Ποιος θα ελέγξει την AI: Η σφοδρή πολιτική σύγκρουση στις ΗΠΑ πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, τι κάνει η Ευρώπη

Η ασφάλεια της AI εξελίσσεται σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς οργανώσεις, εταιρείες τεχνολογίας και χρηματοδότες διεκδικούν επιρροή

Ο Σαμ Άλτμαν της OpenAI και ,ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ της Meta στο δείπνο Τραμπ-Σι στον Λευκό Οίκο ©ΑΠΕ

Η ασφάλεια και ο έλεγχος της τεχνητής νοημοσύνης (AI) μετατρέπονται σε κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα στις ΗΠΑ, εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών. Οργανώσεις, τεχνολογικοί κολοσσοί και χρηματοδότες συγκρούονται για τη ρύθμιση της AI, ενώ η Ευρώπη αναζητεί αποτελεσματικές δικλίδες ασφαλείας και λογοδοσίας.

Η ταχύτατη εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης αλλάζει όχι μόνο την οικονομία και την αγορά εργασίας, αλλά και τις πολιτικές ισορροπίες στις ΗΠΑ. Η ανησυχία για τους κινδύνους της τεχνολογίας, η δυσπιστία απέναντι στις μεγάλες εταιρείες και η αίσθηση ότι οι νομοθέτες αδυνατούν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για ένα νέο κύμα πολιτικής κινητοποίησης υπέρ της αυστηρότερης εποπτείας.

Η αντιπαράθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικό ζήτημα της τεχνολογικής κοινότητας: συνδέεται με την ασφάλεια των πολιτών, την προστασία των παιδιών, την παραπληροφόρηση, το κόστος ζωής και την αυξανόμενη πολιτική επιρροή των επιχειρηματιών της Silicon Valley.

Σύμφωνα με διεθνείς πολιτικούς αναλυτές που μίλησαν στο Politico, διαμορφώνεται ένα ευρύ δίκτυο οργανώσεων και χρηματοδοτών που επιδιώκουν να επηρεάσουν τη νομοθετική ατζέντα, να στηρίξουν υποψηφίους που τάσσονται υπέρ της ρύθμισης και να μετατρέψουν την ασφάλεια της AI σε κεντρικό θέμα της δημόσιας συζήτησης.

Ταυτόχρονα, οι αντιλήψεις των ψηφοφόρων για τις πολιτικές πεποιθήσεις των τεχνολογικών ηγετών και τις οικονομικές διασυνδέσεις του κλάδου ενδέχεται να επηρεάσουν τόσο τα κόμματα όσο και τις ίδιες τις εταιρείες.

Το λογοπαίγνιο στο Politico με το όνομα του συγκροτήματος Rage Against the Machine («Οργή ενάντια στη μηχανή») αποτυπώνει εύστοχα τη διευρυνόμενη αντίδραση απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη.

Καθώς ο κλάδος επεκτείνεται και μετασχηματίζεται με ταχύτατους ρυθμούς, αλλάζει και το κίνημα που ζητεί την αυστηρότερη ρύθμισή του, διευρύνοντας τις συμμαχίες του και προσαρμόζοντας τη στρατηγική του στις νέες προκλήσεις, αξιοποιώντας και τις ενδιάμεσες εκλογές.

ΗΠΑ: Η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει στην προεκλογική μάχη

Ο Στιβ Μπάνον, πρώην κορυφαίος στρατηγικός σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ, και ο γερουσιαστής των Δημοκρατικών της αριστερής πτέρυγας Μπέρνι Σάντερς σπάνια συμφωνούν. Ωστόσο, συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί την εργατική τάξη, μεταδίδει το Atlantic.

Ο Σάντερς υποστηρίζει ότι οι ολιγάρχες της AI δεν επιδιώκουν απλώς να αυτοματοποιήσουν συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, αλλά να αντικαταστήσουν συνολικά τους εργαζομένους. Σε ανάλογο τόνο, ο Μπάνον δήλωσε πρόσφατα ότι η Silicon Valley αδιαφορεί για τους απλούς πολίτες, σε podcast με τίτλο «Σταματώντας τους ολιγάρχες της AI από το να κλέψουν την ανθρωπότητα».

