Οι 13 εκλογές που ανοίγουν νέο κύκλο αβεβαιότητας στην Ευρώπη

Σε εκλογές οδηγούνται 4 από τις 5 μεγαλύτερες χώρες της ΕΕ . Το «θεσμικό φλερτ» της κεντροδεξιάς με την ακροδεξιά απειλεί τις ισορροπίες

Εκλογές © EPA/LUKAS BARTH-TUTTAS

Οι εκλογές σαρώνουν την Ευρώπη το επόμενο 12μηνο. Ένας πυκνός εκλογικός κύκλος, με 13 αναμετρήσεις σε ευρωπαϊκές χώρες, μπορεί να αναδιαμορφώσει τις πολιτικές ισορροπίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η πολυκρίση ταρακουνά τον πλανήτη και η οργή των πολιτών αποτελεί πλέον καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων -και όχι απλά μια μεταβλητή-  σε συνθήκες αστάθειας και αβεβαιότητας.

Η ενίσχυση της ακροδεξιάς, η μετατόπιση της κεντροδεξιάς προς πιο σκληρές θέσεις και η αυξανόμενη συνεργασία με την ακροδεξιά και η αβεβαιότητα για τη Γαλλία, απειλούν να επηρεάσουν τη συνοχή της Ένωσης και τη στήριξη προς την Ουκρανία, σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times.

Ταυτόχρονα, το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι οι αυξημένες δημοσιονομικές δαπάνες και οι εκλογικές πιέσεις ενδέχεται να οδηγήσουν τις κεντρικές τράπεζες σε ανοχή υψηλότερου πληθωρισμού και δημόσιου δανεισμού.

Η γαλλική Εθνοσυνέλευση ξεκίνησε τη συζήτηση για τον προτεινόμενο κρατικό προϋπολογισμό λιτότητας με περικοπές 43 δισ. ευρώ της κυβέρνησης, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών διεθνώς. Στην έκθεσή του για τις Παγκόσμιες Οικονομικές Προοπτικές, που δημοσιεύθηκε την Τρίτη, το ΔΝΤ ζήτησε «άμεση δράση» για τη δημοσιονομική εξυγίανση, εν μέσω αυξανόμενου δημόσιου χρέους και επίμονων πληθωριστικών πιέσεων.

ΕΚΛΟΓΕΣ

Εκλογές στην Ευρώπη το επόμενο 12μηνο ©FT

Οι 13 εκλογές στην Ευρώπη και η έντονη πολιτική κινητικότητα

Υπό αυτό το πρίσμα αναταραχής, η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο έντονης πολιτικής κινητικότητας, καθώς μέσα σε μόλις 12 μήνες τέσσερις από τις πέντε μεγαλύτερες χώρες της ΕΕ, βάσει πληθυσμού, καθώς και τέσσερα μικρότερα κράτη-μέλη, οδηγούνται στις κάλπες. Οι εκλογές αυτές δεν θα κρίνουν μόνο τις εθνικές κυβερνήσεις, αλλά ενδέχεται να μεταβάλουν τις ισορροπίες στις Βρυξέλλες, σε μια συγκυρία κατά την οποία τα ακροδεξιά και εθνικιστικά κόμματα ενισχύονται και οι παραδοσιακές πολιτικές συμμαχίες δοκιμάζονται.

Η διαδικασία ξεκινά από την Ισπανία, όπου ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ προκήρυξε πρόωρες βουλευτικές εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου. Καλώντας τους Ισπανούς να επιλέξουν εάν θα διατηρήσουν τη κεντροαριστέρη κυβέρνησή του ή θα «ενταχθούν στο κύμα της ακροδεξιάς», έθεσε το διακύβευμα μιας αναμέτρησης που μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής έπειτα από οκτώ χρόνια σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα (PP) και ο δυνητικός κυβερνητικός του εταίρος, το ακροδεξιό Vox, συγκεντρώνουν από κοινού σαφή πλειοψηφία. Το PP δεν έχει αποκλείσει τη συνεργασία με το Vox, ακόμη και στο πλαίσιο κυβερνητικού συνασπισμού, ενώ τα δύο κόμματα συνεργάζονται ήδη σε αρκετές περιφερειακές διοικήσεις.

