Τέσσερα μεγάλα ζητήματα θα κρίνουν το 2027 λέει σε συνέντευξή του στο powergame.gr ο καθηγητής Παγκόσμιας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Πίτερ Φράνκοπαν, ένας από τους πλέον επιδραστικούς ιστορικούς της εποχής μας. Το πρώτο είναι ο πληθωρισμός, με επιπτώσεις στο εθνικό χρέος, στις αποπληρωμές, στο βιοτικό επίπεδο και στο κόστος. Το δεύτερο είναι η ασταθής Ρωσία στο κατώφλι της Ευρώπης και το τρίτο τα χειρότερα κλιματικά δεδομένα που έχουν καταγραφεί με τις θερμοκρασίες επιφάνειας σε Ειρηνικό και Ατλαντικό. Τέταρτο ζήτημα είναι τα κλειστά Στενά του Ορμούζ και οι επερχόμενες εκλογές στο Ισραήλ. Και όμως, παρατηρεί, «οι περισσότεροι θεωρούν ότι όλα αυτά δεν τους αφορούν, γιατί το ζητούμενο είναι ποιος θα κερδίσει τον ποδοσφαιρικό αγώνα, ενώ οι εφημερίδες ασχολούνται με το τι έγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ στο Twitter».
Ο Π. Φράνκοπαν δεν κρύβει πως η Ευρώπη «αποκοιμήθηκε» και πως χρειάζεται περισσότερη στρατηγική σκέψη ενώ προβλέπει πως «τα πράγματα θα χειροτερέψουν πριν βελτιωθούν» για τη Γηραιά Ήπειρο. Φέρνει ως παράδειγμα στρατηγικής πρωτοβουλίας την απόφαση της Ουάσιγκτον να αποκτήσει μερίδιο 10% στην εταιρεία κατασκευής ημιαγωγών Intel και σε λίγους μήνες είδε την αξία της επένδυσής να πενταπλασιάζεται. Η κίνηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ δείχνει πως κρίνει ορισμένες επιχειρήσεις ζωτικές για το μέλλον. Δεν υπάρχει λόγος, λέει, να μη σκέφτεται έτσι και η Ευρώπη αφού υπάρχουν ευκαιρίες. Τεράστιος όγκος δουλειάς γίνεται στις βιοϊατρικές επιστήμες, στην παραγωγή μπαταριών και σε νέες τεχνολογίες, στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα.
Ο Πίτερ Φράνκοπαν κατέχει τη θέση του καθηγητή Παγκόσμιας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Διευθύνει από το 2000 το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών της Οξφόρδης και είναι ανώτερος ερευνητής στο Worcester College, ενώ έχει διδάξει και έχει βρεθεί ως επισκέπτης ερευνητής στο Κέιμπριτζ, το Χάρβαρντ, το Πρίνστον και το Λέιντεν. Το έργο του έχει έναν άξονα, τη μετατόπιση της ιστορικής αφήγησης από τη δυτικοκεντρική οπτική προς την Ανατολή. Στην «Πρώτη Σταυροφορία, το κάλεσμα από την Ανατολή» (2012) εξέτασε τα γεγονότα μέσα από τη ματιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Μικράς Ασίας και όχι της Δύσης. Το 2015 οι «Δρόμοι του Μεταξιού» τον καθιέρωσαν διεθνώς, κατέκτησαν την πρώτη θέση στις λίστες ευπώλητων βιβλίων, μεταφράστηκαν σε περισσότερες από 30 γλώσσες και επαναπροσδιόρισαν την παγκόσμια ιστορία τοποθετώντας στο επίκεντρο την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή. Ακολούθησαν οι «Νέοι Δρόμοι του Μεταξιού» (2018), με έμφαση στις γεωπολιτικές ανακατατάξεις και στην αυξανόμενη επιρροή της Ασίας, και το «The Earth Transformed» (2023), ένα ογκώδες διεπιστημονικό έργο για την αλληλεπίδραση της ανθρωπότητας με το φυσικό περιβάλλον, την εξάντληση των πόρων και την κλιματική αλλαγή σε βάθος χιλιάδων ετών. Ο γνωστός ιστορικός συμβουλεύει κυβερνήσεις, υπερεθνικούς οργανισμούς και διεθνείς επιχειρήσεις, και αρθρογραφεί στους New York Times, στον Guardian και στον Economist.
