ΗΠΑ: Η startup τεχνητής νοημοσύνης Fal αντλεί 1,3 δισ. με αποτίμηση 16 δισ. δολαρίων

Η νεοφυής εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης Fal, που ιδρύθηκε το 2021, διπλασιάζει την αξία της μέσα σε λίγους μήνες, καθώς η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ εκτοξεύεται

Ο διευθύνων σύμβουλος και συνιδρυτής της Fal, Μπουρκάι Γκιουρ (αριστερά) με τον έτερο ιδρυτή Γκόρκεμ Γιουρτσέβεν © Sequoia.com

Η Fal, νεοφυής εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης που παρέχει υποδομές για την εκτέλεση μοντέλων παραγωγής εικόνας, βίντεο και ήχου, εξασφάλισε νέα χρηματοδότηση, ύψους 1,3 δισ. δολαρίων, ανεβάζοντας την αποτίμησή της στα 16 δισ. δολάρια.

Του νέου γύρου χρηματοδότησης ηγήθηκε η Bessemer Venture Partners, ήδη υφιστάμενος επενδυτής της εταιρείας. Στους συμμετέχοντες περιλαμβάνονται επίσης η Nvidia, η Sound Ventures και η T. Rowe Price. Η ανακοίνωση αναμένεται να γίνει την Τρίτη.

Η νέα αποτίμηση είναι διπλάσια από εκείνη του προηγούμενου γύρου, τον Απρίλιο, όταν η Fal είχε αντλήσει 350 εκατ. δολάρια με επικεφαλής τη Sequoia, αποτιμώντας την επιχείρηση στα 8 δισ. δολάρια.

Η Sequoia είναι μία από τις μεγαλύτερες και γνωστότερες εταιρείες επενδύσεων επιχειρηματικών κεφαλαίων (venture capital) στη Silicon Valley.

Ειδικεύεται στη χρηματοδότηση νεοφυών επιχειρήσεων (startups), κυρίως στους κλάδους της τεχνολογίας, του λογισμικού και της τεχνητής νοημοσύνης, συχνά από τα πρώτα στάδια ανάπτυξής τους. Έχει επενδύσει σε εταιρείες όπως η Apple, η Google, η Nvidia, η YouTube, η Airbnb και η WhatsApp.

Διεύρυνση της αγοράς υπηρεσιών AI inference

Η ταχεία αύξηση της αξίας της Fal αντανακλά τη διεύρυνση της αγοράς των υπηρεσιών AI inference. Πρόκειται για τη διαδικασία κατά την οποία ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης, αφού έχει εκπαιδευτεί, χρησιμοποιείται για να παράγει απαντήσεις, εικόνες, βίντεο ή άλλου είδους αποτελέσματα.

Καθώς όλο και περισσότεροι προγραμματιστές ενσωματώνουν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στις εφαρμογές τους, αυξάνεται αντίστοιχα η ανάγκη για υπολογιστική ισχύ που μπορεί να υποστηρίξει τη λειτουργία τους.

Η Fal, με έδρα το Σαν Φρανσίσκο, έχει βρεθεί στο επίκεντρο αυτής της τάσης, φιλοξενώντας μοντέλα εικόνας, βίντεο και ήχου για δημιουργούς περιεχομένου και προγραμματιστές.

Αντίστοιχες εταιρείες, όπως οι Modal και Baseten, εξετάζουν επίσης νέους γύρους χρηματοδότησης με ιδιαίτερα υψηλές αποτιμήσεις.

Η εκρηκτική ζήτηση και το πρόβλημα της υπολογιστικής ισχύος

Ο διευθύνων σύμβουλος και συνιδρυτής της Fal, Μπουρκάι Γκιουρ, ανέφερε ότι η εταιρεία αποφάσισε να αντλήσει τόσο μεγάλο ποσό επειδή η ζήτηση αυξήθηκε ταχύτερα από τις δυνατότητές της.

Το καλοκαίρι, όπως εξήγησε, η Fal έφτασε στο σημείο να μην μπορεί να εξυπηρετήσει όλους τους πελάτες της, αναγκάζοντας την εταιρεία να περιορίσει προσωρινά τη χρήση των υπηρεσιών της.

Το νέο κεφάλαιο θα κατευθυνθεί κυρίως στην εξασφάλιση πρόσθετης υπολογιστικής ισχύος, αλλά και στην επέκταση του ανθρώπινου δυναμικού της. Η Fal απασχολεί σήμερα περίπου 185 εργαζομένους.

Σύμφωνα με πρόσωπο που γνωρίζει τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας, η Fal είχε φτάσει νωρίτερα μέσα στη χρονιά σε ετησιοποιημένα έσοδα 800 εκατ. δολαρίων.

Το μέγεθος αυτό αποτυπώνει τον ρυθμό των εσόδων της σε ετήσια βάση, εφόσον διατηρηθεί η τρέχουσα επίδοσή της, και όχι κατ’ ανάγκη τα συνολικά έσοδα μιας ολοκληρωμένης οικονομικής χρήσης.

Βελτίωση μοντέλων παραγωγής βίντεο

Παράλληλα, η εταιρεία έχει ενισχύσει την παρουσία της στην ανάπτυξη και τη βελτίωση μοντέλων παραγωγής βίντεο μετά την αρχική εκπαίδευσή τους. Συνεργάζεται τόσο με δημιουργούς μοντέλων ανοικτού κώδικα όσο και με εταιρείες που αναπτύσσουν κλειστά συστήματα, ενώ ορισμένες από τις συμφωνίες περιλαμβάνουν τέλη αδειοδότησης ή κατανομή εσόδων.

Προς το παρόν, η Fal δεν σχεδιάζει να εκπαιδεύσει δικά της μοντέλα από το μηδέν, χωρίς ωστόσο να αποκλείει μια τέτοια κίνηση στο μέλλον.

Η νέα χρηματοδότηση αναδεικνύει, παράλληλα, το αυξανόμενο κόστος ανάπτυξης και λειτουργίας επιχειρήσεων τεχνητής νοημοσύνης. Η πρόσβαση σε ισχυρά τσιπ, υποδομές και μεγάλης κλίμακας υπολογιστικά συστήματα εξελίσσεται σε καθοριστικό παράγοντα ανταγωνισμού.

Όπως σημείωσε ο Γκιουρ, η υπολογιστική ισχύς και η δυνατότητα επέκτασης των υποδομών αποτελούν πλέον βασικά εμπόδια για τις εταιρείες του κλάδου.

Σε μια αγορά όπου η ζήτηση αυξάνεται με ταχύτητα, η δυνατότητα εξασφάλισης μεγαλύτερης κλίμακας μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την επικράτηση των επιχειρήσεων.