Σε φάση πλήρους βιομηχανικής κλιμάκωσης περνά η iCOMAT, η οποία με δύο εργοστάσια σε λειτουργία στο Ηνωμένο Βασίλειο και ένα νέο hub υπό ανάπτυξη στις ΗΠΑ, «τρέχει» πλάνο για την εγκατάσταση παραγωγικής μονάδας στην Ελλάδα. Η εταιρεία που ξεκίνησε ως spin-out από το Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, με ιδρυτή και διευθύνοντα σύμβουλο τον Ευάγγελο Ζυμπελούδη, και έχει φέρει ήδη την επανάσταση στην κατασκευή εξαρτημάτων από ανθρακονήματα για αυτοκίνητα, αεροπλάνα μέχρι και διαστημόπλοια, θέτει αυτήν την περίοδο την Ελλάδα στο παραγωγικό της ραντάρ.
Με ηχηρές συνεργασίες, όπως αυτές με την Airbus, τις Lamborghini, Porsche και Jaguar, αλλά και με κορυφαίες εταιρείες αμυντικής βιομηχανίας, και έχοντας αποσπάσει χρηματοδότηση 22,4 εκατ. δολ. από το ΝΑΤΟ, η iCOMAT μεθοδεύει τις διαδικασίες για την εγκατάσταση παραγωγικής μονάδας επί ελληνικού εδάφους. Όπως λέει στο powergame.gr ο ιδρυτής και CEO της εταιρείας, απόφοιτος του ΕΜΠ, Ευάγγελος Ζυμπελούδης, «ήδη λειτουργούμε κέντρο R&D στην Αθήνα με Έλληνες μηχανικούς, που συμβάλλουν στην τεχνολογική μας ανάπτυξη. Αλλά το επόμενο βήμα είναι πολύ μεγαλύτερο: σχεδιάζουμε παραγωγική μονάδα στην Ελλάδα».
Εξηγώντας με συνέντευξή του γιατί η iCOMAT, κορυφαίος πλέον παίκτης προηγμένης κατασκευής σύνθετων υλικών, εκτός από τις ελληνικές της ρίζες, ετοιμάζεται να αποκτήσει στη χώρα και παραγωγική «καρδιά», ο κ. Ζυμπελούδης σημειώνει: «Πρώτον, η ελληνική αμυντική αγορά βρίσκεται σε φάση ιστορικής επέκτασης. Η Ελλάδα επενδύει μαζικά σε drones, πυραυλικά συστήματα και εκσυγχρονισμό υποβρυχίων. Όλα αυτά έχουν σημαντικό περιεχόμενο σύνθετων υλικών. Δεύτερον, ο ελληνικός νόμος απαιτεί 25% βιομηχανική συμμετοχή σε κάθε μεγάλη αμυντική προμήθεια. Αυτό σημαίνει ότι κάθε ξένος προμηθευτής χρειάζεται τοπικό παραγωγικό partner. Σήμερα η Ελλάδα δεν έχει υποδομή προηγμένης κατασκευής σύνθετων υλικών για αμυντικές εφαρμογές. Εμείς μπορούμε να τη δημιουργήσουμε».
Ο ίδιος μάλιστα διαβλέπει στην Ελλάδα έναν πολύ πιο κομβικό ρόλο στην αμυντική αγορά: «Η χώρα μπορεί να γίνει hub για όλη την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Οι χώρες της περιοχής εκσυγχρονίζουν τις ένοπλες δυνάμεις τους, εντάσσονται στο NATO και χρειάζονται τοπική παραγωγική βάση. Μια μονάδα στην Ελλάδα εξυπηρετεί όλη αυτήν την περιοχή. Για εμάς, η Ελλάδα δεν είναι απλώς η χώρα καταγωγής μας, αλλά στρατηγικός πυλώνας για την ευρωπαϊκή αμυντική αγορά, για EU funding, και για μια περιοχή που χρειάζεται ακριβώς αυτό που φτιάχνουμε».

©iCOMAT, Gloucester ©iCOMAT
Διεθνές αποτύπωμα
Η προσθήκη της Ελλάδας στην παραγωγική αλυσίδα της iCOMAT έρχεται σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία η εταιρεία δεν εξελίσσεται απλώς σε έναν ακόμη τεχνολογικό παίκτη, αλλά σε έναν καθετοποιημένο κατασκευαστή σύνθετων υλικών με διεθνές αποτύπωμα και σαφή στρατηγική παρουσία σε αγορές υψηλής γεωπολιτικής σημασίας.
