Ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ: Τα πιθανά σενάρια στην κάλπη, η επόμενη μέρα για Τραμπ και αγορές

Οι ισορροπίες σε Βουλή και Γερουσία στις ΗΠΑ, τα περιθώρια κινήσεων Τραμπ και η προοπτική για Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς προς το 2028

Η αμερικανική γερουσία © EPA/GRAEME SLOAN

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, στις 3 Νοεμβρίου 2026, θα καθορίσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου και τα περιθώρια οικονομικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ. Πέντε πιθανά σενάρια διαμορφώνουν διαφορετικές προοπτικές για τη δημοσιονομική πολιτική, τις θεσμικές ισορροπίες και τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Οι Αμερικανοί προσέρχονται στις κάλπες στις 3 Νοεμβρίου 2026, χωρίς να τίθεται σε άμεση ψηφοφορία η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ. Η αναμέτρηση, ωστόσο, μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την πορεία της οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ, καθώς θα κρίνει αν οι Ρεπουμπλικανοί θα διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου ή αν οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να περιορίσουν τις νομοθετικές πρωτοβουλίες του Λευκού Οίκου.

Τρεις αναλύσεις της JPMorgan, της Saxo Bank και της Morgan Stanley, αναδεικνύουν ως βασικό ενδεχόμενο τη διαμόρφωση διχασμού και πόλωσης ανάμεσα στα δύο νομοθετικά σώματα με τουλάχιστον το ένα να περάσει στον έλεγχο των Δημοκρατικών. Ακόμη και σε μια τέτοια περίπτωση, πάντως, η μεταβολή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών στις ΗΠΑ δεν θα συνεπαγόταν αυτομάτως ανατροπή της υφιστάμενης οικονομικής πολιτικής, σχολιάζουν. Ο πρόεδρος διατηρεί σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες, ενώ η αλλαγή νομοθεσίας προϋποθέτει την υπέρβαση συγκεκριμένων κοινοβουλευτικών και συνταγματικών περιορισμών.

Για τους επενδυτές, το ζητούμενο δεν είναι μόνο ποιο κόμμα θα επικρατήσει, αλλά και πόσο ισχυρή θα είναι η πλειοψηφία του. Από αυτήν θα εξαρτηθούν οι δυνατότητες για φορολογικές παρεμβάσεις, νέες δαπάνες, εγκρίσεις διορισμών και συμφωνίες για τη χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

ΗΠΑ: Γιατί η μάχη για το Κογκρέσο παραμένει ανοιχτή

Στις εκλογές ανανεώνονται και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ περίπου το ένα τρίτο των 100 εδρών της Γερουσίας τίθεται σε διεκδίκηση. Το νέο Κογκρέσο αναλαμβάνει καθήκοντα τον Ιανουάριο του 2027, συνεπώς οι συνέπειες της κάλπης για τη νομοθετική διαδικασία θα γίνουν αισθητές μετά την ολοκλήρωση της εκλογικής διαδικασίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης της JPMorgan, από τις 35 έδρες της Γερουσίας που διεκδικούνται, συμπεριλαμβανομένων ειδικών εκλογών στη Φλόριντα και στο Οχάιο, οι 22 ανήκουν σήμερα στους Ρεπουμπλικανούς. Για να αποκτήσουν τον έλεγχο του σώματος, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών. Οι περισσότερες πολιτείες θεωρούνται σχετικά ασφαλείς για το ένα ή το άλλο κόμμα, γεγονός που μεταφέρει το βάρος σε περιορισμένο αριθμό ανταγωνιστικών αναμετρήσεων.

Μεταξύ των πολιτειών που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τους Δημοκρατικούς περιλαμβάνονται η Βόρεια Καρολίνα, το Μέιν και το Οχάιο, ενώ στο πεδίο των πιθανών στόχων συγκαταλέγονται επίσης η Αλάσκα, το Τέξας, το Κάνσας και η Αϊόβα. Παράλληλα, το κόμμα θα πρέπει να διατηρήσει τις θέσεις του σε πολιτείες όπως η Τζόρτζια, το Μίσιγκαν, η Μινεσότα και το Νιου Χάμσαϊρ.