Το επόμενο βιβλίο του, που ολοκληρώνει αυτές τις μέρες μετά από επτά ή οκτώ χρόνια δουλειάς, εγκαταλείπει τον άξονα Ανατολής και Δύσης για τον άξονα Βορρά και Νότου, και υπόσχεται ότι θα είναι συντομότερο από το προηγούμενο. Η δουλειά του ιστορικού, καταλήγει, μοιάζει με εκείνη του ιατρού, όπως συνέκριναν πάντα οι Έλληνες φιλόσοφοι, πρέπει να εξηγήσεις ποια είναι τα όργανα και τι συμβαίνει κάτω από το δέρμα.
Το μέγεθος της υποχώρησης
Η Ευρώπη είχε κάποτε περίπου το 80% του ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών, σήμερα έχει πέσει κάτω από το 70%. Η αμερικανική τεχνολογία, οι επενδύσεις, τα οικονομικά και ο έλεγχος του παγκόσμιου ΑΕΠ είναι κυρίαρχα, και η προθυμία της Ουάσιγκτον να χρησιμοποιήσει τη δύναμή της, ίσως απερίσκεπτα, ίσως ανόητα, θέτει για την Ευρώπη ένα δύσκολο ερώτημα, γιατί δεν ακολουθεί τον ρυθμό. Στο ερώτημα αν η Ευρώπη μπορεί ακόμη να επηρεάσει αποφάσεις στον κόσμο, η απάντησή του είναι όχι ιδιαίτερα. Ο Κόλπος και το Ιράν είναι αμερικανικό πρόβλημα. Το ίδιο ισχύει για τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, την Υποσαχάρια Αφρική, τη Νότια Αμερική, περιοχές που, όπως λέει, δεν εμφανίζονται καν στις ειδήσεις. Το παράδειγμα που επιλέγει είναι η σύνοδος του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης στο Μπισκέκ, η 25η επέτειος ενός σχήματος που αντιπροσωπεύει το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ και σχεδόν τον μισό πληθυσμό του πλανήτη, με κάλυψη σχεδόν μηδενική στις εφημερίδες της Ελλάδας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας.
Η γεωγραφία δεν άλλαξε, οι διαδρομές άλλαξαν
Ως ιστορικός επιμένει στα θεμελιώδη, στην εφοδιαστική και στη γεωγραφία. Μέχρι πριν από 500 χρόνια, θυμίζει, το κέντρο της Ευρώπης ήταν η ανατολική της πλευρά. Οι μελετητές ήταν από την Αθήνα, η σπουδαιότερη πόλη ήταν η Κωνσταντινούπολη, εκεί βρίσκονταν ο πλούτος και οι διασυνδέσεις προς τα ανατολικά, μέσω θαλάσσης και ξηράς, στα δίκτυα που μετέφεραν εμπόριο, λογιοσύνη, ιδέες και θρησκείες. Η Αθήνα, η Κωνσταντινούπολη και η Ανατολία ήταν πολύ πιο κοντά στην Ιερουσαλήμ, εκεί πήγαν οι χριστιανοί ευαγγελιστές και όχι στη Σκωτία, τη Σκανδιναβία ή την Ισπανία. Το λάθος άκρο της Ευρώπης ήταν η δυτική πλευρά, και η ανατροπή ήρθε το 1500. Στην Ιταλία, σημειώνει, η σημαντικότερη εμπορική πόλη ήταν η Βενετία, όχι το Μιλάνο, το Παρίσι ή το Λονδίνο.
Τα δίκτυα, λέει, μετρούσαν πάντα, άλλαξε μόνο η μορφή τους. Παλιά μιλούσαμε για λιμάνια, τον 20ό αιώνα για αεροδρόμια, σήμερα για διακομιστές δεδομένων και καλώδια. Όποιος ελέγχει ένα δίκτυο αποκτά μονοπωλιακή ισχύ, έτσι λειτουργούσαν οι αυτοκρατορίες.
