενδυτικά σχέδια που προσεγγίζουν τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια, ακολουθούμενα από την Ε.Ε. (σχέδια για 50 δισ. επενδύσεις) και τη Σαουδική Αραβία (περίπου 40 δισεκατομμύρια δολάρια). Η Σαουδική Αραβία, μάλιστα, ίδρυσε την εταιρεία “Humain” με κεφάλαια 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων , ενώ η Κίνα εκτιμάται πως δαπάνησε 56 δισεκατομμύρια δολάρια από δημόσιους πόρους το 2025. Παρά τις προσπάθειες αυτές, ο ιδιωτικός τομέας των ΗΠΑ παραμένει ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης, κατέχοντας το 75% της παγκόσμιας χρηματοδότησης επιχειρηματικών συμμετοχών (venture funding) σε νεοφυείς επιχειρήσεις παραγωγικής AI.

Η «καρδιά» της απόκλισης χτυπά στους ρυθμούς της υπολογιστικής ισχύος. Η ποσότητα υπολογιστικής ισχύος που απαιτείται για την εκπαίδευση μοντέλων AI έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 1 δισεκατομμύριο φορές από το 2012. Από το 2010, η ισχύς αυτή δεν διπλασιάζεται απλώς κάθε χρόνο, αλλά τετραπλασιάζεται. Αυτό το φαινόμενο, γνωστό ως «νόμοι κλιμάκωσης» (scaling laws), οδηγεί σε εκτίναξη του κόστους. Το κόστος cloud (των συστημάτων «στο ψηφιακό σύννεφο») για την εκπαίδευση μοντέλων αυξάνεται κατά 2,5 φορές ετησίως. Το μοντέλο Grok 4, που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2025, κόστισε περίπου 490 εκατομμύρια δολάρια μόνο για την εκπαίδευσή του.

Η ανάγκη για τεράστια κεφάλαια δημιουργεί φραγμούς εισόδου για μικρότερους παίκτες ή κράτη με περιορισμένους πόρους. Τα έσοδα των κορυφαίων εταιρειών AI (OpenAI, Anthropic, Google DeepMind) τριπλασιάζονται κάθε χρόνο. Η OpenAI μάλιστα προβλέπει διπλασιασμό των εσόδων της κάθε χρόνο από το 2026 έως το 2028, μια ανάπτυξη που ξεπερνά τις ιστορικές επιδόσεις κολοσσών όπως η Google, η Amazon και η Uber στα πρώτα τους στάδια.