Η σύγκλιση αυτή, που περιγράφεται ως συμμαχία από τον Σάντερς έως τον Μπάνον, αποτυπώνει τη διευρυνόμενη διακομματική ανησυχία για τις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης. Δημοσκοπήσεις κατατάσσουν τις ΗΠΑ μεταξύ των χωρών όπου οι πολίτες εκφράζουν τη μεγαλύτερη ανησυχία για την τεχνολογία, παρ’ ότι η χώρα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ανάπτυξής της.

Οι αντιδράσεις περνούν πλέον από τη δημόσια συζήτηση σε συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις. Το Μέιν ενέκρινε πρόσφατα το πρώτο σε επίπεδο πολιτείας μέτρο στις ΗΠΑ για την προσωρινή αναστολή κατασκευής data center, αν και ο κυβερνήτης άσκησε βέτο. Σε εθνικό επίπεδο, αριθμός-ρεκόρ σχεδιαζόμενων έργων ακυρώθηκε το πρώτο τρίμηνο του έτους, μετά τις αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εναντίωση στην AI έχει λάβει βίαιη μορφή. Τον Απρίλιο, άγνωστος πυροβόλησε 13 φορές κατά της κατοικίας δημοτικού συμβούλου στην Ιντιανάπολη, αφήνοντας σημείωμα με το μήνυμα «Όχι άλλα data centers». Λίγες ημέρες αργότερα, ένας άνδρας φέρεται να πέταξε βόμβα Μολότοφ στο σπίτι του επικεφαλής της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, και στη συνέχεια να απείλησε ότι θα πυρπολήσει τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας, σκοτώνοντας όσους βρίσκονταν μέσα. Ο κατηγορούμενος έχει δηλώσει αθώος σε σειρά κατηγοριών, μεταξύ των οποίων και η απόπειρα ανθρωποκτονίας.

Παράλληλα, αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που επιδοκίμαζαν την επίθεση συγκέντρωσαν χιλιάδες θετικές αντιδράσεις, αναδεικνύοντας την ένταση της κοινωνικής πόλωσης γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.

ΤΕΧΝΗΤΉ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

Ο Ντέμης Χασάμπης (Google DeepMind), ο Ντάριο Αμοντέι (Anthropic) και ο Σαμ Άλτμαν (OpenAI), ηγούνται της παγκόσμιας κούρσας ανάπτυξης υπερσύγχρονων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης

Στην Ουάσιγκτον, η χρηματοδότηση πολιτικών πρωτοβουλιών που ζητούν αυστηρότερο έλεγχο της τεχνολογίας αυξάνεται. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν οι λεγόμενες super PACs, ανεξάρτητες πολιτικές επιτροπές που μπορούν να συγκεντρώνουν και να δαπανούν μεγάλα ποσά για την υποστήριξη υποψηφίων και πολιτικών θέσεων, χωρίς να συντονίζουν άμεσα τις δραστηριότητές τους με τις εκστρατείες τους.

Μεταξύ των σημαντικότερων πρωτοβουλιών βρίσκεται η Public First PAC, η οποία, μαζί με συνδεδεμένες οργανώσεις, διαθέτει εκατομμύρια δολάρια για την υποστήριξη υποψηφίων και από τα δύο κόμματα που αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της AI. Η προσπάθεια υποστηρίζεται οικονομικά και από την Anthropic, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου, η οποία έχει ταχθεί υπέρ της θέσπισης κανόνων ασφαλείας.

Παράλληλα, νέες πολιτικές ομάδες επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τη δυσαρέσκεια των πολιτών. Η Tomorrow Together, που δημιουργήθηκε από τους Δημοκρατικούς πολιτικούς συμβούλους Ρομπ Φλάχερτι και Κάρθικ Γκανάπαθι, παρουσίασε την πρώτη διαφημιστική της εκστρατεία για τις ενδιάμεσες εκλογές. Οι επικεφαλής της εκτιμούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να εξελιχθεί σε μείζον πολιτικό ζήτημα έως τις προεδρικές εκλογές του 2028.