ΙΣΠΑΝΙΑ ΠΕΔΡΟ ΣΑΝΤΣΕΘ

Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ © EPA/ANDRE COELHO

Η ισπανική αναμέτρηση αποτελεί την αφετηρία ενός εκλογικού υπερκύκλου χωρίς προηγούμενο εδώ και μία γενιά. Στη διάρκειά του θα διεξαχθούν επίσης προεδρικές και βουλευτικές εκλογές στη Γαλλία, βουλευτικές εκλογές στην Πολωνία και αναμετρήσεις στην Εσθονία, τη Φινλανδία, την Ελλάδα και τη Σλοβακία.

Η Ιταλία θα μπορούσε να κλείσει αυτόν τον κύκλο, με εκλογές που πρέπει να πραγματοποιηθούν έως τον Δεκέμβριο του επόμενου έτους, αν και ενδέχεται να διεξαχθούν νωρίτερα. Στη Βουλγαρία, οι πολίτες ψηφίζουν για την ανάδειξη προέδρου στις 25 Οκτωβρίου, αλλά ο θεσμός διαθέτει περιορισμένες εξουσίες.

Στον ίδιο πολιτικό κύκλο θα μπορούσε να ενταχθεί και η Γερμανία, παρότι δεν προβλέπονται εθνικές εκλογές φέτος. Οι τρεις περιφερειακές αναμετρήσεις του Απριλίου ενδέχεται να αποδειχθούν κρίσιμες για τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, μετά τη βαριά ήττα των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) στις πρόσφατες εκλογές στην ανατολική Γερμανία από την ακροδεξιά AfD αλλά και στο Βερολίνο από την Αριστερά, το Die Linke που δείχνει ότι τα πράγματα δεν πάνε μόνο προς τα δεξιά.

Το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι, καθώς αυξάνονται οι δημοσιονομικές δαπάνες και εντείνονται οι εκλογικές πιέσεις σε πολλές χώρες, οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να δεχθούν νέες πιέσεις ώστε να διευκολύνουν τον αυξημένο δημόσιο δανεισμό ή να ανεχθούν πληθωρισμό υψηλότερο από τον στόχο τους.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιπλέξει περαιτέρω την προσπάθεια σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών.

γαλλια μαριν λεπεν

Μαρίν Λεπέν © EPA/FIRAS ABDULLAH

Εκλογές με κοινό παρονομαστή τη μετατόπιση προς τα δεξιά

Η ταυτόχρονη διεξαγωγή τόσων εκλογικώναναμετρήσεων δεν είναι η μοναδική ιδιαιτερότητα. Ο Μαρκ Λέοναρντ, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR), επισημαίνει στους FT ότι οι εκλογές συμπίπτουν χρονικά, αλλά και ότι σε πολλές χώρες καταγράφονται εξαιρετικά παρόμοιες πολιτικές δυναμικές.

Η σημαντικότερη είναι η ευρύτερη μετατόπιση του εκλογικού σώματος προς τα δεξιά και η αυξανόμενη προθυμία των κεντροδεξιών κομμάτων να μοιραστούν την εξουσία με ακροδεξιούς εταίρους. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί την υποχώρηση των λεγόμενων «αναχωμάτων», δηλαδή των πολιτικών αποκλεισμού της ακροδεξιάς από κυβερνητικές συνεργασίες.

Παράλληλα, τα ίδια τα ακροδεξιά κόμματα γίνονται σε αρκετές περιπτώσεις πιο ακραία, είτε μέσω της εμφάνισης νέων σχηματισμών είτε επειδή οι ήδη εδραιωμένες δυνάμεις αρνούνται να μετριάσουν τη ρητορική τους όσο πλησιάζουν στην εξουσία.

Στην Ιταλία, η Τζόρτζια Μελόνι, η οποία κυβερνά με εθνικιστικό-λαϊκιστικό υπόβαθρο αλλά ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό παραδοσιακή συντηρητική πολιτική, βρίσκεται σε θέση να διεκδικήσει δεύτερη θητεία. Ωστόσο, ενδέχεται να χρειαστεί να εντάξει στον κυβερνητικό συνασπισμό το νέο ακροδεξιό κόμμα Futuro Nazionale, του φιλορώσου πρώην στρατηγού Ρομπέρτο Βανάτσι.

