Η Ψηφιακή Δεκαετία αποτελεί το βασικό στρατηγικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας και της κοινωνίας έως το 2030, με σαφείς στόχους που αφορούν τις υποδομές, τις δεξιότητες, την υιοθέτηση τεχνολογιών αιχμής και την ψηφιοποίηση του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Η μέχρι σήμερα εφαρμογή της στρατηγικής αυτής αποτυπώνει μια εικόνα προόδου, αλλά και έντονων ανισορροπιών μεταξύ των επιμέρους πυλώνων, γεγονός που καθιστά αναγκαίες στοχευμένες παρεμβάσεις τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΣΕΒ, η Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφει συγκριτικά καλύτερες επιδόσεις στην ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών και στην ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, ωστόσο υστερεί αισθητά στη διάδοση τεχνολογιών αιχμής –όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη– και στην αναβάθμιση των ψηφιακών δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού. Το επενδυτικό κενό παραμένει σημαντικό, με την Έκθεση Ντράγκι να εκτιμά ότι απαιτούνται πρόσθετες επενδύσεις ύψους περίπου 150 δισ. ευρώ ετησίως προκειμένου η ΕΕ να επιτύχει τους στόχους της ψηφιακής μετάβασης.
Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό περιβάλλον, η Ελλάδα εμφανίζει μικτή εικόνα. Όπως προκύπτει από την έρευνα του ΣΕΒ, το 2025 η συνολική επίδοση της χώρας διαμορφώνεται στο 84% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αντανακλώντας μια πορεία σύγκλισης που, ωστόσο, δεν είναι ομοιόμορφη. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός προχωρά με θετικές ενδείξεις σε ορισμένους τομείς –ιδίως στην ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα και στην ανάπτυξη δικτύων 5G– αλλά συνοδεύεται από διαρθρωτικές αδυναμίες σε κρίσιμους πυλώνες, όπως η χαμηλή διείσδυση της Τεχνητής Νοημοσύνης, το περιορισμένο αποτύπωμα του κλάδου τεχνολογίας στο ΑΕΠ και οι ελλείψεις σε ψηφιακές δεξιότητες.
Δείκτης Ψηφιακής Ωριμότητας ΣΕΒ: Πού βρίσκεται πραγματικά η Ελλάδα
Πέραν των δεικτών της Ψηφιακής Δεκαετίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ΣΕΒ παρακολουθεί συστηματικά την πορεία της ψηφιακής και τεχνολογικής μετάβασης της χώρας μέσω του Παρατηρητηρίου για τον Ψηφιακό Μετασχηματισμό και της ετήσιας έκδοσης του Δείκτη Ψηφιακής Ωριμότητας (SEV Digital Maturity Index – DMI). Πρόκειται για έναν σύνθετο δείκτη, βασισμένο σε περίπου 100 επιμέρους μεταβλητές, ο οποίος αποτυπώνει τη θέση της Ελλάδας σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τόσο ως προς τις προϋποθέσεις («καταλύτες») όσο και ως προς τα αποτελέσματα του ψηφιακού μετασχηματισμού σε επιχειρήσεις, κράτος και κοινωνία.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι διττή. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα έχει σημειώσει εντυπωσιακή πρόοδο σε βάθος χρόνου. Μεταξύ 2018 και 2025, το επίπεδο ψηφιακής ωριμότητας αυξήθηκε κατά 71%, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Από την άλλη πλευρά, το 2025 η χώρα παραμένει στο 84% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ποσοστό που εμφανίζεται στάσιμο σε σχέση με το 2024, υποδεικνύοντας ότι η αρχική επιτάχυνση αρχίζει να συναντά διαρθρωτικά εμπόδια.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που ξεκίνησαν την ψηφιακή μετάβαση από χαμηλή αφετηρία και κατάφεραν να επιταχύνουν σημαντικά. Ωστόσο, η σύγκλιση με την Ευρώπη παραμένει άνιση, με έντονες διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους επιμέρους τομείς πολιτικής.
Τεχνολογία: Οι αδυναμίες αλλά και οι μοχλοί αναβάθμισης
Στον πυρήνα των αδυναμιών της ελληνικής ψηφιακής οικονομίας παραμένει ο περιορισμένος ρόλος του τομέα τεχνολογίας. Παρά τη βελτίωση ορισμένων δεικτών, ο κλάδος εξακολουθεί να έχει χαμηλό αποτύπωμα στο ΑΕΠ, στην απασχόληση και στις εξαγωγές, ενώ η εξωστρέφεια των προϊόντων υψηλής τεχνολογίας παραμένει ασθενής. Οι επιδόσεις της χώρας κινούνται περίπου στο 81% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με υστέρηση στη συνεισφορά της μεταποίησης υψηλής τεχνολογίας και των υπηρεσιών έντασης γνώσης.
