Το κοκτέιλ μολότοφ στη Γαλλία τρομάζει την Ευρώπη, ο εφιάλτης για νέα κρίση χρέους

Ομόλογα, λιτότητα, μαζικές διαδηλώσεις, πολιτικοί τριγμοί δοκιμάζουν τη Γαλλία και ξυπνούν μνήμες της κρίσης χρέους, με την ΕΚΤ μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας μαθητών στη Γαλλία, καθώς φουντώνουν οι διαδηλώσεις ©ΑΠΕ

Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εκρηκτικό μείγμα δημοσιονομικής πίεσης, αναταραχής στις αγορές ομολόγων, διαδηλώσεων και πολιτικής αβεβαιότητας. Το κόστος δανεισμού αυξάνεται, οι φόβοι μετάδοσης της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη εντείνονται και η ΕΚΤ βρίσκεται μπροστά σε δύσκολες επιλογές.

Το ισχυρότερο καμπανάκι κινδύνου έρχεται από την αγορά κρατικού χρέους. Η Γαλλία δεν έχει ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό της εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες, ενώ από το 2019 δεν έχει καταφέρει να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα εντός των ευρωπαϊκών ορίων.

Το γαλλικό δημόσιο χρέος έχει φθάσει τα 3,5 τρισ. ευρώ, σχεδόν στο 120% του ΑΕΠ, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Παράλληλα, οι πληρωμές τόκων αυξάνονται με μεγάλη ταχύτητα και έχουν μετατραπεί στη μεγαλύτερη μεμονωμένη δαπάνη του κράτους, ξεπερνώντας ακόμη και την εκπαίδευση ή την άμυνα.

Η Γαλλία έχει ομόλογα άνω του $1 τρισ. που λήγουν έως το 2030, ενώ το επόμενο έτος αναμένεται να εκδώσει ποσό-ρεκόρ, περίπου 380 δισ. χρέους, σε μια αγορά όπου πηγές ζήτησης που κάποτε θεωρούνταν αξιόπιστες έχουν εξαφανιστεί.

Το αυξανόμενο κόστος των συντάξεων, οι αμυντικές δαπάνες και η πράσινη μετάβαση επιβαρύνουν περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά, υποστηρίζουν αναλυτές και η κυβέρνηση προχωρά σε περικοπές ύψους 54 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό που σχεδιάζει για το 2027.

Η κυβέρνηση προωθεί λιτότητα και η αριστερή αντιπολίτευση επιχειρεί να μετατρέψει τη μαθητική κινητοποίηση σε πολιτικό σεισμό.

Οι διαδηλώσεις σάρωσαν τη Γαλλία την Τρίτη, καθώς τα εργατικά συνδικάτα συγκεντρώθηκαν σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους μαθητές και φοιτητές που έχουν περάσει δύο εβδομάδες αποκλείοντας σχολεία και πανεπιστήμια για να διαμαρτυρηθούν για την υποστελέχωση, τις υπερφοτωμένες τάξεις και τα ετοιμόρροπα κτίρια.

Πορείες πραγματοποιήθηκαν σε περισσότερες από 40 πόλεις, από την Καέν στο βορρά έως τη Μασσαλία στο νότο, με συμμετοχή περίπου 256.000 ατόμων, σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών, ή περισσότερους από τους διπλάσιους, σύμφωνα με τα συνδικάτα.

ΛΕΚΟΡΝΙ ΓΑΛΛΙΑ

O Σεμπαστιάν Λεκορνί © EPA/LUDOVIC MARIN / POOL MAXPPP OUT

Γαλλία: Η ωρολογιακή βόμβα των ομολόγων

Η εικόνα αυτή έχει αρχίσει να αποτυπώνεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στις αγορές. Η διαφορά απόδοσης μεταξύ του 10ετούς γαλλικού και του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου, το λεγόμενο spread, αυξήθηκε από 55 μονάδες βάσης στα μέσα Σεπτεμβρίου σε 145 μονάδες, επίπεδο που παραπέμπει στην κρίση χρέους του 2012. Την ίδια στιγμή, η απόδοση του γαλλικού 10ετούς τίτλου πλησιάζει το 5%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008.