Στη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν, επικεφαλής του ακροδεξιού Εθνικού Συναγερμού (RN), εμφανίζεται ως βασική διεκδικήτρια της προεδρίας, την ώρα που οι αντίπαλοί της από τον χώρο του πολιτικού κέντρου παραμένουν διχασμένοι και δυσκολεύονται να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων, ενώ ο ηγέτης της ριζοσπαστικής αριστεράς Ζαν-Λικ Μελανσόν με την Ανυπότακτη Γαλλία διεκδικεί τη δεύτερη θέση και συμμετοχή στον β΄γύρο των προεδρικών εκλογών.

Στην Πολωνία, το εθνικιστικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS), που κυβέρνησε από το 2015 έως το 2023, διασπάστηκε το καλοκαίρι και χάνει υποστήριξη προς δύο πιο ριζοσπαστικούς σχηματισμούς: την Konfederacja και τη Συνομοσπονδία του Πολωνικού Στέμματος (KKP), υπό τον Γκζέγκος Μπράουν, η οποία χαρακτηρίζεται ξενοφοβική και αντισημιτική. Παρ’ όλα αυτά, τέσσερα δεξιά κόμματα συγκεντρώνουν συνολικά περίπου το 47% της πρόθεσης ψήφου, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση, και θα μπορούσαν να επικρατήσουν.

Η Ναταλί Τοτσί, καθηγήτρια στη σχολή SAIS Europe του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς στην Μπολόνια, προειδοποιεί ότι εάν η εθνικιστική δεξιά βρεθεί ταυτόχρονα στην εξουσία στην Ισπανία, τη Γαλλία, την Πολωνία και την Ιταλία, δεν θα ήταν υπερβολή να μιλήσει κανείς για το τέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.

Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι παρευρίσκεται στην αίθουσα της Γερουσίας κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης του Κοινοβουλίου για τις δραστηριότητες της κυβέρνησης στη Ρώμη της Ιταλίας, στις 9 Απριλίου 2026 © EPA/ANGELO CARCONI

Εκλογές: Από την κεντροαριστερή κυριαρχία στη νέα πολιτική αβεβαιότητα

Η τελευταία φορά που η Ευρώπη γνώρισε τόσο εκτεταμένη πολιτική σύγκλιση ήταν πριν από περίπου μία γενιά. Τον Νοέμβριο του 1998, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη επίσκεψή του ως καγκελάριος της Γερμανίας στο Λονδίνο, όπου βρήκε κοινό έδαφος με τον Τόνι Μπλερ γύρω από την ιδέα ενός «Τρίτου Δρόμου» για τη σοσιαλδημοκρατία, που συνδύαζε τον οικονομικό φιλελευθερισμό με την κοινωνική δικαιοσύνη.

Τότε, η κεντροαριστερά κυβερνούσε σε 11 από τα 15 κράτη-μέλη της ΕΕ και συμμετείχε σε κυβερνητικούς συνασπισμούς σε δύο ακόμη. Παρά τις διαφωνίες πιο παραδοσιακών σοσιαλιστών, όπως ο Γάλλος Λιονέλ Ζοσπέν, με τον κεντρώο προσανατολισμό των Μπλερ και Σρέντερ, οι αυτοαποκαλούμενοι «εκσυγχρονιστές» είχαν την πολιτική πρωτοβουλία, με ισχυρό σύμμαχο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού τον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον.

Ήταν επίσης μια περίοδος αισιοδοξίας και οικονομικής προόδου. Η ανάπτυξη ήταν ισχυρή και η ΕΕ προετοιμαζόταν για την επικείμενη εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος. Τρεις δεκαετίες αργότερα, το φιλοευρωπαϊκό πολιτικό κέντρο βρίσκεται υπό πίεση. Η οικονομία κινείται υποτονικά, το κόστος ζωής περιορίζει τα εισοδήματα, τα δημόσια οικονομικά αντιμετωπίζουν σοβαρές πιέσεις και πολλά προβλήματα δημόσιας πολιτικής μοιάζουν δυσεπίλυτα.