Ο Γκανάπαθι υποστήριξε ότι οι Ρεπουμπλικανοί που αντιτίθενται στη ρύθμιση βρίσκονται στη λάθος πλευρά ενός ζητήματος στο οποίο, όπως ισχυρίζεται, η κοινή γνώμη τάσσεται σε αναλογία 80% προς 20% υπέρ της σχετικής θέσης. Η εκτίμηση αυτή αποτυπώνει τη στρατηγική των οργανώσεων που επιδιώκουν να παρουσιάσουν την ασφάλεια της AI ως ευρύτερη κοινωνική απαίτηση και όχι ως κομματική επιλογή.

Η κινητοποίηση δεν περιορίζεται στις πολιτικές επιτροπές. Οργανώσεις που μέχρι πρόσφατα επικεντρώνονταν στην εποπτεία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης διευρύνουν το πεδίο δράσης τους, εντάσσοντας την τεχνητή νοημοσύνη στον πυρήνα των εκστρατειών τους. Το επιχείρημά τους είναι ότι η ίδια τεχνολογία που επιτρέπει τη δημιουργία χρήσιμων εφαρμογών μπορεί να ενισχύσει δραστικά την παραγωγή και τη διανομή παραπλανητικού ή επιβλαβούς περιεχομένου.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί μια νέα πολιτική πραγματικότητα: η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το τι μπορούν να κάνουν τα συστήματα AI, αλλά και το ποιος φέρει την ευθύνη όταν προκαλούν βλάβη, ποιος ελέγχει τη χρήση τους και πόσο γρήγορα μπορούν οι αρχές να παρέμβουν.

Από την παραπληροφόρηση στην ασφάλεια: Ποιος λογοδοτεί για τις επιπτώσεις της AI

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της διεύρυνσης του κινήματος υπέρ της ρύθμισης αποτελεί το Center for Countering Digital Hate (CCDH), διεθνής οργάνωση που είχε βρεθεί στο επίκεντρο αντιπαραθέσεων με τον Έλον Μασκ και το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ. Η οργάνωση μετονομάστηκε σε Center for Countering Digital Harm, διευρύνοντας την αποστολή της από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις ευρύτερες επιπτώσεις της ψηφιακής τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένης της AI.

Ο ιδρυτής της, Ιμράν Άχμεντ, εξήγησε στο Politico ότι η αλλαγή αντανακλά τη μεταβολή της κλίμακας των απειλών. Ενώ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχαν σχεδόν μηδενίσει το κόστος διανομής της παραπληροφόρησης, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μειώνουν πλέον και το κόστος παραγωγής της. Αυτό επιτρέπει τη δημιουργία και διάδοση ψευδών ισχυρισμών με μεγαλύτερη ταχύτητα και σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.

Η ανησυχία αφορά ιδιαίτερα περιεχόμενο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο παιδιά, να παραπλανήσει τους πολίτες για ζητήματα δημόσιας υγείας ή να υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή. Κατά τον Άχμεντ, η τεχνητή νοημοσύνη και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι πλέον στενά συνδεδεμένα, καθώς οι δυνατότητες παραγωγής περιεχομένου της πρώτης ενισχύουν την εμβέλεια και την ταχύτητα διάδοσης του δεύτερου.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η ControlAI, οργάνωση που χρηματοδοτείται από τον Γιαν Τάλιν, συνιδρυτή του Skype. Η ομάδα έχει πραγματοποιήσει δεκάδες ενημερώσεις για την ασφάλεια της AI προς Αμερικανούς νομοθέτες, ενώ συνέβαλε και στη σύνταξη νομοθετικής πρότασης για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, την οποία κατέθεσαν Βρετανοί βουλευτές του Εργατικού Κόμματος.

Ο Άχμεντ, η οργάνωση του οποίου είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του βρετανικού νόμου για την ασφάλεια στο διαδίκτυο το 2023, εκτιμά ότι οι εκστρατείες ενημέρωσης έχουν ήδη συμβάλει στην αναγνώριση του προβλήματος και στην κινητοποίηση πολιτικών δυνάμεων. Ωστόσο, θεωρεί ότι εξακολουθεί να απουσιάζει ένα σύστημα λογοδοσίας που να είναι ταυτόχρονα προβλέψιμο και αποτελεσματικό.