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της σύνθεσης των κατόχων του γαλλικού χρέους. Περισσότερο από το μισό βρίσκεται στα χέρια ξένων επενδυτών, οι οποίοι μπορούν να αντιδράσουν ταχύτερα σε μια επιδείνωση του κλίματος. Ήδη μεγάλοι επενδυτές έχουν αρχίσει να περιορίζουν την έκθεσή τους στη Γαλλία, αυξάνοντας τον κίνδυνο ενός φαύλου κύκλου: υψηλότερες αποδόσεις, ακριβότερη χρηματοδότηση, μεγαλύτερη δημοσιονομική πίεση και ακόμη μεγαλύτερη δυσπιστία των αγορών.

Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά στο Παρίσι. Τα spreads έχουν αρχίσει να διευρύνονται και σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης, όπως η Ιταλία, το Βέλγιο και η Ελλάδα. Το ευρώ έχει ήδη υποχωρήσει σε χαμηλό 17 μηνών έναντι του δολαρίου, ενώ οι επενδυτές αναζητούν καταφύγιο στα γερμανικά ομόλογα.

Η ανατροπή στην ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων είναι εντυπωσιακή. Η Γαλλία δανείζεται πλέον ακριβότερα από την Ελλάδα και την Ιταλία, ενώ αυξάνεται ο αριθμός των μεγάλων γαλλικών επιχειρήσεων που έχουν χαμηλότερο κόστος δανεισμού από το ίδιο το γαλλικό Δημόσιο.Από όλες τις χώρες της G7, η Γαλλία έχει δεχθεί το ισχυρότερο πλήγμα από το sell-off των ομολόγων που ακολούθησε την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.

Η μνήμη της κρίσης χρέους του 2010-2012 επιστρέφει, έστω και αν η σημερινή κατάσταση δεν έχει ακόμη λάβει τις διαστάσεις εκείνης της περιόδου.

Οι αγορές απαιτούν «αίμα», όπως με το λεγόμενο «ελληνικό δράμα», στην κρίση χρέους της ευρωζώνης. Ο διευθύνων σύμβουλος της UBS, Σέρτζιο Ερμότι, προειδοποίησε ότι η Γαλλία χρειάζεται «σκληρά μέτρα», καθώς οι σταδιακές παρεμβάσεις δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση του τεράστιου δημόσιου χρέους. Παραλληλίζοντας την κατάσταση με την κρίση χρέους της Ευρωζώνης πριν από 10-15 χρόνια, τόνισε ότι το γαλλικό πρόβλημα ενδέχεται να είναι ακόμη πιο σύνθετο, λόγω του μεγέθους της οικονομίας.

Ο Ερμότι υπενθύμισε την εμπειρία των PIGS, Ελλάδας, Ιταλίας, Ισπανίας και Πορτογαλίας, επισημαίνοντας ότι, παρά τις δύσκολες προσαρμογές, οι χώρες αυτές συγκαταλέγονται σήμερα στις οικονομίες με τις καλύτερες επιδόσεις στην Ευρώπη.

Ομόλογα, αυξημένο το κόστος δανεισμού ©Magnifi

Ομόλογα, αυξημένο το κόστος δανεισμού ©Magnific

Οικονομία σε στασιμότητα, πληθωρισμός όλο και ψηλότερα

Η γαλλική βιομηχανία εμφάνισε τον Αύγουστο μια μικρή ανάκαμψη, χωρίς όμως να αλλάζει η συνολικά αρνητική εικόνα, τονίζουν αναλυτές της ING. Μετά την πτώση κατά 0,8% τον Ιούλιο, η μεταποιητική παραγωγή αυξήθηκε κατά 0,3% τον Αύγουστο, κυρίως λόγω των «άλλων βιομηχανικών προϊόντων» (+1,2%) και του ηλεκτρικού, ηλεκτρονικού και υπολογιστικού εξοπλισμού (+0,9%).