Η μετάβαση αυτή δεν αφορά μόνο τη γεωγραφική επέκταση, αλλά και την ουσιαστική μετατροπή της iCOMAT από ερευνητικό project σε βαριά βιομηχανία. «Δεν είμαστε πια startup. Είμαστε βιομηχανία», σημειώνει χαρακτηριστικά ο ιδρυτής και CEO της, Ευάγγελος Ζυμπελούδης.
Πάντως, η διαδρομή της εταιρείας από την ίδρυσή της το 2019 δεν υπήρξε γραμμική. «Η μετάβαση από το εργαστήριο στο εργοστάσιο δεν έγινε με ένα βήμα. Ήταν μια συνειδητή ακολουθία αποφάσεων», εξηγεί ο ίδιος, περιγράφοντας τη στρατηγική που ακολούθησε η iCOMAT από τη στιγμή που η τεχνολογία της απέδειξε ότι μπορεί να λειτουργήσει εκτός πανεπιστημιακού περιβάλλοντος.
Σημείο καμπής αποτέλεσε η ίδια η τεχνολογία Rapid Tow Shearing (RTS), που ανέπτυξε ο κ. Ζυμπελούδης στο πλαίσιο του διδακτορικού του στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ. Η τεχνολογία αυτή έλυσε ένα πρόβλημα που για περίπου τέσσερις δεκαετίες θεωρούνταν άλυτο: την παραγωγή σύνθετων υλικών με καμπύλες ίνες, χωρίς ελαττώματα και σε βιομηχανική κλίμακα. Το λεγόμενο fiber steering, αν και γνωστό ως concept από τη δεκαετία του 1980, δεν είχε μέχρι σήμερα πρακτική εφαρμογή χωρίς σημαντικούς περιορισμούς.
Ύστερα από περίπου δέκα χρόνια έρευνας, η iCOMAT κατάφερε να δημιουργήσει το πρώτο σύστημα παραγωγής που επιτρέπει τη διεύθυνση των ινών χωρίς να καταστρέφονται οι ιδιότητες του υλικού. Το αποτέλεσμα είναι εξαρτήματα ελαφρύτερα έως και 65%, με καλύτερη δομική απόδοση, χαμηλότερο κόστος και σημαντικά υψηλότερη ταχύτητα παραγωγής.

©iCOMAT, Gloucester ©iCOMAT
Ο συνεργάτης της Formula 1
Η τεχνολογία της iCOMAT δοκιμάστηκε γρήγορα σε πραγματικές συνθήκες. «Οι πρώτες συνεργασίες με την Airbus και τη BAE Systems έδειξαν ότι τα εξαρτήματα με καμπύλες ίνες πετυχαίνουν μείωση βάρους έως 65% σε κρίσιμες κατασκευές, χωρίς ελαττώματα. Αυτό έπεισε την αγορά», αναφέρει ο founder και CEO της εταιρείας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η scale up deep tech εταιρεία έχει ήδη συνεργαστεί με περισσότερους από 25 πελάτες, μεταξύ των οποίων ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος, η Jaguar Land Rover και ομάδες της Formula 1, επιβεβαιώνοντας την εφαρμοσιμότητα της τεχνολογίας σε απαιτητικά περιβάλλοντα.
Η επόμενη κρίσιμη απόφαση ήταν η επιλογή του επιχειρηματικού μοντέλου. «Δεν πουλάμε μηχανήματα. Πουλάμε παραγωγική ικανότητα», σημειώνει ο Ζυμπελούδης. Το μοντέλο Manufacturing-as-a-Service μεταφέρει το βάρος της επένδυσης και της τεχνολογικής πολυπλοκότητας στην ίδια την εταιρεία, επιτρέποντας στους πελάτες να αξιοποιούν τις δυνατότητες της τεχνολογίας χωρίς αρχικό κεφαλαιακό κόστος.
Η ψήφος του ΝΑΤΟ
Η χρηματοδότηση ήρθε να στηρίξει αυτήν τη στρατηγική. Το 2024, η iCOMAT ολοκλήρωσε γύρο Series A ύψους 22,5 εκατ. δολαρίων, με επικεφαλής την 8VC και συμμετοχή του NATO Innovation Fund, καθώς και επενδυτών όπως η Solvay Ventures και το ελληνικό Velocity Partners. Παράλληλα, εξασφάλισε σημαντική υποστήριξη από το UK Space Agency για την ανάπτυξη των παραγωγικών της εγκαταστάσεων.