Τεχνητή νοημοσύνη (AI) © Magnific

Τεχνητή νοημοσύνη (AI) © Magnific

Το μεγαλύτερο εμπόδιο, κατά την εκτίμησή του, βρίσκεται στις ΗΠΑ, όπου η ομοσπονδιακή νομοθετική διαδικασία δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις εξελίξεις. Σε επίπεδο πολιτειών, πάντως, καταγράφεται ήδη σημαντική δραστηριότητα γύρω από την ευθύνη των εταιρειών τεχνολογίας και την προστασία των χρηστών.

Η πίεση ενισχύεται και από την κοινή γνώμη. Δημοσκοπήσεις που επικαλείται το Politico καταγράφουν αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στην AI, ενώ η τεχνολογία ανεβαίνει στην κατάταξη των ζητημάτων που απασχολούν τους ψηφοφόρους. Ένα σοβαρό περιστατικό, όπως ένα ατύχημα που θα συνδεόταν με την αυτόνομη λειτουργία ενός συστήματος ή μια επικίνδυνη κατάχρηση των δυνατοτήτων του, θα μπορούσε να εντείνει απότομα τις απαιτήσεις για αυστηρότερους κανόνες.

Οι οργανώσεις που πιέζουν για ρύθμιση ενισχύουν παράλληλα τις ομάδες τους με στελέχη από τον ίδιο τον κλάδο. Το CCDH προσέλαβε τον Τζέισον Σατίζαν, πρώην εργαζόμενο στη Meta που είχε καταθέσει τον προηγούμενο μήνα στη Γερουσία των ΗΠΑ για την προσέγγιση της εταιρείας στην ασφάλεια των παιδιών, αναθέτοντάς του τη θέση του επικεφαλής στρατηγικής.

Από την πλευρά των εταιρειών, ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, έχει αναγνωρίσει ότι η μέχρι σήμερα πολιτική δραστηριότητα των μεγάλων τεχνολογικών επιχειρήσεων δεν έχει καταφέρει να αμβλύνει τις ανησυχίες των πολιτών. Η αύξηση των δαπανών για πολιτικές παρεμβάσεις, υποστήριξε σε συνέντευξή του στο Politico, δεν αρκεί για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη. Οι εταιρείες, κατά τον ίδιο, πρέπει να αντιμετωπίσουν τις πραγματικές ανησυχίες της κοινωνίας.

Το πρόβλημα για τον κλάδο είναι επομένως διπλό: δεν αρκεί να εξηγήσει τα οφέλη της τεχνολογίας, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει μηχανισμούς για τον περιορισμό των κινδύνων. Μια αποτελεσματικότερη επικοινωνιακή στρατηγική θα μπορούσε να αναδείξει συγκεκριμένα οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου κατασκευάζονται κέντρα δεδομένων, καθώς και τις δυνατότητες της AI στην παραγωγικότητα και στις υπηρεσίες. Χωρίς απτές απαντήσεις, όμως, οι εκστρατείες δημοσίων σχέσεων δύσκολα θα ανατρέψουν τη δυσπιστία.

Οι τεχνολογικοί κολοσσοί στο στόχαστρο: Πολιτικές ταυτότητες και εκατομμύρια δολάρια

Η πολιτική αντιπαράθεση περιπλέκεται από την αυξανόμενη ταύτιση της τεχνολογικής βιομηχανίας με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση του Politico, που διενεργήθηκε από την εταιρεία PF Global, ψηφοφόροι και από τα δύο κόμματα θεωρούν ότι οι επικεφαλής των μεγαλύτερων εταιρειών τεχνολογίας είναι κατά κύριο λόγο συντηρητικοί, ενώ σημαντικό ποσοστό εκτιμά ότι ο κλάδος αποτελεί τον μεγαλύτερο χρηματοδότη των Ρεπουμπλικανών.

Η αντίληψη αυτή συνιστά μεταβολή για έναν κλάδο που επί χρόνια συνδεόταν κυρίως με τη φιλελεύθερη πολιτική παράδοση της Καλιφόρνιας. Παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των επιχειρηματιών, πολλοί Αμερικανοί τούς αντιμετωπίζουν πλέον ως ενιαία πολιτική ομάδα.