Ωστόσο, η εικόνα παραμένει εύθραυστη. Η παραγωγή εξοπλισμού μεταφορών μειώθηκε 2,2%, με την αυτοκινητοβιομηχανία να υποχωρεί 3,4%, ενώ η βιομηχανία τροφίμων συρρικνώθηκε 1,2%. Συνολικά, η μεταποίηση μειώθηκε κατά 1,9% στο τελευταίο τρίμηνο έναντι του προηγούμενου και κατά 1,2% σε ετήσια βάση. Η συνολική βιομηχανική παραγωγή υποχώρησε επιπλέον 0,3% τον Αύγουστο, μετά το -0,6% του Ιουλίου, ενώ η αγορά ανέμενε αύξηση 0,2%.

Τα στοιχεία ενισχύουν τον κίνδυνο στασιμότητας, σύμφωνα με τους αναλυτές της ING. Η κατανάλωση αγαθών από τα νοικοκυριά μειώθηκε 0,5% τον Αύγουστο, ενώ οι έρευνες του Σεπτεμβρίου δείχνουν επιδείνωση της επιχειρηματικής και καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Μετά τη συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 0,2% το α΄ τρίμηνο και τη μηδενική ανάπτυξη στο β΄ τρίμηνο, αυξάνονται οι πιθανότητες στασιμότητας και στο γ΄ τρίμηνο, ενώ η ανάκαμψη στο δ΄ τρίμηνο γίνεται δυσκολότερη.

Ο πληθωρισμός στη Γαλλία εκτινάχθηκε στο 3,4% τον Σεπτέμβριο, σημειώνοντας επιτάχυνση σε σχέση με το 2,7% του προηγούμενου μήνα. Η άνοδος αυτή ξεπέρασε τις εκτιμήσεις των αναλυτών και αποτελεί τον ταχύτερο ρυθμό αύξησης των τελευταίων δύο και πλέον ετών για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης.

Το σοκ των επιτοκίων πιέζει το 2027

Η επιδείνωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών αποτελεί πρόσθετο βάρος. Η κυβέρνηση προβλέπει αύξηση του κόστους τόκων κατά 12 δισ. ευρώ, στα 91 δισ. ευρώ το 2027, όμως η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου βρίσκεται ήδη πάνω από το 4,3% που προβλέπει το δημοσιονομικό σχέδιο.

Τα υψηλά επιτόκια απειλούν τις επενδύσεις σε κατοικίες και παραγωγικές δραστηριότητες, ενώ επιβαρύνουν την εμπιστοσύνη. Ως εκ τούτου, η κυβερνητική πρόβλεψη για ανάπτυξη 1% το 2027 εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξη, σημειώνει η ING.

Η κυβέρνηση προτείνει επιπλέον μέτρα ύψους 54 δισ. ευρώ, ώστε το έλλειμμα να περιοριστεί στο 5% του ΑΕΠ το 2027, από 6,5% χωρίς προσαρμογή. Ωστόσο, το σχέδιο δεν έχει ακόμη εγκριθεί, ενώ οι κοινωνικές αντιδράσεις περιπλέκουν τη διαδικασία.

Η βασική εκτίμηση είναι ότι τελικά θα υπάρξει προϋπολογισμός, πιθανότατα μετά από σημαντικές τροποποιήσεις και με προσφυγή στο άρθρο 49.3. Παρά ταύτα, η επιβράδυνση της οικονομίας και το υψηλότερο κόστος τόκων πιθανότατα θα περιορίσουν την αποτελεσματικότητά του.

Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόβλεψη για τη γαλλική ανάπτυξη παραμένει αδύναμη: 0,3% το 2026 και μόλις 0,6% το 2027, με σημαντικό κίνδυνο στασιμότητας στο γ΄ και δ΄ τρίμηνο του 2026.