Ταυτόχρονα, καταγράφονται θετικές ενδείξεις που μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλοί αναβάθμισης. Η αύξηση των επιχειρηματικών δαπανών σε Έρευνα και Ανάπτυξη, η ενίσχυση του οικοσυστήματος νεοφυών επιχειρήσεων και η δημιουργία εθνικών υποδομών Τεχνητής Νοημοσύνης –όπως το AI Factory Pharos– συνθέτουν ένα δυναμικό, το οποίο όμως δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε συστημική ενίσχυση της τεχνολογικής παραγωγής.
Υποδομές συνδεσιμότητας: Ισχυρό 5G, υστέρηση στις οπτικές ίνες
Στον τομέα των ψηφιακών υποδομών, η Ελλάδα εμφανίζει καλύτερη εικόνα σε σύγκριση με άλλες διαστάσεις. Η κάλυψη του δικτύου 5G είναι σχεδόν πλήρης και υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που συνιστά σαφές συγκριτικό πλεονέκτημα. Αντίθετα, η κάλυψη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας και οπτικών ινών παραμένει μόλις στο 46% των νοικοκυριών, σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η υστέρηση αυτή δεν αφορά τόσο τη δυναμική των επενδύσεων όσο τον χρόνο υλοποίησής τους. Οι προγραμματισμένες επενδύσεις και η είσοδος νέων παρόχων δημιουργούν προσδοκίες σύγκλισης έως το 2030, ωστόσο βραχυπρόθεσμα η ανεπάρκεια στα σταθερά δίκτυα λειτουργεί ως τροχοπέδη για την ευρεία υιοθέτηση προηγμένων ψηφιακών εφαρμογών.
Ρυθμιστικό πλαίσιο: Θεσμική σύγκλιση χωρίς επαρκή βάθος εφαρμογής
Στο πεδίο των πολιτικών και του ρυθμιστικού πλαισίου, η Ελλάδα εμφανίζει υψηλό βαθμό ευθυγράμμισης με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η ενσωμάτωση της NIS2, η νομοθεσία για τη διακυβέρνηση των δεδομένων και η υιοθέτηση Εθνικής Στρατηγικής για την Τεχνητή Νοημοσύνη συνιστούν θεσμικά βήματα προόδου.
Ωστόσο, η απουσία σαφούς εθνικού προϋπολογισμού για την ΤΝ και η εξάρτηση από ευρωπαϊκούς πόρους περιορίζουν τον μετασχηματιστικό αντίκτυπο των πολιτικών αυτών. Η μικρή υποχώρηση των σχετικών δεικτών το 2025 αντανακλά ακριβώς αυτό το έλλειμμα εφαρμογής και συνέχειας.
Ψηφιακές δεξιότητες: Κρίσιμο δομικό έλλειμμα
Οι ψηφιακές δεξιότητες αναδεικνύονται ως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χώρα. Παρότι η Ελλάδα παράγει ποιοτικό ανθρώπινο δυναμικό, ο αριθμός των ειδικών ΤΠΕ παραμένει εξαιρετικά χαμηλός, τοποθετώντας τη χώρα στην τελευταία θέση της ΕΕ. Το πρόβλημα επιτείνεται από τη φυγή ταλέντου, τον περιορισμένο αριθμό αποφοίτων σχετικών ειδικοτήτων και την ανεπαρκή ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση.
Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρθρωτικό κενό που περιορίζει την ικανότητα των επιχειρήσεων να αξιοποιήσουν τεχνολογίες αιχμής και να μετατρέψουν την ψηφιακή μετάβαση σε παραγωγική αναβάθμιση.
Επιχειρήσεις και κοινωνία
Η ψηφιακή ωριμότητα των ελληνικών επιχειρήσεων βελτιώνεται, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο μεταξύ των επιμέρους διαστάσεων. Η πρόοδος αυτή, ωστόσο, αφορά κυρίως βασικά ψηφιακά εργαλεία και το ηλεκτρονικό εμπόριο. Η χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης, cloud και προηγμένων αναλύσεων δεδομένων παραμένει χαμηλή, ενώ η κυβερνοασφάλεια εξακολουθεί να αποτελεί αδύναμο κρίκο.
Αντίθετα, η ψηφιακή ωριμότητα της κοινωνίας εμφανίζεται ως ένα από τα ισχυρότερα σημεία της χώρας. Η χρήση διαδικτύου, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και το ηλεκτρονικό εμπόριο έχουν ενσωματωθεί στην καθημερινότητα των πολιτών, δημιουργώντας μια ευνοϊκή βάση ζήτησης για ψηφιακές υπηρεσίες.
Δημόσιος τομέας: Πρόοδος με εκκρεμότητες
Η ψηφιοποίηση του Δημοσίου αποτελεί έναν από τους βασικούς μοχλούς σύγκλισης της Ελλάδας με την Ευρώπη. Η πλατφόρμα gov.gr, η αύξηση των ψηφιακών υπηρεσιών και η ενίσχυση της διαλειτουργικότητας έχουν βελτιώσει αισθητά την εμπειρία πολιτών και επιχειρήσεων. Παρ’ όλα αυτά, οι επιδόσεις στα ανοικτά δεδομένα παραμένουν χαμηλές, ενώ κρίσιμα έργα –ιδίως στον τομέα της ψηφιακής υγείας– βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.