Η εικόνα στη Βουλή των Αντιπροσώπων είναι διαφορετική, καθώς όλες οι έδρες τίθενται σε εκλογική αναμέτρηση και η σημερινή πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών είναι οριακή. Η αναδιάρθρωση των εκλογικών περιφερειών μετά τις εκλογές του 2024 μπορεί να προσφέρει πλεονεκτήματα στους Ρεπουμπλικανούς, αλλά η πολιτική συγκυρία λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Η υποχώρηση της δημοτικότητας του Τραμπ στις ΗΠΑ, το αυξημένο κόστος διαβίωσης και οι ανησυχίες για την υγειονομική περίθαλψη επιβαρύνουν την εικόνα της κυβέρνησης. Η αύξηση των τιμών των καυσίμων, οι δαπάνες για στέγαση και καταναλωτική πίστη, καθώς και η αντιπαράθεση γύρω από τη μεταναστευτική πολιτική, μπορούν να επηρεάσουν την ψήφο σε κρίσιμες περιφέρειες.

Η επιτάχυνση του πληθωρισμού στο 3,7% τον Σεπτέμβριο, από 3,4% τον Αύγουστο, εντείνει τις πιέσεις στην κυβέρνηση, με τη μέση τιμή της βενζίνης στα 4,33 δολ. ανά γαλόνι, αυξημένες 9,1%.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters/Ipsos, οι Δημοκρατικοί προηγούνται στην πρόθεση ψήφου για τη Βουλή με 43%, έναντι 35% των Ρεπουμπλικανών. Ωστόσο, το προβάδισμα δεν προδικάζει το αποτέλεσμα, καθώς η κατανομή των ανταγωνιστικών περιφερειών, η χρηματοδότηση των εκστρατειών και η συμμετοχή των ψηφοφόρων μπορούν να ανατρέψουν τις ισορροπίες.

Ο Τραμπ έχει αναγάγει τη μάχη σε προσωπικο στοίχημα. «Δεν είμαι στο ψηφοδέλτιο, αλλά είμαι στο ψηφοδέλτιο. Προσποιηθείτε ότι είμαι υποψήφιος», διαμηνύει στις προεκλογικές συγκεντρώσεις.

Η ιστορική εμπειρία προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα πίεσης: στις 20 από τις 23 προηγούμενες ενδιάμεσες εκλογές, το κόμμα του εκάστοτε προέδρου έχασε έδρες στη Βουλή, με τη μέση απώλεια να ανέρχεται σε 27. Για τους Ρεπουμπλικανούς, επομένως, ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη μετατόπιση της εκλογικής συμπεριφοράς μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.

Αμερικανικό Κογκρέσο © Pixabay

Αμερικανικό Κογκρέσο © Pixabay

Οι αναλυτές των δύο επενδυτικών τραπεζών JPMorgan και της Saxo Bank εξετάζουν πέντε πιθανές εκβάσεις του εκλογικού αποτελέσματος στις ΗΠΑ:

1. Οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων

Η διατήρηση της πλειοψηφίας τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία θα προσέφερε στον Λευκό Οίκο το ευνοϊκότερο περιβάλλον για την προώθηση της νομοθετικής του ατζέντας. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να επιχειρήσει νέες φορολογικές παρεμβάσεις και να προωθήσει μέτρα για τις δημόσιες δαπάνες, την άμυνα, τη στέγαση και την υγεία.