Η Λεπέν απαντά στη λιτότητα, με περισσότερη λιτότητα…

Η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν προτείνει περικοπές 140 δισ. ευρώ σε πέντε χρόνια, χωρίς ακόμη να έχει αποσαφηνίσει τις πηγές εξοικονόμησης. Το βασικό μήνυμα της Λεπέν είναι ότι απαιτούνται βαθιές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, προκειμένου να τεθούν υπό έλεγχο το δημόσιο χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα.

Παρουσίασε τη δημοσιονομική της στρατηγική ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους, στις οποίες προηγείται στις δημοσκοπήσεις, επιχειρώντας να εμφανιστεί ως δύναμη δημοσιονομικής πειθαρχίας σε μια περίοδο έντονης πίεσης για τα δημόσια οικονομικά της Γαλλίας. Την ώρα που η χώρα βράζει απέναντι στη λιτότητα, απαντά με λιτότητα και ζητεί να παρέμβει η ΕΚΤ για τα ομόλογα.

«Λόγω της αύξησης των επιτοκίων και του ανεπαρκούς προϋπολογισμού που προτείνουν ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί και ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν», δήλωσε, η αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή ανέρχεται πλέον σε 140 δισ. ευρώ καθαρών εξοικονομήσεων έως το 2032, σε σύγκριση με το 2026.

Το ποσό είναι αυξημένο σε σχέση με την προηγούμενη δέσμευσή της για 125 δισ. ευρώ. Η Λεπέν υποστήριξε ότι η προηγούμενη εκτίμηση δεν επαρκεί πλέον, δεδομένης της επιβάρυνσης που προκαλεί η άνοδος των επιτοκίων και η κατάσταση των δημόσιων οικονομικών.

Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθεί αυτή η εξοικονόμηση. Η ίδια ανέφερε ότι τα 140 δισ. ευρώ θα προκύψουν κυρίως από τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του κράτους, χωρίς μέχρι στιγμής να παρουσιάσει αναλυτικά ποια προγράμματα ή δαπάνες θα περικοπούν, σύμφωνα με το Reuters.

Η τοποθέτηση έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία για τη Γαλλία, καθώς οι αγορές ομολόγων παρακολουθούν στενά την πορεία του χρέους και του ελλείμματος. Η Λεπέν επιχειρεί έτσι να προλάβει την κριτική για το κόστος των προτάσεών της, με όρκους πίστης στις αγορές, παρουσιάζοντας την οικονομική της ατζέντα ως σχέδιο δημοσιονομικής προσαρμογής.

Η κρίση στη Γαλλία, το δίλημμα της ΕΚΤ και η σκιά της διαδοχής Λαγκάρντ

Η πίεση στα γαλλικά ομόλογα φέρνει αναπόφευκτα στο προσκήνιο την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.  Το μεγάλο ερώτημα είναι πόσο μακριά θα μπορούσε να φτάσει η Φρανκφούρτη, εάν η αναταραχή μετατραπεί από γαλλικό πρόβλημα σε συστημική ευρωπαϊκή κρίση.

Η ΕΚΤ διαθέτει το Transmission Protection Instrument, το οποίο επιτρέπει αγορές κρατικών ομολόγων όταν οι συνθήκες χρηματοδότησης επιδεινώνονται με «αδικαιολόγητο και άτακτο» τρόπο. Η ενεργοποίησή του, όμως, δεν είναι αυτόματη. Προϋποθέτει ότι η χώρα που ζητά στήριξη εφαρμόζει αξιόπιστες και βιώσιμες δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές. Για τη Γαλλία, η απαίτηση αυτή δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο πολιτικό πρόβλημα.

Η κυβέρνηση καλείται ταυτόχρονα να προωθήσει έναν σκληρό προϋπολογισμό για το 2027, με στόχο τη μείωση του ελλείμματος και τον περιορισμό του χρέους, ενώ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κοινωνία που αντιδρά στις περικοπές. Η πολιτική εξίσωση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη ενόψει των προεδρικών εκλογών, εξηγούν αναλυτές στο Reuters.

