Δύο ονόματα Κριστίν Λαγκάρντ και Αντόνιο Κόστα απασχολούν την Ευρώπη γύρω από τα σενάρια μετακινήσεων σε άλλες θέσεις, προκαλώντας ανησυχίες για ντόμινο εξελίξεων.
Οι επικείμενες αλλαγές στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ανοίγουν έναν κύκλο παρασκηνιακών διαπραγματεύσεων. Η επόμενη ημέρα για την Κριστίν Λαγκάρντ, η μάχη διαδοχής στον ΟΗΕ και οι διεθνείς συμμαχίες συνδέουν κρίσιμες θεσμικές ισορροπίες.
Ο νέος κύκλος ανακατατάξεων στις κορυφαίες θέσεις ΕΚΤ και ΟΗΕ αναδεικνύουν πόσο στενά συνδέονται οι επιλογές προσώπων με τις πολιτικές και οικονομικές ισορροπίες.
Λαγκάρντ-Κόστα: Ένα ευρύτερο παζλ διαδοχής από τη Φρανκφούρτη έως τη Νέα Υόρκη
Η διαδοχή της Κριστίν Λαγκάρντ στην ΕΚΤ, με σανάρια για πιθανή μετακίνησή της προς το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF) και η αδυναμία του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταλήξει σε διάδοχο του Αντόνιο Γκουτέρες με το όνομα του πρώην πρωθυπουργό της Πορτογαλίας και νυν προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα να συνδέεται σε σενάρια για μετακίνηση στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ως «εναλλακτική λύση ανάγκης» σε περίπτωση αδιεξόδου, μολονότι δεν υπάρχει επίσημη υποψηφιότητα, συνθέτουν ένα περίπλοκο σκηνικό διαπραγματεύσεων.
Το διακύβευμα δεν περιορίζεται στην κάλυψη συγκεκριμένων θέσεων. Οι νέοι επικεφαλής θα κληθούν να διαχειριστούν διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες προκλήσεις: την επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων, το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, τις γεωπολιτικές συγκρούσεις, τη χρηματοδότηση των διεθνών οργανισμών και την αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας των πολυμερών θεσμών.
Στην Ευρωζώνη, οι κυβερνήσεις επιχειρούν να διαμορφώσουν ένα συνολικό πακέτο συμφωνιών για τις κορυφαίες θέσεις της ΕΚΤ, καθώς οι θητείες της προέδρου και άλλων μελών της εκτελεστικής επιτροπής δημιουργούν ανάγκη ευρύτερου ανασχεδιασμού της διοικητικής πυραμίδας. Παράλληλα, στη Νέα Υόρκη, η διαδικασία επιλογής του νέου γενικού γραμματέα του ΟΗΕ δεν έχει οδηγήσει σε υποψηφιότητα με επαρκή αποδοχή από τις μεγάλες δυνάμεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι διαδοχές μπορούν να εξελιχθούν σε διαπραγματευτικό παζλ, όπου η εθνικότητα, η επαγγελματική διαδρομή και οι πολιτικές συμμαχίες των υποψηφίων αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, κάποιος επίσημος μηχανισμός που να συνδέει αυτομάτως τις δύο διαδικασίες. Η αλληλεπίδρασή τους αφορά κυρίως το ευρύτερο διπλωματικό περιβάλλον και τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις σταθμίζουν τις επιλογές τους σε διαφορετικούς θεσμούς.
Λαγκάρντ: Η ΕΚΤ, το Νταβός και οι ισορροπίες της διαδοχής
Η Κριστίν Λαγκάρντ βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων για την επόμενη ημέρα της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής. Η οκταετής θητεία της στην προεδρία της ΕΚΤ ολοκληρώνεται κανονικά στα τέλη Οκτωβρίου του 2027, ωστόσο οι πληροφορίες για πιθανή αποχώρησή της πριν από τη λήξη της έχουν ενισχύσει τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της ελβετικής εφημερίδας Neue Zürcher Zeitung τον Αύγουστο, η Λαγκάρντ συγκαταλέγεται στις υποψήφιες για την ηγεσία του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ από το 2027. Η ίδια φέρεται να έχει εκφράσει την προθυμία της να αναλάβει τον ρόλο, χωρίς να έχει ανακοινωθεί οριστική απόφαση ή συγκεκριμένη ημερομηνία ανάληψης καθηκόντων. Το WEF, που διοργανώνει την ετήσια συνάντηση πολιτικών και επιχειρηματικών ηγετών στο Νταβός, βρίσκεται ήδη σε διαδικασία μετάβασης μετά την αποχώρηση του ιδρυτή του, Κλάους Σβαμπ, από την ηγεσία του οργανισμού.