Σύμφωνα με τον Λέοναρντ, σήμερα τα εθνικιστικά ακροδεξιά κόμματα αισθάνονται ότι βρίσκονται στη σωστή πλευρά των ιστορικών εξελίξεων, έχοντας ως πρότυπο και τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.

Η Κάθριν ντε Βρις, καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο IE University της Μαδρίτης, μιλώντας στους FT αποδίδει τις κοινές τάσεις σε μακροχρόνιες δημογραφικές και κοινωνικές αλλαγές που έχουν αποδυναμώσει την κομματική ταύτιση. Τα κομματικά συστήματα κατακερματίζονται, η πόλωση εντείνεται και η αντίληψη των πολιτών για την πολιτική γίνεται ολοένα πιο αρνητική, εν μέρει λόγω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της υποχώρησης των παραδοσιακών πηγών ενημέρωσης.

Η εκλογική συμπεριφορά γίνεται έτσι πιο απρόβλεπτη, καθώς όλο και περισσότεροι ψηφοφόροι αλλάζουν κόμμα από τη μία αναμέτρηση στην επόμενη. Οι νεότερες ηλικίες αντιμετωπίζουν ολοένα περισσότερο την πολιτική ως καταναλωτές που αξιολογούν και απορρίπτουν επιλογές, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για πολιτικούς που προβάλλουν απλά και εύληπτα μηνύματα.

Η ριζοσπαστική δεξιά, σύμφωνα με την Ντε Βρις, αξιοποιεί αυτή την αβεβαιότητα προβάλλοντας μια σαφή προτεραιότητα: «Πρώτα οι δικοί μας άνθρωποι», πάνω από τους μετανάστες, τους υπερεθνικούς θεσμούς και τις συνεισφορές προς την Ουκρανία. Αντίθετα, τα παραδοσιακά κόμματα τιμωρούνται εκλογικά για την έλλειψη ιδεολογικής σαφήνειας και αποτελεσματικών λύσεων.

Ενδεικτική είναι η παραδοχή του Μερτς, μετά τις βαριές ήττες του CDU στις εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ και του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, ότι οι Χριστιανοδημοκράτες δεν διαθέτουν πλέον ικανοποιητικές απαντήσεις σε υπερβολικά πολλά ζητήματα.

Η ακροδεξιά αλλάζει προβιά και δοκιμάζει τις Βρυξέλλες

Παρά τις διαφορές τους, ιδίως ως προς τις σχέσεις με τη Ρωσία, τα εθνικιστικά και ακροδεξιά κόμματα εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, άλλωστε, συμμετέχουν σε τρεις διαφορετικές πολιτικές ομάδες, γεγονός που δυσχεραίνει τη συνεργασία τους.

Ωστόσο, μοιράζονται την κριτική προς τις αποτυχίες του φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης και προσαρμόζουν τη στρατηγική τους στην εκάστοτε κρίση. Η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), για παράδειγμα, ξεκίνησε ως κίνημα κατά των προγραμμάτων διάσωσης της Ελλάδας και άλλων χωρών της νότιας Ευρώπης κατά την κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Στη συνέχεια επικεντρώθηκε στη μετανάστευση κατά την προσφυγική κρίση του 2015-2016, υιοθέτησε αντιεμβολιαστικές θέσεις στην πανδημία και σήμερα αξιοποιεί την ενεργειακή κρίση για να αντιταχθεί στην πράσινη μετάβαση και να υποστηρίξει την προσέγγιση με τη Ρωσία.

Τα κόμματα αυτά απευθύνονται ιδιαίτερα σε όσους θεωρούν ότι δεν έχουν επωφεληθεί από την παγκοσμιοποίηση, μεταξύ των οποίων εργαζόμενοι με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, λένε αναλυτές στους FT. Στον πυρήνα των προτάσεών τους βρίσκεται η ενίσχυση του εθνικού ελέγχου και της εθνικής ταυτότητας, με προτεραιότητα στους πολίτες έναντι των αλλοδαπών στην πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές, θέσεις εργασίας ή δημόσιες συμβάσεις. Παράλληλα, αξιοποιούν αποτελεσματικά τα ψηφιακά μέσα, όπου η πρόκληση και η έντονη αντιπαράθεση μπορούν να εξασφαλίσουν ευρεία απήχηση.