Στο ίδιο περιβάλλον εξελίσσεται και η συζήτηση για την επόμενη ημέρα στην ΕΚΤ. Η αποχώρηση της Ιζαμπέλ Σνάμπελ προς το ΔΝΤ έχει ήδη ενεργοποιήσει ευρύτερες διαπραγματεύσεις για την ανακατανομή κορυφαίων θέσεων, με το ενδιαφέρον να στρέφεται και στη μελλοντική διαδοχή της Κριστίν Λαγκάρντ, αλλά και στη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου Φίλιπ Λέιν.

Οι βασικοί υποψήφιοι για την προεδρία είναι ο Ολλανδός Κλάας Νοτ και ο Ισπανός Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος. Ωστόσο, η επιλογή δεν είναι απλώς μια τεχνοκρατική διαδικασία. Απαιτεί ισορροπίες μεταξύ των μεγάλων κρατών, γεωγραφική εκπροσώπηση και συμμετοχή γυναικών στο Εκτελεστικό Συμβούλιο. Κυρίως, προϋποθέτει συνεννόηση μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου.

Κριστίν Λαγκάρντ

Η Κριστίν Λαγκάρντ © EPA/OLIVIER HOSLET

Εάν η πολιτική κατάσταση στη Γαλλία επιδεινωθεί και οι εκλογές του 2027 οδηγήσουν σε νίκη της Μαρίν Λεπέν, οι ισορροπίες αυτές θα μπορούσαν να αλλάξουν απότομα. Η προοπτική μιας κυβέρνησης περισσότερο επιφυλακτικής απέναντι στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, σε μια χώρα ήδη υπό πίεση από τις αγορές, θα μπορούσε να ενισχύσει την ανάγκη για ταχεία συμφωνία σχετικά με τη νέα ηγεσία της ΕΚΤ.

Η συζήτηση έρχεται μετά την αλλαγή σκυτάλης στην κεντρική τράπεζα της Γαλλίας. Σε μια στρατηγική κίνηση με φόντο την άνοδο της ακροδεξιάς, ο Εμανουέλ Μουλέν ανέλαβε επίσημα στις 2 Ιουνίου 2026 νέος διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας. Η εξέλιξη δρομολογήθηκε από την «ξαφνική» παραίτηση του Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό στις 9 Φεβρουαρίου 2026. Ο πρώην διοικητής αποχώρησε οικειοθελώς 18 μήνες πριν τη λήξη της θητείας του (Οκτώβριος 2027), επιλέγοντας να ηγηθεί «φιλανθρωπικού ιδρύματος».

Στο πολιτικό παρασκήνιο, η πρόωρη αποχώρηση επέτρεψε στον Εμανουέλ Μακρόν να εγκρίνει τον διορισμό του Μουλέν στις 27 Μαΐου 2026. Ο Μουλέν διετέλεσε Γενικός Γραμματέας της Προεδρίας της Δημοκρατίας (στο Μέγαρο των Ηλυσίων) από τον Απρίλιο του 2025.

Στόχος του Μακρόν ήταν να κλειδώσει έναν έμπιστο σύμμαχο στην κεντρική τράπεζα για εξαετή θητεία πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027, με το ακροδεξιό κόμμα της Λεπέν να αντιδρά καταγγέλλοντας «θεσμικό έλεγχο», αν και κανείς δεν είναι σίγουρος ότι η Λεπέν θα νικήσει, αλλά λειτούργησε η ιδέα «φύλαγε τα ρούχα σου, να έχεις τα μισά».

Από τη λιτότητα στους δρόμους: Κοινωνική έκρηξη στη Γαλλία

Η αναταραχή στη Γαλλία δημιουργεί νέες προκλήσεις. Η δημοσιονομική προσαρμογή στη Γαλλία δεν εξελίσσεται σε πολιτικό κενό. Η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί προσπαθεί να περιορίσει την κοινωνική ένταση, την ώρα που η μαθητική κινητοποίηση αποκτά ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις.