Οι σχετικές πληροφορίες αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για το κατά πόσο η Λαγκάρντ θα ολοκληρώσει τη θητεία της στην ΕΚΤ ή θα επιλέξει να μετακινηθεί νωρίτερα. Η ίδια είχε δηλώσει στο παρελθόν ότι επιθυμούσε να παραμείνει στη θέση της μέχρι το τέλος της θητείας της, ενώ σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου απέφυγε να δώσει σαφή ένδειξη για τις προθέσεις της.
Η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Η ΕΚΤ καλείται να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις των γεωπολιτικών συγκρούσεων στις τιμές της ενέργειας, τις πληθωριστικές πιέσεις και τις δημοσιονομικές δυσκολίες κρατών-μελών. Την ίδια ώρα, οι αγορές ομολόγων παραμένουν ευαίσθητες στις μεταβολές των προσδοκιών για τα επιτόκια και στην επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών.

Κριστίν Λαγκάρντ (ΕΚΤ) με τον Κλάας Κνοτ ©EPA/KOEN VAN WEEL
Η επιλογή του διαδόχου της Λαγκάρντ θεωρείται, επομένως, πολύ περισσότερο από μια διοικητική απόφαση. Θα επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωζώνη θα αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, θα σταθμίσει την ανάπτυξη και θα διαχειριστεί τις πιέσεις για χαλάρωση ή αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής.
Οι βασικοί υποψήφιοι που συζητούνται περιλαμβάνουν τον Ισπανό Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος, επικεφαλής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, και τον Ολλανδό Κλάας Κνοτ, πρώην διοικητή της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας. Στο κάδρο έχει βρεθεί και ο πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ, Γιόαχιμ Νάγκελ, αν και η προοπτική ανάδειξης Γερμανού στην προεδρία της ΕΚΤ θεωρείται περίπλοκη λόγω των ευρύτερων ισορροπιών στις ευρωπαϊκές θέσεις ευθύνης.
Η διαπραγμάτευση δεν αφορά μόνο τον πρόεδρο. Οι κυβερνήσεις εξετάζουν ταυτόχρονα τη στελέχωση άλλων κρίσιμων θέσεων, μεταξύ των οποίων εκείνη του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ. Οι θητείες του Φίλιπ Λέιν και της Ιζαμπέλ Σνάμπελ δημιουργούν πρόσθετες ανάγκες ανανέωσης στην ανώτατη διοίκηση.
Η αποχώρηση της Ιζαμπέλ Σνάμπελ προς το ΔΝΤ έχει ήδη ενεργοποιήσει ευρύτερες διαπραγματεύσεις για την ανακατανομή κορυφαίων θέσεων, με το ενδιαφέρον να στρέφεται και στη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου Φίλιπ Λέιν.
Οι επιλογές δεν είναι απλώς μια τεχνοκρατική διαδικασία. Απαιτούν ισορροπίες μεταξύ των μεγάλων κρατών, γεωγραφική εκπροσώπηση και συμμετοχή γυναικών στο Εκτελεστικό Συμβούλιο. Κυρίως, προϋποθέτει συνεννόηση μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου.

Φίλιπ Λέιν © EPA/ERIK S. LESSER
Εάν η πολιτική κατάσταση στη Γαλλία επιδεινωθεί και οι εκλογές του 2027 οδηγήσουν σε νίκη της Μαρίν Λεπέν, οι ισορροπίες αυτές θα μπορούσαν να αλλάξουν απότομα. Η προοπτική μιας κυβέρνησης περισσότερο επιφυλακτικής απέναντι στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, σε μια χώρα ήδη υπό πίεση από τις αγορές, θα μπορούσε να ενισχύσει την ανάγκη για ταχεία συμφωνία σχετικά με τη νέα ηγεσία της ΕΚΤ.