Ωστόσο, η κομματική πλειοψηφία δεν εγγυάται ότι όλες οι προτάσεις του προέδρου θα εξασφαλίσουν επαρκή στήριξη. Οι δημοσιονομικά συντηρητικοί Ρεπουμπλικανοί ενδέχεται να αντιδράσουν σε μέτρα που επιβαρύνουν σημαντικά το έλλειμμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόταση για επιταγές 5.000 δολαρίων σε κάθε ενήλικο Αμερικανό, με εκτιμώμενο κόστος 1,20 έως 1,35 τρισ. δολάρια, η οποία θα απαιτούσε σημαντικούς δημοσιονομικούς πόρους.

Για τις αγορές, η διατήρηση του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς θα μπορούσε να ενισχύσει τις προσδοκίες για πρόσθετες δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Εφόσον αυτές συνοδεύονταν από μεγαλύτερο δανεισμό ή αύξηση των πληθωριστικών προσδοκιών, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων θα μπορούσαν να κινηθούν ανοδικά. Η επίδραση στο δολάριο και στις μετοχές θα εξαρτιόταν, μεταξύ άλλων, από τον τρόπο με τον οποίο οι επενδυτές θα αξιολογούσαν τις προοπτικές ανάπτυξης και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα.

2. Οι Δημοκρατικοί κερδίζουν τη Βουλή, αλλά οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν τη Γερουσία

Η απώλεια της Βουλής θα περιόριζε αισθητά τις δυνατότητες του Τραμπ να προωθήσει νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες. Οι Δημοκρατικοί θα αποκτούσαν τον έλεγχο των κοινοβουλευτικών επιτροπών και τη δυνατότητα να εντείνουν τον έλεγχο της κυβέρνησης μέσω ακροάσεων και ερευνών.

Η σημαντικότερη οικονομική συνέπεια θα αφορούσε τη δημοσιονομική συμφιλίωση, μια διαδικασία που επιτρέπει την έγκριση ορισμένων μέτρων φορολογίας και δαπανών στη Γερουσία με απλή πλειοψηφία. Παρότι οι Ρεπουμπλικανοί θα εξακολουθούσαν να ελέγχουν τη Γερουσία, δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικασία για να περάσουν ένα κομματικό πακέτο χωρίς την έγκριση της Βουλής.

Η χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και το όριο του δημόσιου χρέους θα αποτελούσαν, συνεπώς, πεδία αυξημένης πολιτικής έντασης. Σύμφωνα με την ανάλυση της JPMorgan, το όριο δανεισμού αναμένεται να προσεγγιστεί έως τα μέσα του 2027, αν και τα έκτακτα μέτρα του υπουργείου Οικονομικών θα μπορούσαν να παρατείνουν το διαθέσιμο περιθώριο κατά έξι έως εννέα μήνες.

Οι διαφωνίες για τις κρατικές δαπάνες θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο καθυστερήσεων στον προϋπολογισμό ή ακόμη και αναστολής λειτουργίας ομοσπονδιακών υπηρεσιών. Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα προκαλούσε αναγκαστικά διαρκή αναταραχή στις αγορές, αλλά θα μπορούσε να ενισχύσει τη βραχυπρόθεσμη αβεβαιότητα.

3. Οι Δημοκρατικοί αποκτούν οριακή πλειοψηφία στη Βουλή

Μια νίκη των Δημοκρατικών με διαφορά μόλις λίγων εδρών θα δημιουργούσε ένα ιδιαίτερα εύθραυστο κοινοβουλευτικό περιβάλλον. Απουσίες, παραιτήσεις ή διαφοροποιήσεις βουλευτών θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκβαση σημαντικών ψηφοφοριών, αναγκάζοντας την ηγεσία του κόμματος να διαχειρίζεται διαρκώς τις εσωτερικές ισορροπίες.

Για την κυβέρνηση Τραμπ, η συνέπεια θα ήταν αντίστοιχη με εκείνη ενός ευρύτερου δημοκρατικού ελέγχου της Βουλής ως προς τη δυνατότητα προώθησης αμιγώς ρεπουμπλικανικών δημοσιονομικών πακέτων. Η διαφορά θα βρισκόταν κυρίως στην αυξημένη αβεβαιότητα γύρω από τις διαπραγματεύσεις και την ικανότητα της Βουλής να διαμορφώνει σταθερή γραμμή.