Εκατοντάδες λύκεια έχουν επηρεαστεί από αποκλεισμούς και διαδηλώσεις. Οι μαθητές διαμαρτύρονται για ελλείψεις εκπαιδευτικών, υπερφορτωμένες τάξεις, προβλήματα στις σχολικές υποδομές και τις πιέσεις του συστήματος εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση.

Το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε το μεσημέρι της Τρίτης ότι συνολικά 891 εκπαιδευτικά ιδρύματα είχαν αναστείλει πλήρως ή εν μέρει τα μαθήματά τους για διάφορους λόγους που σχετίζονται με τις κινητοποιήσεις.

Η USL δίνει ακόμη μεγαλύτερη εικόνα της συμμετοχής, υποστηρίζοντας ότι 1.800 λύκεια βρίσκονται υπό αποκλεισμό ή έχουν κλείσει, ενώ, σύμφωνα με την ίδια, έχει αποκλειστεί και το 90% των πανεπιστημίων. Σε ανακοίνωσή της στο Χ, η μαθητική ένωση έκανε λόγο για «νέο ρεκόρ» κινητοποίησης.

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε πέντε άξονες δράσης, σύμφωνα με τη Les Echos, δίνοντας έμφαση στην κάλυψη των μακροχρόνιων κενών εκπαιδευτικών, τη βελτίωση των σχολικών κτιρίων, την πρόσβαση σε ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη, τη συμμετοχή των μαθητών στη σχολική ζωή και τη μεταρρύθμιση του Parcoursup.

Μαρίν Λεπέν, Ζαν-Λυκ Μελανσόν, Εμμανουέλ Μακρόν © EPA/CHRISTOPHE PETIT TESSON / YARA NARDI / PowerGame.gr

Μαρίν Λεπέν, Ζαν-Λυκ Μελανσόν, Εμμανουέλ Μακρόν © EPA/CHRISTOPHE PETIT TESSON / YARA NARDI / PowerGame.gr

Ωστόσο, οι μαθητικές οργανώσεις ζητούν βαθύτερες αλλαγές. Ιδιαίτερα έντονη είναι η κριτική στο Parcoursup, το οποίο θεωρούν μηχανισμό επιλογής που αναπαράγει κοινωνικές και εκπαιδευτικές ανισότητες. Ζητούν μεγαλύτερη διαφάνεια στα κριτήρια εισαγωγής, περισσότερες θέσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και περιορισμό της λογικής της επιλογής.

Η κοινωνική κινητοποίηση αποκτά έτσι σαφή πολιτική διάσταση, σύμφωνα με το Politico. Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν καλεί τους υποστηρικτές του να συμμετάσχουν στις διαδηλώσεις, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για το ισχυρότερο μαθητικό και φοιτητικό κίνημα από τον Μάη του 1968. Η κυβέρνηση, αντίθετα, κατηγορεί την Ανυπότακτη Γαλλία και τους συμμάχους της ότι συμβάλλουν στην πολιτική όξυνση.

Τα περιστατικά βίας, εμπρησμών και καταστροφών σε ορισμένες κινητοποιήσεις προσφέρουν επιπλέον πεδίο αντιπαράθεσης. Ο Μελανσόν απορρίπτει τις κατηγορίες περί υποκίνησης και καταγγέλλει υπερβολική αστυνομική καταστολή. Τη σκυτάλη έχουν πάρει φοιτητές και συνδικάτα. Έτσι, ένα αρχικά εκπαιδευτικό αίτημα μετατρέπεται σε ευρύτερη αναμέτρηση για τη δημοσιονομική πολιτική, το κοινωνικό κράτος και την κατεύθυνση της χώρας.