Η γεωπολιτική της AI είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το υλικό (hardware). Οι ΗΠΑ ελέγχουν συντριπτικά την υποδομή. Τον Μάιο του 2025, οι ΗΠΑ κατείχαν το 74% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος / ικανότητας για AI. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το στοιχείο το οποίο αποκαλύπτει ότι σχεδόν όλα τα κινεζικά μοντέλα AI εκπαιδεύονται σε υλικό αμερικανικής προέλευσης. Αναγνωρίζοντας αυτή την κρίσιμη εξάρτηση, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους έχουν δημιουργήσει τη συμμαχία “Pax Silica”. Η σημασία των κρίσιμων ορυκτών είναι επίσης καθοριστική. Η ζήτηση για γάλλιο (παράγεται και στην Ελλάδα από τον όμιλο Metlen), βασικό συστατικό των ημιαγωγών, αναμένεται να αυξηθεί δραματικά, με τα κέντρα δεδομένων να απαιτούν πάνω από το 10% της παγκόσμιας προσφοράς έως το 2030.
Ένα από τα πιο φλέγοντα ζητήματα παγκοσμίως είναι η επίδραση της AI στην εργασία. Τα δεδομένα παρουσιάζουν μια μικτή εικόνα. Ενώ η απασχόληση μειώνεται σε επαγγέλματα που εκτίθενται άμεσα στην AI, όπως ο προγραμματισμός και η εξυπηρέτηση πελατών για εργαζόμενους που βρίσκονται στην αρχή της καριέρας τους , η συνολική ανεργία στις ΗΠΑ παραμένει χαμηλή, στο 4,4% τον Δεκέμβριο του 2025.
Το «Παράδοξο του Jevons»
Η έκθεση αναδεικνύει το «Παράδοξο του Jevons» (Jevons’ Paradox): όταν η τεχνολογία αυξάνει την αποδοτικότητα ενός πόρου (όπως η εργασία), η συνολική ζήτηση για αυτόν τον πόρο συχνά αυξάνεται αντί να μειώνεται, καθώς βρίσκει νέες εφαρμογές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ακτινολόγοι, ένα επάγγελμα που προβλεπόταν ότι θα αντικατασταθεί από την AI, αλλά τώρα γνωρίζει ιστορικά υψηλά ποσοστά απασχόλησης.
Η υιοθέτηση της τεχνολογίας από τις επιχειρήσεις είναι ραγδαία. Το ποσοστό των αμερικανικών εταιρειών που χρησιμοποιούν AI στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκε από λιγότερο από 4% το 2023 σε περίπου 10% τον Σεπτέμβριο του 2025. Παράλληλα, περίπου το 40% των εργαζομένων στις ΗΠΑ χρησιμοποιούν πλέον AI στην εργασία τους. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η χρήση δεν περιορίζεται στις πλούσιες χώρες. Οι οικονομίες μεσαίου εισοδήματος παρουσιάζουν δυσανάλογα υψηλή χρήση γενετικής AI σε σχέση με το μέγεθός τους, αντιπροσωπεύοντας το 50% της παγκόσμιας χρήσης το 2024. Αντίθετα, οι οικονομίες χαμηλού εισοδήματος μένουν πίσω (<1%), κυρίως λόγω έλλειψης ηλεκτρικής ενέργειας και υποδομών.
Η ποιότητα και η ποσότητα των συστημάτων AI καθορίζουν τον νικητή. Οι ΗΠΑ διαθέτουν 154 συστήματα AI μεγάλης κλίμακας (μεγέθους περίπου ίσου με το GPT-3), που αντιστοιχούν σχεδόν στο ήμισυ του παγκόσμιου συνόλου των 331 συστημάτων το 2024. Το ανησυχητικό είναι πως η καμπύλη των ΗΠΑ ανεβαίνει απότομα, αφήνοντας πίσω την Κίνα και την Ευρώπη. Η απόσταση μεταξύ του ηγέτη και των ακολούθων μετριέται πλέον σε μήνες. Σύμφωνα με τη Microsoft, μόνο επτά χώρες (ΗΠΑ, Κίνα, Γαλλία, Νότια Κορέα, Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς και Ισραήλ) κατατάσσονται στα κορυφαία 200 μοντέλα, με την τεχνολογική απόσταση μεταξύ των πρωτοπόρων ΗΠΑ και του τελευταίου αυτής της ομάδας (Ισραήλ) να είναι μόλις 11 μήνες.

Επιπλέον, η ικανότητα των μοντέλων να ολοκληρώνουν σύνθετες εργασίες βελτιώνεται ραγδαία. Το μήκος των εργασιών που μπορεί να ολοκληρώσει επιτυχώς η AI διπλασιάζεται κάθε 7 μήνες τα τελευταία 6 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι η AI μεταβαίνει από απλές εντολές στη διαχείριση ολοκληρωμένων έργων.
Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η «Μεγάλη Απόκλιση» είναι ήδη εδώ. Η αμερικανική κυριαρχία στις επενδύσεις, το υλικό και την ανάπτυξη μοντέλων δημιουργεί ένα χάσμα που δύσκολα γεφυρώνεται. Ενώ η Κίνα προσπαθεί να ακολουθήσει μέσω κρατικών επενδύσεων και η Μέση Ανατολή ρίχνει πετροδολάρια στην τεχνολογία, η Ευρώπη κινδυνεύει να μετατραπεί σε παρατηρητή των εξελίξεων. Με τις μετρήσεις να δείχνουν εκθετική ανάπτυξη και τα έσοδα των εταιρειών να καλπάζουν, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η AI θα αλλάξει την οικονομία, αλλά ποιος θα καρπωθεί τα οφέλη αυτής της αλλαγής.