Οι αγορές θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο αποτέλεσμα ως ένδειξη παρατεταμένων πολιτικών διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, η επίδραση στις αποδόσεις των ομολόγων, στο δολάριο και στις μετοχές θα εξαρτιόταν από τις συγκεκριμένες αποφάσεις που θα ακολουθούσαν και όχι αποκλειστικά από το μέγεθος της πλειοψηφίας.

Σόου έξω από το συνεδριακό κέντρο στο Ντάλας © EPA/JIM LO SCALZO

4. Οι Δημοκρατικοί κερδίζουν Βουλή και Γερουσία

Η επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη αλλαγή στους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς. Δεν θα ισοδυναμούσε, όμως, με πλήρη έλεγχο της οικονομικής πολιτικής, καθώς ο Τραμπ θα παρέμενε πρόεδρος και θα διατηρούσε το δικαίωμα αρνησικυρίας.

Η ανατροπή ενός προεδρικού βέτο απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία. Παράλληλα, πολλές νομοθετικές πρωτοβουλίες στη Γερουσία χρειάζονται 60 ψήφους για να τερματιστεί η διαδικαστική παρεμπόδιση, γεγονός που θα περιόριζε τις δυνατότητες των Δημοκρατικών να προωθήσουν εκτεταμένες αλλαγές χωρίς διακομματική συμφωνία.

Ο έλεγχος της Γερουσίας θα είχε ιδιαίτερη σημασία για τους προεδρικούς διορισμούς, καθώς θα επέτρεπε στους Δημοκρατικούς να επηρεάσουν την επιλογή δικαστών, ρυθμιστικών αξιωματούχων και άλλων ανώτερων στελεχών της κυβέρνησης. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει και τον θεσμικό διάλογο γύρω από την ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed).

Η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να αποτελέσει πεδίο διαπραγμάτευσης, αν και παραμένουν σημαντικές διαφωνίες σχετικά με την έκταση των ρυθμίσεων. Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν επίσης να επιδιώξουν παρεμβάσεις στην υγεία και στις κοινωνικές παροχές, χωρίς να είναι δεδομένη η εξασφάλιση των απαιτούμενων ψήφων.

5. Οι Δημοκρατικοί κερδίζουν τη Βουλή και η Γερουσία ισοφαρίζει σε 50-50

Σε περίπτωση ισοπαλίας στη Γερουσία, οι Ρεπουμπλικανοί θα διατηρούσαν πρακτικά τον έλεγχο των ψηφοφοριών που μπορούν να κριθούν με την ψήφο του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς. Η ισορροπία, ωστόσο, θα ήταν ιδιαίτερα εύθραυστη, καθώς μια απουσία ή διαφοροποίηση γερουσιαστή θα μπορούσε να ανατρέψει τον συσχετισμό.

Η Δημοκρατική Βουλή θα εξακολουθούσε να περιορίζει τις δυνατότητες των Ρεπουμπλικανών να προωθούν μονομερώς φορολογικά και δημοσιονομικά μέτρα. Ταυτόχρονα, η ανάγκη διατήρησης της συνοχής στη Γερουσία θα καθιστούσε τις διαπραγματεύσεις για διορισμούς και κρίσιμες ψηφοφορίες περισσότερο ευάλωτες σε μεμονωμένες πολιτικές αποφάσεις.

Για τις αγορές, το σενάριο θα παρέπεμπε σε διχασμένη διακυβέρνηση, με πρόσθετη αβεβαιότητα γύρω από τις δυνατότητες επίτευξης συμφωνιών.