Η επιρροή τους δεν περιορίζεται στην εκλογική τους βάση. Η άνοδος της ακροδεξιάς έχει ήδη ωθήσει κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα σε αυστηρότερες θέσεις για τη μετανάστευση και την ενσωμάτωση, ακόμη και όταν αυτές προκαλούν εντάσεις με τις ευρωπαϊκές και διεθνείς νομικές υποχρεώσεις τους.

Πλέον, όμως, η πίεση ασκείται και από πιο ακραία δεξιές δυνάμεις προς κόμματα που βρίσκονται ήδη στην εξουσία. Ο Βανάτσι έχει κατηγορήσει τη Μελόνι για προδοσία, ενώ η Ιταλίδα πρωθυπουργός έχει εντείνει την αντιπαράθεσή της με την ισπανική σοσιαλιστική κυβέρνηση για την παράτυπη μετανάστευση και έχει απαγορεύσει την μπούρκα και την πλήρη κάλυψη του προσώπου στα σχολεία, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει το δεξιό της προφίλ.

Η Μελόνι εξακολουθεί να θεωρείται στις Βρυξέλλες παράδειγμα εθνικιστικής ηγέτιδας που μετριάζει τη στάση της μετά την ανάληψη της εξουσίας. Έχει συμμορφωθεί με τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ, συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και άλλους Ευρωπαίους ηγέτες και στηρίζει την Ουκρανία. Ο Πολωνός υπουργός Εξωτερικών Ράντεκ Σικόρσκι έχει εκφράσει την εκτίμησή του για τη στάση της.

Ωστόσο, το μοντέλο αυτό δεν είναι εξασφαλισμένο. Η ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης ύψους 200 δισ. ευρώ για την Ιταλία περιορίζει ένα από τα σημαντικά εργαλεία επιρροής που διέθετε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έναντι της Ρώμης. Την ίδια στιγμή, άλλα ακροδεξιά κόμματα απορρίπτουν την ιδέα της μετριοπάθειας. Η AfD αναμένεται να αναλάβει την εξουσία στη Σαξονία-Άνχαλτ, παρότι το περιφερειακό της παράρτημα έχει χαρακτηριστεί «ακροδεξιό εξτρεμιστικό» από τη γερμανική υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας, ενω μαζικές διαδηλώσεις ζητούν να απαγορευτεί. Στην Αυστρία, το Κόμμα της Ελευθερίας υπό τον Χέρμπερτ Κικλ έχει γίνει πιο ακραίο και προηγείται στις δημοσκοπήσεις με 39%.

Η Γαλλία στο επίκεντρο και η Ουκρανία σε κίνδυνο

Η γαλλική αναμέτρηση θεωρείται από πολλούς η κρισιμότερη του εκλογικού κύκλου. Η Λεπέν έχει επιχειρήσει επί περισσότερο από μία δεκαετία να απομακρύνει τον Εθνικό Συναγερμό από τα πιο εμφανώς ρατσιστικά στοιχεία του, ενώ πρόσφατα επιχείρησε να ενισχύσει την αξιοπιστία του κόμματος στα δημόσια οικονομικά, δεσμευόμενη να τηρήσει κανόνες για το έλλειμμα και το χρέος παρόμοιους με εκείνους της ΕΕ, ζητώντας ακόμα περισσότερη λιτότητα με όρκους πίστης στις αγορές, δηλ.  ότι μπορεί να κάνει καλύτερα τη δουλειά και να βάλει στον «γύψο» στις κοινωνικές αντιδράσεις.

Ωστόσο, οι προτάσεις της παραμένουν συγκρουσιακές ως προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Εφόσον εκλεγεί πρόεδρος, έχει δεσμευτεί να μειώσει κατά 11 δισ. ευρώ τη συνεισφορά της Γαλλίας στον προϋπολογισμό της ΕΕ το επόμενο έτος. Θέλει επίσης να αποσύρει τη χώρα από την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ασύλου, να αποχωρήσει μονομερώς από ορισμένες πτυχές της ενιαίας αγοράς, να ευνοήσει τις γαλλικές επιχειρήσεις στις δημόσιες συμβάσεις και να τροποποιήσει το γαλλικό Σύνταγμα ώστε να κατοχυρωθεί η υπεροχή του εθνικού δικαίου έναντι του ευρωπαϊκού. Παρότι το RN έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια την πρόταση εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ, οι σημερινές θέσεις του θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια μορφή μερικής αποδέσμευσης.