Ο Έλον Μασκ συγκεντρώνει την ισχυρότερη σύνδεση με τους Ρεπουμπλικανούς: το 59% των ερωτηθέντων τον θεωρεί Ρεπουμπλικανό, έναντι μόλις 14% που τον κατατάσσει στους Δημοκρατικούς. Σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Εκλογικής Επιτροπής, ο Μασκ διέθεσε τουλάχιστον 276 εκατ. δολάρια για την υποστήριξη Ρεπουμπλικανικών υποψηφιοτήτων κατά το τρίτο τρίμηνο.

Για τον Μαρκ Ζoύκερμπεργκ, το 40% θεωρεί ότι ανήκει στους Ρεπουμπλικανούς και το 27% στους Δημοκρατικούς. Αντίστοιχα, το 32% συνδέει τον Άλτμαν με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, έναντι 22% που τον θεωρεί Δημοκρατικό, ενώ το 29% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι.

Ο Ντάριο Αμοντέι, επικεφαλής της Anthropic, εμφανίζεται λιγότερο συνδεδεμένος με τους Ρεπουμπλικανούς από τον Άλτμαν: το 28% τον θεωρεί Ρεπουμπλικανό και το 20% Δημοκρατικό, ενώ το 35% δεν γνωρίζει την ταυτότητά του. Η Anthropic έχει βρεθεί σε αντιπαράθεση με τον Λευκό Οίκο για ζητήματα που αφορούν την προσέγγιση στην τεχνητή νοημοσύνη.

Ο Μπιλ Γκέιτς αποτέλεσε εξαίρεση μεταξύ των οκτώ τεχνολογικών στελεχών που εξετάστηκαν: το 35% τον θεωρεί Δημοκρατικό και το 31% Ρεπουμπλικανό. Η έρευνα περιελάμβανε ακόμη και ένα ανύπαρκτο πρόσωπο, τον «Μάρσαλ Ανκόουτς», το οποίο το 22% των ερωτηθέντων χαρακτήρισε Ρεπουμπλικανό και το 18% Δημοκρατικό. Το εύρημα υποδηλώνει ότι μέρος των πολιτών αποδίδει συντηρητικές πεποιθήσεις στους επικεφαλής του τεχνολογικού κλάδου ακόμη και χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητά τους.

Η εικόνα επεκτείνεται και στους εργαζομένους. Το 53% θεωρεί ότι οι εργαζόμενοι στην Tesla είναι Ρεπουμπλικανοί, έναντι 18% που τους συνδέει με τους Δημοκρατικούς. Για την OpenAI, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 33% και 26%, ενώ για την Anthropic 28% και 25%. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι στη Microsoft, την Apple και την Google συνδέονται ελαφρώς περισσότερο με τους Δημοκρατικούς.

Οι αντιλήψεις αυτές έχουν πολιτικές συνέπειες, καθώς μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο τα κόμματα τοποθετούνται απέναντι στην AI και στις εταιρείες που την αναπτύσσουν. Εάν η τεχνολογική βιομηχανία καθιερωθεί στη συνείδηση των ψηφοφόρων ως προνομιακός χρηματοδότης των Ρεπουμπλικανών, η συζήτηση για τη ρύθμιση μπορεί να αποκτήσει εντονότερο κομματικό χαρακτήρα, περιορίζοντας τα περιθώρια συνεννόησης.

Jensen Huan (Nvidia), Τιμ Κουκ (Apple), Τιμ Κουκ, Σουντάρ Πιτσάι (Alphabet), Έλον Μασκ (Tesla Έλον), Τζεφ Μπέζος (Amazon),Σάτια Ναντέλα (Microsoft) και Μαρκ Ζούκερμπεργκ (ΜΕΤΑ) © EPA/RITCHIE B. TONGO / JOE PUGLIESE / APPLE HANDOU / RAJAT GUPTA/MICHAEL REYNOLDS / MICHAEL REYNOLDS/PHILIPP GUELLAND - PowerGame.gr

Jensen Huan (Nvidia), Τιμ Κουκ (Apple), Τιμ Κουκ, Σουντάρ Πιτσάι (Alphabet), Έλον Μασκ (Tesla Έλον), Τζεφ Μπέζος (Amazon),Σάτια Ναντέλα (Microsoft) και Μαρκ Ζούκερμπεργκ (ΜΕΤΑ) © EPA/RITCHIE B. TONGO / JOE PUGLIESE / APPLE HANDOU / RAJAT GUPTA/MICHAEL REYNOLDS / MICHAEL REYNOLDS/PHILIPP GUELLAND – PowerGame.gr