Με αυτά τα κεφάλαια, η εταιρεία πέρασε σε μια νέα φάση ωρίμανσης. Στο Gloucester έστησε μέσα σε εννέα μήνες το εργοστάσιό της, ενώ σήμερα διαθέτει δύο μονάδες στο Ηνωμένο Βασίλειο και συνολικό παραγωγικό αποτύπωμα άνω των 100.000 τετραγωνικών ποδιών.
Ο εξοπλισμός της περιλαμβάνει εννέα μηχανές RTS, έξι autoclaves και 23 κέντρα CNC κατεργασίας, ήτοι μια πλήρως καθετοποιημένη παραγωγική υποδομή. Το νέο εργοστάσιο στο Gloucester, έκτασης 45.000 τετραγωνικών ποδιών, λειτουργεί ως υπερσύγχρονη αυτοματοποιημένη μονάδα για εφαρμογές του διαστήματος, με εξειδικευμένες γραμμές παραγωγής για επίπεδες δομές, σύνθετα εξαρτήματα και γεωμετρικά πολύπλοκα μέρη.
Η περαιτέρω γεωγραφική επέκταση -εύλογα- αποτελεί το επόμενο βήμα για την εταιρεία. «Πρέπει να είσαι εκεί που είναι οι πελάτες σου. Ιδιαίτερα στην άμυνα, όπου η τοπική παρουσία, οι κανονισμοί ITAR και η εγγύτητα είναι προϋποθέσεις συνεργασίας», σημειώνει ο επικεφαλής της εταιρείας.

©iCOMAT, Gloucester ©iCOMAT
Το στοίχημα των ΗΠΑ
«Στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουμε πλέον δύο εργοστάσια και είμαστε από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές σύνθετων υλικών στη χώρα. Εξυπηρετούμε την Airbus, τη BAE Systems και όλο το ευρωπαϊκό οικοσύστημα αεροδιαστημικής και άμυνας από εκεί» υπογραμμίζει ο κ. Ζυμπελούδης, μιλώντας στο powergame.gr. Όπως προσθέτει, ωστόσο, «οι ΗΠΑ είναι η μεγάλη στρατηγική κίνηση με την αμερικανική αγορά είναι τρεις φορές μεγαλύτερη από την ευρωπαϊκή στον τομέα άμυνας και αεροδιαστημικής».
Υπό αυτά τα δεδομένα, η εταιρεία στήνει νέα παραγωγική μονάδα στο Dayton του Ohio, κοντά στη βάση Wright-Patterson και σε ένα ισχυρό cluster εταιρειών σύνθετων υλικών και αμυντικών τεχνολογιών, όπως η Anduril και η Joby Aviation που ανοίγουν εγκαταστάσεις στην περιοχή. «Το μοντέλο είναι επαναληψιμότητα: χτίζεις ένα εργοστάσιο που δουλεύει, δημιουργείς blueprint, το αναπαράγεις σε νέες τοποθεσίες. Στο Gloucester χτίσαμε το εργοστάσιο σε 9 μήνες. Θέλουμε να κάνουμε το ίδιο στο Dayton.», εξηγεί, περιγράφοντας το σχέδιο για την επόμενη φάση και το επερχόμενο Series B.
Οι αγορές, που επηρεάζονται περισσότερο από την τεχνολογία της iCOMAT, ήτοι η άμυνα, η αεροναυπηγική και η αυτοκινητοβιομηχανία, σύμφωνα με τον κ. Ζυμπελούλη, κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες. «Η άμυνα κινείται πιο γρήγορα από όλους», τονίζει ο ίδιος.
«Τα drones και τα αυτόνομα συστήματα είναι εξολοκλήρου εξαρτημένα από σύνθετα υλικά: κάθε γραμμάριο που γλιτώνεις μεταφράζεται σε επιχειρησιακή απόδοση». Στην αεροναυπηγική, η αλλαγή αναμένεται να είναι πιο βαθιά και δομική, με δραστική μείωση του χρόνου παραγωγής κρίσιμων εξαρτημάτων. Στην αυτοκινητοβιομηχανία, η μετάβαση θα είναι πιο σταδιακή, ξεκινώντας από εφαρμογές υψηλών επιδόσεων», αναφέρει σχετικά.