Βουλή των Αντιπροσώπων ©EPA

Βουλή των Αντιπροσώπων ©EPA

ΗΠΑ: Το δημόσιο χρέος και η επόμενη μέρα για τις αγορές

Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, δύο ζητήματα θα εξακολουθήσουν να απασχολούν την Ουάσιγκτον: η χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και το ανώτατο όριο του δημόσιου χρέους. Η αδυναμία συμφωνίας για τις κρατικές δαπάνες μπορεί να οδηγήσει σε αναστολή λειτουργίας υπηρεσιών, ενώ μια παρατεταμένη αντιπαράθεση για το όριο δανεισμού θα μπορούσε να προκαλέσει ανησυχίες για την ομαλή εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων του αμερικανικού Δημοσίου.

Οι πολιτικές αυτές εξελίξεις έχουν σημασία για τους επενδυτές, επειδή μπορούν να επηρεάσουν τις αποδόσεις των ομολόγων, τη ζήτηση για το δολάριο και τη βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα. σύμφωνα με τη Morgan Stanley. Η κατεύθυνση, ωστόσο, δεν είναι προκαθορισμένη: μια περιοριστική δημοσιονομική προοπτική μπορεί να μειώσει τις προσδοκίες για νέο δανεισμό, ενώ η αβεβαιότητα γύρω από τη χρηματοδότηση του κράτους μπορεί να αυξήσει το αντιλαμβανόμενο ρίσκο.

Η JPMorgan επισημαίνει επίσης ότι ένα περιβάλλον πολιτικού αδιεξόδου ενδέχεται να ωθήσει τον Τραμπ σε μεγαλύτερη αξιοποίηση των εκτελεστικών εξουσιών και σε εντονότερη ενασχόληση με την εξωτερική και εμπορική πολιτική. Οι κινήσεις αυτές θα μπορούσαν να διατηρήσουν την αβεβαιότητα σε ζητήματα όπως οι εμπορικές σχέσεις με τον Καναδά, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος των καυσίμων και η αγοραστική δύναμη αποτελούν σημαντικές ανησυχίες για τους ψηφοφόρους.

«Οι ενδιάμεσες εκλογές είναι απίθανο να αλλάξουν τον βασικό πυρήνα της ατζέντας πολιτικής που καθοδηγείται από την εκτελεστική εξουσία», επισημαίνει η Αριάνα Σαλβατόρε, επικεφαλής έρευνας για τη δημόσια πολιτική στις ΗΠΑ στη Morgan Stanley.

Για επενδυτές και επιχειρήσεις, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι δημοσιονομικές εξελίξεις, η πορεία της απορρύθμισης και οι όροι υπό τους οποίους θα συνεχιστούν οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και στα κέντρα δεδομένων.

Morgan Stanley: Γιατί η αλλαγή του Κογκρέσου δεν σημαίνει ανατροπή πολιτικής στις ΗΠΑ

Ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων ή και των δύο νομοθετικών σωμάτων, η προώθηση μεγάλων νομοθετικών πακέτων με κομματικό χαρακτήρα θα παραμείνει δύσκολη. Σε συνθήκες διχασμένης εξουσίας, οι διαφωνίες μεταξύ Κογκρέσου και Λευκού Οίκου περιορίζουν τις δυνατότητες συνεννόησης.

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η διαδικασία της δημοσιονομικής συμφιλίωσης (budget reconciliation), μέσω της οποίας μπορούν να εγκρίνονται συγκεκριμένα φορολογικά και δημοσιονομικά μέτρα στη Γερουσία με απλή πλειοψηφία. Εάν αλλάξουν οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί, η αξιοποίησή της για την προώθηση μονοκομματικών πρωτοβουλιών θα γίνει δυσκολότερη. Παράλληλα, ο πρόεδρος διατηρεί το δικαίωμα αρνησικυρίας, ακόμη και όταν οι Δημοκρατικοί ελέγχουν και τα δύο σώματα.