Οι πραγματικές χρηματοδοτικές ροές, πάντως, είναι πιο σύνθετες. Παρά την αυξανόμενη πολιτική κινητοποίηση εργαζομένων και ερευνητών στον χώρο της AI, οι παραδοσιακοί μεγαλοδωρητές εξακολουθούν να χρηματοδοτούν σημαντικό μέρος της μάχης για τον έλεγχο του Κογκρέσου.

Η ανάλυση των στοιχείων της τελευταίας τριμηνίας από το Politico δεν καταγράφει τις OpenAI, Google, Meta και Nvidia μεταξύ των μεγαλύτερων εργοδοτών μεμονωμένων δωρητών προς τις σημαντικότερες επιτροπές που στηρίζουν υποψηφίους για το Κογκρέσο. Εξαίρεση αποτελεί ο συνιδρυτής της Anthropic, Τομ Μπράουν, ο οποίος διέθεσε 250.000 δολάρια στο Senate Leadership Fund, την κύρια πολιτική επιτροπή υποστήριξης Ρεπουμπλικανών υποψηφίων για τη Γερουσία.

Από την πλευρά των Δημοκρατικών, η Senate Majority PAC έλαβε σημαντικές ενισχύσεις από καθιερωμένα ονόματα της Silicon Valley: 5 εκατ. δολάρια από τον συνιδρυτή του LinkedIn Ριντ Χόφμαν, συνολικά 8 εκατ. από τον συνιδρυτή του Facebook Ντάστιν Μόσκοβιτς και τη σύζυγό του Κάρι Τούνα, 4 εκατ. από τον συνιδρυτή της Ripple Κρις Λάρσεν και τη σύζυγό του Λίνα Λαμ, 2 εκατ. από τον επενδυτή Ρον Κόνγουεϊ και 1 εκατ. από τον συνιδρυτή του Netflix Ριντ Χέιστινγκς.

Ορισμένοι από αυτούς έχουν άμεση οικονομική σχέση με τον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης, είτε ως επενδυτές είτε ως υποστηρικτές πρωτοβουλιών για την ασφάλειά της. Η εικόνα αποκαλύπτει ότι η χρηματοδότηση δεν ακολουθεί μία ενιαία κομματική γραμμή, παρά τις γενικευμένες αντιλήψεις των ψηφοφόρων.

Τεχνητή νοημοσύνη, ακρίβεια και πολιτική πίεση στον Τραμπ

Πέρα από την ασφάλεια και τη χρηματοδότηση των εκστρατειών, η τεχνητή νοημοσύνη συνδέεται όλο και περισσότερο με το κόστος ζωής, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους. Η κατασκευή κέντρων δεδομένων, η αυξημένη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια και οι επενδύσεις στις υποδομές της AI προκαλούν ανησυχίες για πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις.

Ο Άλεξ Ζακές, πρώην σύμβουλος του Τζο Μπάιντεν και του γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος σήμερα εργάζεται στον οργανισμό Groundwork Collaborative, υποστηρίζει ότι οι Αμερικανοί αναζητούν οικονομική σταθερότητα και δυσκολεύονται να διαχειριστούν τις συνεχείς αυξήσεις των τιμών. Κατά την εκτίμησή του, η ανάπτυξη των υποδομών της AI επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση.

Η δυσαρέσκεια δεν εξηγείται αποκλειστικά από τα οικονομικά στοιχεία. Παρά το γεγονός ότι η κατανάλωση και τα εισοδήματα εμφανίζονται υψηλότερα σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο, ο επίμονος πληθωρισμός έχει περιορίσει την αίσθηση των νοικοκυριών ότι μπορούν να βελτιώσουν τη θέση τους. Παράλληλα, οι ανησυχίες για την επίδραση της αυτοματοποιημένης AI στην απασχόληση, αλλά και για τη χρήση προσωπικών δεδομένων στον καθορισμό των τιμών, ενισχύουν τη δυσπιστία.

