Σχεδόν δύο στους τρεις Αμερικανούς γιατρούς χρησιμοποιούν μία τουλάχιστον πλατφόρμα τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) για διαγνώσεις και θεραπευτικές αποφάσεις.
Μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης στον χώρο της υγείας είναι η OpenEvidence, η αμερικανική startup που επιχειρεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι γιατροί αναζητούν επιστημονικές πληροφορίες και αποφασίζουν για τη θεραπεία των ασθενών τους.
Η εταιρεία, με έδρα το Μαϊάμι, αποτιμήθηκε στα 12,9 δισ. ευρώ, μετά την άντληση 215 εκατ. ευρώ σε νέο γύρο χρηματοδότησης τον Σεπτέμβριο.
Ιδρύθηκε το 2022 από τον επιχειρηματία Ντάνιελ Νάντλερ και έχει καταφέρει να διεισδύσει σε έναν παραδοσιακό κλάδο, όπου η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών ήταν σχετικά αργή.

O Nτάνιελ Νάντλερ, ιδρυτής και CEO της Open Evidence © ΙMDB
Η πλατφόρμα χρησιμοποιείται από σχεδόν τα δύο τρίτα των περίπου ενός εκατομμυρίου γιατρών στις ΗΠΑ. Τον προηγούμενο μήνα καταγράφηκαν περισσότερα από 42 εκατομμύρια ερωτήματα προς το σύστημα, σημειώνουν οι Financial Times.
Πώς λειτουργεί το OpenEvidence
Η πλατφόρμα λειτουργεί ως εξειδικευμένη μηχανή αναζήτησης με τεχνητή νοημοσύνη, σχεδιασμένη για επαγγελματίες υγείας. Οι γιατροί μπορούν να υποβάλλουν ερωτήματα σχετικά με συμπτώματα, πιθανές διαγνώσεις και θεραπευτικές επιλογές, αναζητώντας απαντήσεις μέσα από επιστημονικές δημοσιεύσεις και κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Κεντρικό στοιχείο της υπηρεσίας είναι η χρήση επιστημονικών πηγών με αξιολόγηση από ομότιμους επιστήμονες, όπως το New England Journal of Medicine και το Journal of the American Medical Association.
Στόχος είναι να περιορίζεται η αναζήτηση σε τεκμηριωμένη ιατρική βιβλιογραφία και να διευκολύνεται η γρήγορη αξιοποίησή της στην καθημερινή κλινική πρακτική.
Η ταχύτητα πρόσβασης στην πληροφορία αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για γιατρούς που διαχειρίζονται μεγάλο αριθμό περιστατικών και πρέπει να ενημερώνονται διαρκώς για νέες μελέτες και θεραπευτικές εξελίξεις.
Η OpenEvidence έχει ήδη αναπτύξει συνεργασίες με σημαντικούς οργανισμούς υγείας, μεταξύ των οποίων το Mount Sinai Health System, το Memorial Sloan Kettering Cancer Center και το NYU Langone.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η τεχνολογία ενσωματώνεται στα ηλεκτρονικά συστήματα ιατρικών φακέλων, ώστε να χρησιμοποιείται με μεγαλύτερη ασφάλεια στο περιβάλλον των νοσοκομείων.
Eπιχειρηματικό μοντέλο που βασίζεται στη διαφήμιση
Σε αντίθεση με πολλές υπηρεσίες ιατρικής πληροφόρησης που λειτουργούν με συνδρομές, η OpenEvidence στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διαφήμιση.
Oι διαφημιστικές συμφωνίες που είχαν εξασφαλιστεί έως το τέλος του 2025 αντιστοιχούσαν σε περίπου 86 εκατ. ευρώ, ενώ η εταιρεία εκτιμούσε ότι τα διαφημιστικά έσοδα θα μπορούσαν να φτάσουν τα 344-430 εκατ. ευρώ έως το τέλος του 2026.
Η ανάπτυξή της έχει προσελκύσει σχεδόν 860 εκατ. ευρώ σε επενδύσεις μέσα σε διάστημα 18 μηνών, με τη συμμετοχή επενδυτικών εταιρειών όπως οι Andreessen Horowitz, Blackstone, Thrive Capital και Sequoia.
Ωστόσο, το διαφημιστικό μοντέλο δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο μπορεί να συνυπάρξει με την ανάγκη για ανεξάρτητη και αξιόπιστη ιατρική πληροφόρηση.
Η υψηλή αποτίμηση της εταιρείας εξαρτάται από την ικανότητά της να διατηρήσει την ταχεία ανάπτυξη και να μετατρέψει τη δημοτικότητα της πλατφόρμας σε σταθερά έσοδα.
Ο ανταγωνισμός και τα ερωτήματα για την αξιοπιστία
Η OpenEvidence δεν δραστηριοποιείται πλέον μόνη της. Η OpenAI έχει εισέλθει στον χώρο της υγειονομικής περίθαλψης με ειδικά εργαλεία του ChatGPT, ενώ η Anthropic αναπτύσσει επίσης εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης για την υγεία και την επιστημονική έρευνα.
Παράλληλα, η εταιρεία αντιμετωπίζει προκλήσεις στη διεθνή επέκτασή της. Η αποχώρησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο, νωρίτερα μέσα στο 2026, λόγω του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου για την τεχνητή νοημοσύνη, περιόρισε την παρουσία της σε δύο σημαντικές αγορές.
Ακόμη σημαντικότερο είναι το ζήτημα της κλινικής αξιοπιστίας. Μελέτη της Mayo Clinic, η οποία έχει επενδύσει στην εταιρεία, κατέγραψε ακριβείς και τεκμηριωμένες συστάσεις σε πέντε εξεταζόμενα περιστατικά, με πιο περιορισμένη επίδραση στις τελικές θεραπευτικές αποφάσεις.
Αντίθετα, έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature τον Ιούνιο διαπίστωσε ότι η OpenEvidence υστερούσε έναντι γενικών μοντέλων AI, όπως το Gemini της Google και το GPT της OpenAI, σε συγκεκριμένες δοκιμασίες κλινικής αξιολόγησης.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν κενά στην αξιολόγηση τέτοιων εργαλείων και στον καθορισμό των κατάλληλων τρόπων χρήσης τους. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο νεότεροι γιατροί να βασίζονται υπερβολικά στις απαντήσεις της τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς να έχουν πρώτα αποκτήσει επαρκή γνώση και κλινική εμπειρία.
Από την ιατρική αναζήτηση στην ανακάλυψη φαρμάκων
Η OpenEvidence σχεδιάζει να επεκταθεί πέρα από την αναζήτηση ιατρικών πληροφοριών, αναπτύσσοντας εργαλεία αυτόματης καταγραφής των ιατρικών επισκέψεων και προετοιμάζοντας κλινικές μελέτες για τον καρκίνο και σπάνιες ασθένειες.
Μακροπρόθεσμος στόχος είναι η αξιοποίηση της επιστημονικής βιβλιογραφίας για τη διατύπωση νέων ερευνητικών υποθέσεων και την ανακάλυψη φαρμάκων.
Η μεγάλη πρόκληση θα είναι να αποδείξει ότι η ταχεία ανάπτυξη και η ευρεία χρήση της συνοδεύονται από μετρήσιμα οφέλη για την περίθαλψη.
Στην ιατρική, η ταχύτητα και η ευκολία δεν αρκούν: η ακρίβεια, η διαφάνεια και η ασφάλεια των ασθενών παραμένουν καθοριστικές.