Ο Μουτζτάμπα Ραχμάν, διευθύνων σύμβουλος για την Ευρώπη στην εταιρεία συμβούλων Eurasia Group, εκτιμά στους Financial Times ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο για μια λιγότερο δυσμενή έκβαση για την ΕΕ: η κεντρώα κυβέρνηση του Ντόναλντ Τουσκ να διατηρηθεί στην Πολωνία και η Μελόνι, εφόσον επανεκλεγεί, να συνεχίσει την πραγματιστική της πορεία. Ακόμη και μια κυβέρνηση PP-Vox στην Ισπανία, σημειώνει, θα μπορούσε να ενισχύσει τη συνοχή της ΕΕ, εάν οδηγούσε τη Μαδρίτη σε αυστηρότερη στάση απέναντι στις κινεζικές εμπορικές πρακτικές και σε αύξηση των αμυντικών δαπανών.

Κατά τον ίδιο, το καθοριστικό ερώτημα είναι η Γαλλία. Ακόμη και χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία, μια πρόεδρος Λεπέν θα διέθετε άμεση λαϊκή εντολή και σημαντικές εξουσίες. Θα συμμετείχε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, όπου οι 27 εθνικοί ηγέτες καθορίζουν τη στρατηγική κατεύθυνση της Ένωσης και την εξωτερική πολιτική της.

Η Ουκρανία θα μπορούσε να είναι ένας από τους μεγαλύτερους χαμένους. Η Λεπέν έχει δηλώσει ότι θα διακόψει τη διμερή βοήθεια προς το Κίεβο, διατηρώντας μόνο την υποστήριξη για στρατιωτική εκπαίδευση. Διατηρεί επιφυλάξεις για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και έχει απορρίψει την προοπτική ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ, όπως και την ένταξη οποιασδήποτε νέας χώρας.

Ο Ραχμάν επισημαίνει ότι στο ευρωπαϊκό μπλοκ αυξάνεται η κόπωση ως προς τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας και την ταχεία ένταξή της. Μια πρόεδρος Λεπέν θα μπορούσε επίσης να σχηματίσει άτυπη συμμαχία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ευρωσκεπτικιστές ηγέτες, όπως ο πρωθυπουργός της Τσεχίας Αντρέι Μπάμπις, ο Σλοβένος Γιάνεζ Γιάνσα ή ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Ρούμεν Ράντεφ, οι οποίοι εμφανίζονται τουλάχιστον επιφυλακτικοί απέναντι στην υποστήριξη προς το Κίεβο. Δεν αποκλείεται, επίσης, συνεννόηση μεταξύ Λεπέν και Μελόνι.

Η Ναταλί Τοτσί προειδοποιεί ότι η ταυτόχρονη παρουσία πολλών εθνικιστικών κυβερνήσεων θα μπορούσε να αλλάξει ποιοτικά την κατάσταση. Εάν οι δυνάμεις αυτές αποκτήσουν κρίσιμη μάζα, εκτιμά, θα έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να εγκαταλείψουν τη μετριοπαθή εικόνα τους και να προωθήσουν πιο ανοιχτά τις ριζοσπαστικές θέσεις τους.

Το αποτέλεσμα των επερχόμενων εκλογών δεν θα κρίνει, επομένως, μόνο ποιοι θα κυβερνήσουν σε κάθε χώρα. Θα καθορίσει και το κατά πόσο η ΕΕ θα μπορέσει να διατηρήσει κοινή γραμμή σε ζητήματα όπως η Ουκρανία, η μετανάστευση, το εμπόριο και η δημοσιονομική πολιτική, σε μια περίοδο κατά την οποία οι εθνικές πολιτικές πιέσεις γίνονται ολοένα ισχυρότερες.