Στο ελληνικό παράδειγμα η ετυμηγορία του είναι καθαρή. Παρακολούθησε στενά τις συζητήσεις για τον Πειραιά, όταν ήρθε να επενδύσει η κινεζική κυβέρνηση και πολλοί Έλληνες εκνευρίστηκαν. Οι Έλληνες επενδυτές, όμως, δεν ήθελαν να βάλουν χρήματα στο λιμάνι, η λειτουργία του αποδείχθηκε αρκετά καλή για την ελληνική οικονομία και η συγκεκριμένη επένδυση ήταν πιθανώς προτιμότερη από ένα κερδοσκοπικό κεφάλαιο της Wall Street που θα απογύμνωνε τα περιουσιακά στοιχεία και θα πρόσθετε χρέη.
Το ευρωπαϊκό λάθος και ο λογαριασμός
Το στρατηγικό σφάλμα το τοποθετεί στην τελευταία εικοσιπενταετία, και το λέει, όπως τονίζει, ως φιλοευρωπαίος και περήφανος Ευρωπαίος. Η Ένωση επένδυσε στον ανταγωνισμό ανάμεσα στα κράτη μέλη και στις επιχειρήσεις της, ενώ απέναντι σχηματίζονταν εταιρείες τέρατα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, μαζί με κρατικά κεφάλαια του Κόλπου ικανά να αγοράσουν ένα προς ένα τα πολύτιμα ευρωπαϊκά περιουσιακά στοιχεία.
Ο λογαριασμός φαίνεται σήμερα διαφορετικός. Η Γερμανία επέμενε, κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης, να αναλάβει τον έλεγχο των υποδομών των αεροδρομίων στην Ελλάδα για να δώσει ένα μάθημα στους Έλληνες οικονομολόγους, και μέσα σε λίγους μήνες έχασε το 7% του συνολικού εργατικού δυναμικού της αυτοκινητοβιομηχανίας της. Στη Γαλλία, από την εκλογή Μακρόν το 2017, το εθνικό χρέος αυξήθηκε κατά 800 δισεκατομμύρια ευρώ, με το 45% του ποσού να κατευθύνεται σε συντάξεις, με αποτέλεσμα το μέσο εισόδημα ενός συνταξιούχου να υπερβαίνει εκείνο ενός νέου εργαζόμενου. Στη Βρετανία, από την οποία κατάγεται και η οποία αποφάσισε πριν από 10 χρόνια να αποχωρήσει από την Ευρώπη, μετρά εννέα πρωθυπουργούς σε 11 χρόνια.
Η αντίστροφη ανάγνωση αφορά τον ευρωπαϊκό Νότο. Οι χώρες που πόνεσαν πραγματικά στη χρηματοπιστωτική κρίση, η Ελλάδα πάνω απ’ όλα, η Ιταλία και η Πορτογαλία, δεν είναι μόνο ανάμεσα στις καλύτερα λειτουργούσες οικονομίες, είναι και εκείνες όπου η νομοθεσία και οι αποφάσεις πολιτικής λαμβάνονται ταχύτερα από ό,τι στη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Βρετανία. Η Ελλάδα, προσθέτει, είναι παγκόσμιας κλάσης στον αριθμό των μαθηματικών και των επιστημόνων που παράγει, ενώ η ελληνική ναυτιλία δεν μεταφέρει απλώς αγαθά από τον Πειραιά στο Ρότερνταμ, είναι παγκόσμια επιχείρηση που οφείλει να ανταποκρίνεται στα παγκόσμια γεγονότα.
Στο ερώτημα για τις πρώτες ύλες απαντά μονολεκτικά, αποκοιμηθήκαμε. Ξεχάσαμε την εφοδιαστική, τα τρόφιμα, τα ορυκτά, το νερό, το κλιματικό περιβάλλον, θεωρώντας ότι οι αλυσίδες εφοδιασμού θα λειτουργούν πάντα. Το παράδειγμα που φέρνει δεν είναι γεωπολιτικό, συνδέεται με μια φυσική καταστροφή. Οι πλημμύρες στην Ταϊλάνδη το 2011 σκότωσαν 30 έως 40 ανθρώπους, αλλά η διαταραχή στην παραγωγή σκληρών δίσκων και βασικών εξαρτημάτων κόστισε μόνο στην ιαπωνική αυτοκινητοβιομηχανία περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια δολάρια, καταλήγει.