ΕΛΟΝ ΜΑΣΚ ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΡΑΜΠ

Ο Έλον Μασκ και ο Ντόναλντ Τραμπ © EPA/FRANCIS CHUNG / POOL

Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική πίεση προς τον Ντόναλντ Τραμπ αυξάνεται. Δημοσκόπηση της Washington Post και του ABC καταγράφει την αποδοχή του Αμερικανού προέδρου στο 33%, νέο χαμηλό επίπεδο, λίγο περισσότερο από δύο εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Την ίδια στιγμή, το 66% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι χρησιμοποιεί το προεδρικό αξίωμα για να πλουτίσει. Μεταξύ των Ρεπουμπλικανών, το ποσοστό όσων συμμερίζονται αυτήν την άποψη ανέρχεται στο 34%, αυξημένο κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον Σεπτέμβριο.

Τα ευρήματα αυτά δεν αποδεικνύουν ότι η δυσαρέσκεια για την τεχνητή νοημοσύνη καθορίζει από μόνη της τις εκλογικές διαθέσεις. Αναδεικνύουν, ωστόσο, το ευρύτερο περιβάλλον δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική και την οικονομική ισχύ, μέσα στο οποίο οι τεχνολογικοί κολοσσοί καλούνται να υπερασπιστούν τον ρόλο τους.

Για τους Ρεπουμπλικανούς, η πρόκληση είναι να διαχειριστούν την εικόνα στενών δεσμών με επιχειρηματίες της τεχνολογίας, την ώρα που οι ψηφοφόροι εκφράζουν ανησυχίες για τις τιμές και την οικονομική ασφάλεια. Για τους Δημοκρατικούς, η συζήτηση προσφέρει πεδίο παρέμβασης γύρω από την προστασία των καταναλωτών, την εργασιακή ασφάλεια και τη λογοδοσία των εταιρειών.

Η Ευρώπη αναζητεί ισορροπία ανάμεσα στην καινοτομία και την ασφάλεια

Η ευρωπαϊκή διάσταση της συζήτησης είναι ήδη ορατή μέσα από τις πρωτοβουλίες στο Ηνωμένο Βασίλειο για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης και την εμπλοκή οργανώσεων που δραστηριοποιούνται διεθνώς. Η συμβολή της ControlAI σε νομοθετική πρόταση Βρετανών βουλευτών δείχνει ότι η πίεση για ρύθμιση δεν περιορίζεται στην αμερικανική πολιτική σκηνή.

Για την Ευρώπη, το βασικό ζητούμενο είναι η διαμόρφωση κανόνων που θα περιορίζουν τους κινδύνους χωρίς να υπονομεύουν την ανάπτυξη και την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Η προστασία των παιδιών, η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και η διασφάλιση της ευθύνης των εταιρειών αποτελούν κοινές προκλήσεις, ενώ οι διατλαντικές διαφορές ως προς τον ρόλο του κράτους και την εποπτεία της αγοράς μπορούν να επηρεάσουν τη διεθνή συνεργασία.

Η αμερικανική συζήτηση δείχνει, παράλληλα, ότι η θέσπιση κανόνων δεν εξαρτάται μόνο από τις τεχνικές δυνατότητες ή τις προτάσεις των ειδικών. Επηρεάζεται από την εμπιστοσύνη των πολιτών, τις πολιτικές συμμαχίες, τη χρηματοδότηση και τις οικονομικές συνέπειες της τεχνολογίας.

Σε αυτό το νέο μέτωπο πολιτικής αντιπαράθεσης κομβικό ρόλο παίζει όχι μόνο πόσο γρήγορα θα αναπτυχθεί η AI, αλλά ποιοι θα καθορίσουν τους όρους χρήσης της και ποιοι θα λογοδοτούν όταν προκαλεί ζημιά.

Στις ΗΠΑ, η πολιτική κόντρα μεταφέρεται ήδη στην προεκλογική αρένα. Στην Ευρώπη, η πρόκληση είναι να μετατραπούν οι ανησυχίες για την ασφάλεια σε αποτελεσματικούς και εφαρμόσιμους κανόνες, πριν η τεχνολογική εξέλιξη αφήσει τη νομοθεσία ακόμη πιο πίσω.