Αντίθετα, οι βασικές κατευθύνσεις της κυβέρνησης Τραμπ σε θέματα απορρύθμισης, δασμών, εμπορίου, μετανάστευσης και γεωπολιτικής εφαρμόζονται σε μεγάλο βαθμό μέσω της εκτελεστικής εξουσίας και των ομοσπονδιακών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, μια αλλαγή στο Κογκρέσο δεν θα οδηγούσε αυτομάτως σε ανατροπή τους.

Η σημαντικότερη μεταβολή θα μπορούσε να αφορά την εντατικοποίηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου της κυβέρνησης και τον αυξημένο ρόλο των αρμόδιων υπηρεσιών στη διαμόρφωση της πολιτικής.

Δημοσιονομική πολιτική και αγορές: Περιορισμένα περιθώρια αλλαγών

Η δημοσιονομική πολιτική είναι περισσότερο εκτεθειμένη στο εκλογικό αποτέλεσμα, ωστόσο η Morgan Stanley δεν αναμένει συνολική αλλαγή κατεύθυνσης. Κανένα από τα δύο κόμματα δεν έχει ισχυρό κίνητρο να προχωρήσει σε εκτεταμένες περικοπές δαπανών ή αυξήσεις φόρων, κινήσεις που θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό πολιτικό κόστος.

Χωρίς τη δυνατότητα αξιοποίησης της δημοσιονομικής συμφιλίωσης, η έγκριση μεγάλων πακέτων δημοσιονομικής στήριξης θα είναι δυσκολότερη. Αντίθετα, οι διαπραγματεύσεις για τη χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, το ανώτατο όριο του δημόσιου χρέους και τις αμυντικές δαπάνες ενδέχεται να γίνουν πιο περίπλοκες σε περίπτωση διχασμένου Κογκρέσου.

Καθώς το αμερικανικό δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει για πρώτη φορά τα 40 τρισ. δολάρια τον Αύγουστο, η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τη δημοσιονομική διαχείριση μπορεί να ενταθεί. Η Morgan Stanley εκτιμά, ωστόσο, ότι είναι πιθανότερη η αύξηση της αβεβαιότητας και των πολιτικών αντιπαραθέσεων παρά μια ουσιαστική αλλαγή της δημοσιονομικής κατεύθυνσης.

Για τις αγορές, οι δασμοί, η φορολογική πολιτική και η απορρύθμιση θα εξακολουθήσουν να αποτελούν βασικούς παράγοντες, ακόμη και αν αλλάξει ο έλεγχος του Κογκρέσου. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Morgan Stanley Research, τα επεισόδια αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας από τον Ιανουάριο του 2025 συνδέονταν κυρίως με αποφάσεις της εκτελεστικής και όχι της νομοθετικής εξουσίας.

Ιστορικά στοιχεία που παραθέτει το Global Investment Office της Morgan Stanley Wealth Management δείχνουν ότι, όταν ένας Ρεπουμπλικανός πρόεδρος βρέθηκε αντιμέτωπος με διχασμένο Κογκρέσο, η μέση απόδοση του S&P 500 κατά το έτος μετά τις ενδιάμεσες εκλογές διαμορφώθηκε στο 23%. Όταν ο πρόεδρος ήταν Ρεπουμπλικανός και το Κογκρέσο ελεγχόταν από τους Δημοκρατικούς, η αντίστοιχη μέση απόδοση ήταν 15%. Τα ιστορικά δεδομένα, ωστόσο, δεν αποτελούν ασφαλή πρόβλεψη για τη μελλοντική πορεία των αγορών.

ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

Τεχνητή Νοημοσύνη ©Unsplash

Τεχνητή νοημοσύνη: Οι ΗΠΑ στρέφονται σε αυστηρότερους τοπικούς όρους

Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και των κέντρων δεδομένων αποτελεί πεδίο στο οποίο οι σημαντικότερες αλλαγές ενδέχεται να προέλθουν από τις πολιτειακές και τοπικές αρχές, αντί από το ομοσπονδιακό Κογκρέσο.