Η συζήτηση για την ηγεσία της ΕΚΤ έρχεται μετά την αλλαγή σκυτάλης στην κεντρική τράπεζα της Γαλλίας. Σε μια στρατηγική κίνηση με φόντο την άνοδο της ακροδεξιάς, ο Εμανουέλ Μουλέν ανέλαβε επίσημα στις 2 Ιουνίου 2026 νέος διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας. Η εξέλιξη δρομολογήθηκε από την «ξαφνική» παραίτηση του Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό στις 9 Φεβρουαρίου 2026. Ο πρώην διοικητής αποχώρησε οικειοθελώς 18 μήνες πριν τη λήξη της θητείας του (Οκτώβριος 2027), επιλέγοντας να ηγηθεί «φιλανθρωπικού ιδρύματος».
Στο πολιτικό παρασκήνιο, η πρόωρη αποχώρηση επέτρεψε στον Εμανουέλ Μακρόν να εγκρίνει τον διορισμό του Μουλέν στις 27 Μαΐου 2026. Ο Μουλέν διετέλεσε Γενικός Γραμματέας της Προεδρίας της Δημοκρατίας (στο Μέγαρο των Ηλυσίων) από τον Απρίλιο του 2025.
Στόχος του Μακρόν ήταν να κλειδώσει έναν έμπιστο σύμμαχο στην κεντρική τράπεζα για εξαετή θητεία πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027, με το ακροδεξιό κόμμα της Λεπέν να αντιδρά καταγγέλλοντας «θεσμικό έλεγχο», αν και κανείς δεν είναι σίγουρος ότι η Λεπέν θα νικήσει, αλλά λειτούργησε η ιδέα «φύλαγε τα ρούχα σου, να έχεις τα μισά».
Γερμανία και Γαλλία επιδιώκουν να διασφαλίσουν ρόλο στις αποφάσεις για την ηγεσία στην ΕΚΤ, ενώ η Ισπανία και η Ολλανδία διαθέτουν υποψηφίους για την προεδρία. Η εθνική εκπροσώπηση, οι διαφορετικές προσεγγίσεις στη νομισματική πολιτική και οι άτυπες ισορροπίες μεταξύ των κρατών μπορούν να οδηγήσουν σε ένα συνολικό πακέτο συμβιβασμών. Η ανάδειξη προέδρου από μία χώρα μπορεί, για παράδειγμα, να διευκολύνει την επιλογή επικεφαλής οικονομολόγου από άλλη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πιθανή μετακίνηση της Λαγκάρντ στο WEF θα μπορούσε να επιταχύνει τις αποφάσεις για τη διαδοχή της, εφόσον επιβεβαιωθεί. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν ήδη καταλήξει σε συμφωνία ή ότι η μία θέση αποτελεί επίσημα αντάλλαγμα για την άλλη. Το βέβαιο είναι ότι η έκβαση της διαδικασίας θα επηρεάσει την κατανομή επιρροής στο ευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα.

Ο Αντόνιο Γκουτέρες © EPA/JUSTIN LANE
ΟΗΕ: Η Γκρίνσπαν προηγείται, αλλά το αδιέξοδο παραμένει
Αν στη Φρανκφούρτη οι διαβουλεύσεις αφορούν την κατανομή των κορυφαίων οικονομικών θέσεων, στη Νέα Υόρκη η διαδικασία για την ανάδειξη του επόμενου γενικού γραμματέα του ΟΗΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με διαφορετικού τύπου δυσκολίες. Ο Αντόνιο Γκουτέρες ολοκληρώνει τη δεύτερη πενταετή θητεία του στις 31 Δεκεμβρίου 2026, χωρίς το Συμβούλιο Ασφαλείας να έχει καταλήξει σε υποψήφιο που να συγκεντρώνει ευρεία αποδοχή.
Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών αντιμετωπίζει κρίση αξιοπιστίας, καθώς οι ΗΠΑ περιορίζουν τη χρηματοδότηση και την υποστήριξή τους σε τμήματα του οργανισμού, ενώ οι αντιπαραθέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον, Πεκίνου και Μόσχας παραλύουν συχνά το Συμβούλιο Ασφαλείας. Παράλληλα, η διεθνής διπλωματία μετατοπίζεται προς άλλες πλατφόρμες, όπως η G20, περιορίζοντας τον κεντρικό ρόλο του ΟΗΕ.
«Βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού», προειδοποιεί ο Ρίτσαρντ Γκόουαν του International Crisis Group, επισημαίνοντας ότι δεν είναι σαφές εάν ο επόμενος γενικός γραμματέας θα μπορέσει να αντιστρέψει την κατάσταση. Οι υποψήφιοι για τη θέση αναγνωρίζουν την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, με στόχο έναν πιο ευέλικτο, αποτελεσματικό και υπόλογο οργανισμό.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει βαθιές αλλαγές, μεταξύ άλλων τη συρρίκνωση της γραφειοκρατίας και την επικέντρωση σε παραδοσιακά ζητήματα ασφάλειας, ενδεχομένως εις βάρος της κλιματικής ατζέντας. Αντίθετα, οι προσδοκίες για την ανάδειξη της πρώτης γυναίκας γενικής γραμματέως ή την επιλογή υποψηφίου από τη Λατινική Αμερική, βάσει της άτυπης γεωγραφικής εναλλαγής, δεν φαίνεται να αποτελούν προτεραιότητα για την Ουάσιγκτον.
Στο παρασκήνιο συζητείται ακόμη και το ενδεχόμενο υποψηφιότητας του προέδρου της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο. Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Τζιάνι Ινφαντίνο ανέπτυξαν στενές σχέσεις κατά την περίοδο που οι ΗΠΑ συνδιοργάνωναν το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου. Η απόφαση του Ιταλοελβετού προέδρου της FIFA να θεσπίσει το Βραβείο Ειρήνης της FIFA, με πρώτο αποδέκτη τον ίδιο τον Τραμπ, προκάλεσε διπλωματικά σχόλια και αντιδράσεις.
Ωστόσο, ο Ινφαντίνο βρίσκεται αντιμέτωπος με επικρίσεις και για άλλες επιλογές του, μεταξύ των οποίων ένα σχέδιο που τελικά εγκαταλείφθηκε και προέβλεπε την πώληση μεριδίων από τα μελλοντικά κέρδη των Παγκοσμίων Κυπέλλων σε επενδυτικά κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών (private equity funds).
Οι στενές σχέσεις του με τον Αμερικανό πρόεδρο ενδέχεται, παράλληλα, να προκαλέσουν επιφυλάξεις στη Ρωσία και την Κίνα. Οι δύο χώρες, ως μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με δικαίωμα βέτο, θα μπορούσαν να αντιταχθούν σε μια ενδεχόμενη υποψηφιότητά του κατά τη διαδικασία επιλογής του επόμενου γενικού γραμματέα.
Υπό αυτό πρίσμα, στην πέμπτη άτυπη ψηφοφορία, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου, η πρώην αντιπρόεδρος της Κόστα Ρίκα και σημερινή επικεφαλής της UNCTAD, Ρεμπέκα Γκρίνσπαν, διατήρησε την πρώτη θέση, αλλά με μειωμένη υποστήριξη. Έλαβε εννέα ψήφους υπέρ, έξι κατά και καμία ουδέτερη, έναντι δέκα θετικών και τριών αρνητικών ψήφων στην προηγούμενη ψηφοφορία της 29ης Σεπτεμβρίου. Η εξέλιξη δείχνει ότι η υποψηφιότητά της δεν έχει εξασφαλίσει ακόμη την απαιτούμενη συναίνεση. Reuters
Η διαδικασία προβλέπει ότι ο γενικός γραμματέας διορίζεται από τη Γενική Συνέλευση, ύστερα από σύσταση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Για να προχωρήσει μια υποψηφιότητα, απαιτούνται τουλάχιστον εννέα θετικές ψήφοι στο 15μελές Συμβούλιο και απουσία βέτο από οποιοδήποτε από τα πέντε μόνιμα μέλη: τις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Ρωσία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Οι άτυπες ψηφοφορίες δεν αποκαλύπτουν ποια από τα μόνιμα μέλη αντιτίθενται σε κάθε υποψήφιο. Συνεπώς, οι έξι αρνητικές ψήφοι της Γκρίνσπαν δεν αρκούν από μόνες τους για να αποδείξουν ότι αντιμετωπίζει βέτο από κάποια μεγάλη δύναμη. Αποτελούν, όμως, ένδειξη ότι η υποψηφιότητά της εξακολουθεί να συναντά σημαντικές αντιστάσεις.