Η ιστορική μνήμη της Γαλλίας και το νέο κύμα αντιδράσεων

Η Γαλλία έχει μακρά ιστορία μαθητικών και κοινωνικών εξεγέρσεων που ξεκίνησαν από συγκεκριμένα αιτήματα και κατέληξαν να αποκτήσουν πολιτική δυναμική, μεταδίδει η Les Echos.

Το 1990, οι μαθητές κατέβηκαν στους δρόμους μετά από περιστατικά βίας και προβλήματα στις σχολικές εγκαταστάσεις, ζητώντας περισσότερη ασφάλεια, καλύτερες υποδομές και νέους εκπαιδευτικούς. Η κινητοποίηση κλιμακώθηκε και οδήγησε την κυβέρνηση του Φρανσουά Μιτεράν σε έκτακτο πρόγραμμα 4,5 δισ. φράγκων.

Το 2005, οι αντιδράσεις στράφηκαν εναντίον της μεταρρύθμισης του Φρανσουά Φιγιόν για το απολυτήριο. Η ενίσχυση της συνεχούς αξιολόγησης θεωρήθηκε ότι θα υπονόμευε τον ενιαίο χαρακτήρα του εθνικού τίτλου σπουδών. Οι διαδηλώσεις ανάγκασαν την κυβέρνηση να υποχωρήσει στο συγκεκριμένο σημείο.

Το 2018, η μεταρρύθμιση του απολυτηρίου και η εισαγωγή του Parcoursup προκάλεσαν νέο κύμα κινητοποιήσεων. Εκατοντάδες σχολεία και πανεπιστημιακοί χώροι αποκλείστηκαν, ενώ οι διαδηλωτές κατήγγειλαν αδιαφάνεια και διεύρυνση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων. Η κυβέρνηση, ωστόσο, επέμεινε στις μεταρρυθμίσεις.

ΓΑΛΛΙΑ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ

Διαδηλώσεις στη Γαλλία, στο Παρίσι, ενάντια στη λιτότητα ©ΑΠΕ

Η σημερινή συγκυρία είναι διαφορετική, αλλά η πολιτική δυναμική παρουσιάζει ανησυχητικές ομοιότητες. Η κοινωνική δυσαρέσκεια συναντά μια κυβέρνηση που επιχειρεί δημοσιονομική προσαρμογή, μια αντιπολίτευση που αναζητά ευκαιρίες πολιτικής ανατροπής και μια οικονομία που βρίσκεται υπό στενή παρακολούθηση από τις αγορές.

Αυτό είναι το πραγματικό γαλλικό εκρηκτικό κοκτέιλ που ανησυχεί τις ηγεσίες στην Ευρώπη. Από τη μία, το Παρίσι πρέπει να πείσει τους επενδυτές ότι μπορεί να ελέγξει το χρέος χωρίς να χάσει την πρόσβαση στις αγορές με βιώσιμο κόστος. Από την άλλη, πρέπει να αποφύγει μια κοινωνική έκρηξη που θα καταστήσει ακόμη δυσκολότερη τη δημοσιονομική προσαρμογή.

Και πάνω από όλα βρίσκεται η Ευρωζώνη. Εάν η πίεση στα γαλλικά ομόλογα μεταδοθεί σε άλλες μεγάλες οικονομίες, η ΕΚΤ θα βρεθεί αντιμέτωπη με το δυσκολότερο δίλημμα: να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό ή να περιορίσει την αναταραχή στις αγορές χρέους.

Η Γαλλία δεν βρίσκεται ακόμη μπροστά σε μια νέα κρίση χρέους αντίστοιχη με εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Οι αγορές, όμως, έχουν αρχίσει να προεξοφλούν τον κίνδυνο. Και όσο το πολιτικό μέτωπο παραμένει ασταθές, οι διαδηλώσεις εντείνονται και η συζήτηση για τη δημοσιονομική λιτότητα πολώνει την κοινωνία, τόσο η «ωρολογιακή βόμβα» των ομολόγων γίνεται πιο δύσκολο να αγνοηθεί.