Η συζήτηση επικεντρώνεται στις πιθανές αναστολές νέων έργων, στο ενεργειακό κόστος και στις επιπτώσεις των εγκαταστάσεων στις τοπικές κοινωνίες. Εκτελεστικές αποφάσεις, κανονιστικά πλαίσια και έλεγχοι από κυβερνήτες σε πολιτείες όπως η Νέα Υόρκη, η Βιρτζίνια και το Τέξας δείχνουν ότι η ανάπτυξη των υποδομών συνοδεύεται ήδη από αυξημένες απαιτήσεις, ανεξάρτητα από την πολιτική ταυτότητα κάθε πολιτείας.

Η Morgan Stanley εκτιμά ότι οι εκλογές μπορεί να έχουν ουσιαστικές συνέπειες σε τοπικό επίπεδο, ενισχύοντας το ενδεχόμενο μιας ανάπτυξης υπό όρους. Αυτό σημαίνει ότι οι συνολικές επενδύσεις ενδέχεται να διατηρηθούν, αλλά η υλοποίησή τους θα εξαρτάται περισσότερο από τη διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες και την αντιμετώπιση περιβαλλοντικών, ενεργειακών και άλλων επιπτώσεων.

Ένας πιθανός συμβιβασμός θα μπορούσε να προβλέπει ότι οι εταιρείες αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος του ενεργειακού κόστους, συμβάλλουν στη χρηματοδότηση νέων υποδομών ή αποδέχονται διαφορετικούς φορολογικούς και τιμολογιακούς όρους. Τέτοιες συμφωνίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν όχι μόνο τις εταιρείες τεχνολογίας, αλλά και τους κλάδους της ενέργειας, των υποδομών και των μεταφορών.

Παρά τους περιορισμούς, η επενδυτική δυναμική παραμένει ισχυρή. Η Morgan Stanley Research προβλέπει ότι οι επενδύσεις κεφαλαίου των μεγάλων παρόχων υποδομών υπολογιστικού νέφους και τεχνητής νοημοσύνης (hyperscalers) θα ανέλθουν σε 1,5 τρισ. δολάρια το 2027. Την ίδια στιγμή, εκτιμά ότι οι αμερικανικές εγκαταστάσεις δεδομένων θα αντιμετωπίσουν έλλειμμα ηλεκτρικής ισχύος άνω του 30% έως το 2028.

Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, η νομοθέτηση για την τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να προχωρήσει με βραδύτερους ρυθμούς, ενώ ένα γενικευμένο πάγωμα της ανάπτυξης θεωρείται απίθανο. Η στρατηγική ανταγωνισμού με την Κίνα και οι ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια λειτουργούν ως επιχειρήματα υπέρ της συνέχισης των επενδύσεων.

ΗΠΑ: Το μήνυμα προς επενδυτές και επιχειρήσεις

Η Morgan Stanley προειδοποιεί ότι ο διχασμένος έλεγχος του Κογκρέσου δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως θετικός για τις αγορές. Ο Τζιμ Κάρον, επικεφαλής επενδύσεων του Portfolio Solutions Group της Morgan Stanley Investment Management, επισημαίνει ότι η πρόσφατη διεύρυνση της ανόδου των μετοχών στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη δημοσιονομική πολιτική, τη φορολογία και την απορρύθμιση. Ενδεχόμενη αντιστροφή αυτών των παραγόντων θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες.

Αντίστοιχα, η Μόνικα Γκουέρα, επικεφαλής πολιτικής και γεωπολιτικής στρατηγικής του Wealth Investment Office, υπογραμμίζει τη σημασία της ψυχραιμίας απέναντι στις πολιτικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες δεν οδηγούν πάντοτε σε αστάθεια των αγορών. Για τους επενδυτές, προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων ανά εταιρεία και κλάδο, αντί για βεβιασμένες κινήσεις με βάση τους πολιτικούς τίτλους της επικαιρότητας.