Η διαδικασία αποκτά ιδιαίτερη συμβολική σημασία, καθώς ο ΟΗΕ δεν έχει εκλέξει ποτέ γυναίκα γενική γραμματέα στα 81 χρόνια λειτουργίας του. Παράλληλα, η άτυπη προσδοκία να προέρχεται ο επόμενος επικεφαλής από τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική ενισχύει τις πιέσεις για μια επιλογή που θα συνδυάζει γεωγραφική εκπροσώπηση και πολιτική αποδοχή.
Η Γκρίνσπαν διαθέτει σημαντική εμπειρία στην οικονομική διπλωματία και στην αναπτυξιακή πολιτική, μέσω της ηγεσίας της UNCTAD. Ωστόσο, η κριτική που δέχεται από ορισμένους αμερικανικούς συντηρητικούς κύκλους για θέσεις και εκθέσεις του οργανισμού που αφορούν διεθνείς οικονομικές και πολιτικές συγκρούσεις μπορεί να περιπλέξει την προσπάθεια εξασφάλισης ευρύτερης στήριξης.
Στο πεδίο παραμένουν και άλλοι υποψήφιοι, όπως ο επικεφαλής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσι, και η διπλωμάτης της Γουιάνας Κάρολιν Ροντρίγκες-Μπέρκετ. Η αποχώρηση της πρώην προέδρου της Χιλής, Μισέλ Μπατσελέ, από την κούρσα περιόρισε τον αριθμό των υποψηφίων, χωρίς να εξαλείψει τις διαφωνίες.
Εάν κανείς από τους διεκδικητές δεν καταφέρει να συγκεντρώσει την απαραίτητη υποστήριξη, δεν αποκλείεται να εξεταστούν νέα ονόματα. Διπλωματικές πηγές και αναλυτές έχουν αναφερθεί στο ενδεχόμενο εμφάνισης ενός υποψηφίου-έκπληξη, ο οποίος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως συμβιβαστική λύση μεταξύ των μόνιμων μελών.
Αντόνιο Κόστα και τα σενάρια για έναν υποψήφιο-έκπληξη
Σε αυτό το σημείο εντάσσεται και το ερώτημα εάν η αναζήτηση συμβιβασμού στον ΟΗΕ θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για πρόσωπα που δεν περιλαμβάνονται στην επίσημη λίστα υποψηφίων. Το όνομα του Αντόνιο Κόστα, προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και πρώην πρωθυπουργού της Πορτογαλίας, μπορεί να εξεταστεί ως υποθετικό σενάριο πολιτικής διαδοχής, όχι όμως ως επιβεβαιωμένη υποψηφιότητα ή εξέλιξη που έχει τεκμηριωθεί από τις διαθέσιμες πληροφορίες.
Ο Κόστα διαθέτει εμπειρία σε ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις και στη διαμόρφωση συμβιβασμών μεταξύ κυβερνήσεων με διαφορετικές προτεραιότητες. Η προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου απαιτεί συντονισμό των εθνικών ηγετών και διαχείριση πολιτικών διαφορών, δεξιότητες που θα μπορούσαν να έχουν αξία σε έναν διεθνή οργανισμό με 193 κράτη-μέλη.
Η Πορτογαλία διατηρεί, επίσης, ιστορικούς δεσμούς με χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, γεγονός που θα μπορούσε να προσφέρει διπλωματικά πλεονεκτήματα σε ορισμένες διεθνείς συζητήσεις. Αυτό, ωστόσο, δεν αρκεί για να τεκμηριώσει ότι ο Κόστα θα συγκέντρωνε τη στήριξη των πέντε μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Αντόνιο Κόστα, πρόεδρος Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, © https://www.consilium.europa.eu/
Υπάρχουν, επιπλέον, σημαντικοί περιορισμοί. Η θητεία του στην προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έχει οριστεί έως τις 31 Μαΐου 2027, ενώ η ανάδειξη Ευρωπαίου στον ΟΗΕ θα ερχόταν σε αντίθεση με τις προσδοκίες για εκπροσώπηση της Λατινικής Αμερικής και για την ιστορική ανάδειξη γυναίκας στη θέση. Οι άτυπες γεωγραφικές ισορροπίες δεν αποτελούν δεσμευτικό κανόνα, εξακολουθούν όμως να επηρεάζουν τις διπλωματικές διαβουλεύσεις.