Για τις επιχειρήσεις, ο Τζος Γουίλσουσεν, επικεφαλής κυβερνητικών σχέσεων, σημειώνει ότι η περιορισμένη νομοθετική δραστηριότητα δεν σημαίνει παύση της πολιτικής δράσης. Οι εταιρείες θα πρέπει να προετοιμαστούν για εντονότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο, συνεχιζόμενες παρεμβάσεις των ομοσπονδιακών υπηρεσιών και αυξανόμενη επιρροή των πολιτειακών και τοπικών αρχών, ιδίως στα έργα τεχνητής νοημοσύνης.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι ενδιάμεσες εκλογές θα επηρεάσουν κυρίως τον τρόπο άσκησης της πολιτικής και τους όρους υλοποίησης των επενδύσεων, χωρίς να προδικάζουν από μόνες τους την κατεύθυνση των αγορών. Η δημοσιονομική διαχείριση, το ρυθμιστικό περιβάλλον και η ενεργειακή επάρκεια των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης θα παραμείνουν κρίσιμα πεδία για επενδυτές και επιχειρήσεις.

Τραμπ Λευκός Οίκος

Ο Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκος © EPA/Samuel Corum

ΗΠΑ: Από την κάλπη του 2026 στις προεδρικές εκλογές του 2028

Η εκλογική αναμέτρηση θα αποτελέσει επίσης ένδειξη για την πορεία των δύο κομμάτων ενόψει του 2028. Στους Δημοκρατικούς, η ενίσχυση προοδευτικών υποψηφίων, όπως ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ στο Μίσιγκαν, θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τη συζήτηση για την ιδεολογική κατεύθυνση του κόμματος.

Ενδεχόμενες νίκες προοδευτικών Δημοκρατικών υποψηφίων θα ενισχύσουν τις φωνές υπέρ μιας πιο αριστερής κατεύθυνσης, με την Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ να συγκαταλέγεται στα πιθανά πρόσωπα της επόμενης προεδρικής κούρσας. Για τους Ρεπουμπλικανούς, το ζητούμενο θα είναι εάν η ταύτιση, η στενή σύνδεση, με τον Ντόναλντ Τραμπ, παραμένει εκλογικό πλεονέκτημα ή εάν απαιτείται μεγαλύτερη πολιτική αυτονομία.

Για τους επενδυτές, ωστόσο, το αποτέλεσμα δεν αποτελεί από μόνο του αξιόπιστο δείκτη για την πορεία των αγορών. Η οικονομική ανάπτυξη, ο πληθωρισμός, τα εταιρικά κέρδη, οι αποτιμήσεις και η πολιτική της Fed θα εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Η ιστορική εμπειρία των ενδιάμεσων εκλογών δεν προσφέρει έναν σταθερό κανόνα που να συνδέει την επικράτηση ενός κόμματος με συγκεκριμένες αποδόσεις των μετοχών.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι, επομένως, πώς θα μεταβληθούν οι προσδοκίες για τη δημοσιονομική πολιτική και ποια νομοθετικά περιθώρια θα παραμείνουν ανοιχτά μετά την κάλπη. Η διατήρηση του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς θα προσέφερε στον Τραμπ μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων, ενώ η επικράτηση των Δημοκρατικών θα ενίσχυε τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και θα περιόριζε τις δυνατότητες μονομερών παρεμβάσεων.

Σε κάθε περίπτωση, οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ θα διαμορφώσουν το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν η δημοσιονομική πολιτική και οι αγορές κατά τα τελευταία δύο χρόνια της προεδρίας Τραμπ. Η έκταση των πλειοψηφιών, η δυνατότητα επίτευξης συμβιβασμών και η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για το δημόσιο χρέος θα έχουν μεγαλύτερη σημασία από μια απλουστευτική πρόβλεψη για το ποιο κόμμα θα κερδίσει περισσότερες έδρες.