Σε περίπτωση αδιεξόδου, η πιθανότητα ενός νέου υποψηφίου θα εξαρτηθεί πρωτίστως από τη δυνατότητά του να γίνει αποδεκτός από τις μεγάλες δυνάμεις. Η διαδικασία δεν αποκλείει πολιτικά πρόσωπα που δεν περιλαμβάνονται στις αρχικές υποψηφιότητες, αλλά η ανάδειξή τους θα απαιτούσε σημαντική διπλωματική κινητοποίηση και ευρεία συναίνεση.
Το πραγματικό διακύβευμα για τον ΟΗΕ είναι η αποφυγή ενός θεσμικού κενού την 1η Ιανουαρίου 2027. Αν οι διαπραγματεύσεις παραμείνουν μπλοκαρισμένες, θα μπορούσαν να προκύψουν ερωτήματα για τον τρόπο προσωρινής διοίκησης του οργανισμού. Δεν υπάρχει, ωστόσο, σαφής και αυτόματη διαδικασία που να επιλύει κάθε ενδεχόμενο αδυναμίας συμφωνίας του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η πιθανότερη διέξοδος θα ήταν ένας συμβιβασμός της τελευταίας στιγμής, χωρίς αυτό να αποκλείει την εμφάνιση ενός απρόβλεπτου σεναρίου.
Τα ντόμινο και η επόμενη ημέρα σε ΕΚΤ και ΟΗΕ
Οι παράλληλες διαδικασίες διαδοχής στην ΕΚΤ και στον ΟΗΕ αναδεικνύουν διαφορετικές όψεις της ίδιας πρόκλησης: την ανάγκη επιλογής ηγεσιών που θα μπορούν να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον εντεινόμενου ανταγωνισμού και αμφισβήτησης των διεθνών θεσμών.
Στην ΕΚΤ, το ζητούμενο είναι η διατήρηση της αξιοπιστίας της νομισματικής πολιτικής, η διαχείριση του πληθωρισμού και η ισορροπία ανάμεσα στη σταθερότητα των τιμών και στις οικονομικές πιέσεις των κρατών-μελών. Στον ΟΗΕ, η πρόκληση είναι διαφορετική: η εξασφάλιση πολιτικής νομιμοποίησης, η διατήρηση της δυνατότητας διαμεσολάβησης σε συγκρούσεις και η αντιμετώπιση των χρηματοδοτικών περιορισμών.
Οι επιλογές των επόμενων μηνών μπορεί να επηρεάσουν και άλλους θεσμούς. Η πιθανή μετακίνηση της Λαγκάρντ στο WEF θα δημιουργούσε νέα δεδομένα για τη διοργάνωση που συγκεντρώνει κάθε χρόνο την πολιτική και επιχειρηματική ελίτ στο Νταβός. Μια συμφωνία για την ηγεσία της ΕΚΤ θα επηρέαζε τις ισορροπίες μεταξύ των μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης. Αντίστοιχα, η έκβαση της διαδικασίας στον ΟΗΕ θα έστελνε μήνυμα για την ικανότητα των μεγάλων δυνάμεων να συνεννοούνται σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων.
Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι οι εξελίξεις αυτές αποτελούν μέρος ενός ενιαίου, προσυμφωνημένου σχεδίου ανταλλαγής θέσεων. Οι διαδικασίες έχουν διαφορετικούς κανόνες, διαφορετικά εκλογικά σώματα και διαφορετικά κέντρα λήψης αποφάσεων. Η σύνδεσή τους βρίσκεται κυρίως στις ευρύτερες διεθνείς ισορροπίες, στις προτεραιότητες των κυβερνήσεων και στην προσπάθεια διατήρησης επιρροής σε κρίσιμους οργανισμούς.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν οι διαπραγματεύσεις θα οδηγήσουν σε ομαλές μεταβάσεις ή εάν οι αντιθέσεις μεταξύ των κρατών θα παρατείνουν την αβεβαιότητα. Σε κάθε περίπτωση, οι αλλαγές στην ηγεσία της ΕΚΤ και του ΟΗΕ δεν αφορούν απλώς την επιλογή προσώπων. Αφορούν την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής, την αποτελεσματικότητα της διεθνούς διπλωματίας και τη δυνατότητα των θεσμών να διατηρήσουν την αξιοπιστία τους σε μια περίοδο βαθιών ανακατατάξεων.
