Η Βενεζουέλα δημιουργεί έντονο πονοκέφαλο στις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες

Έχουν περάσει δεκαετίες από τότε που η βιομηχανία απολάμβανε τα επακόλουθα της εξωτερικής πολιτικής

Kοιτάσματα πετρελαίου, Βενεζουέλα © EPA/MIGUEL GUTIERREZ

Ο Donald Trump είναι ένας ιδιόρρυθμος τύπος. Ωστόσο η ιδιοσυγκρασία του δεν απέτρεψε τους ερασιτέχνες ιστορικούς να σκαλίζουν το παρελθόν της Αμερικής αναζητώντας αντιστοιχίες. Η κατασκευαστική νοσταλγία του παραπέμπει στη δεκαετία του 1950. Η αγάπη του για τους δασμούς θυμίζει τη δεκαετία του 1930. Η ιμπεριαλιστική του τάση μοιάζει με αυτή της δεκαετία του 1890. Μια συνέντευξη Τύπου στις 3 Ιανουαρίου  έφερε στο νου τη δεκαετία του 1820. Λίγες ώρες αφότου οι αμερικανικές ειδικές δυνάμεις άρπαξαν τον δικτάτορα της Βενεζουέλας, Nicolás Maduro από την κρεβατοκάμαρά του στο Καράκας για να αντιμετωπίσει κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών στη Νέα Υόρκη (τις οποίες ο ίδιος αρνείται), ο κ. Trump αναφέρθηκε στο «δόγμα Μονρόε» εκείνης της εποχής για την αμερικανική ηγεμονία στην πίσω αυλή του ημισφαιρίου.

Ο πρόεδρος αναφέρθηκε επίσης στο πετρέλαιο 20 φορές. Η Βενεζουέλα διαθέτει 300 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, περισσότερα από τη Σαουδική Αραβία, αλλά λόγω της πολυετούς κακοδιαχείρισης αντλεί μόλις 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως, λιγότερα από την εμπόλεμη Λιβύη. Τώρα, ο κ. Trump δήλωσε: «Θα βάλουμε τις πολύ μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες των Ηνωμένων Πολιτειών μας… να πάνε εκεί, να ξοδέψουν δισεκατομμύρια δολάρια, να φτιάξουν τις κακοσυντηρημένες υποδομές, τις πετρελαϊκές υποδομές, και να αρχίσουν να βγάζουν χρήματα για τη χώρα».

Αυτό το όραμα για τα πετρέλαια φαίνεται να είναι, για να προσθέσουμε τα δύο σεντς του Schumpeter (Schumpeter’s two cents)[1] στο παιχνίδι της ιστορίας, βγαλμένο από τη δεκαετία 1940-60. Τότε η βιομηχανία και η αμερικανική εξωτερική πολιτική ήταν στενά συνδεδεμένες. Η αμερικανική ισχύς βοήθησε τις «Επτά Αδελφές» – προγόνους των ExxonMobil, Chevron, Shell και BP – να ελέγχουν το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου. Σε αντάλλαγμα, οι εταιρείες βοήθησαν κυριολεκτικά στη τροφοδότηση της αμερικανικής ισχύος, τόσο της στρατιωτικής όσο και της οικονομικής.

Προφανώς ο κ. Trump δεν ζήτησε τη γνώμη των αφεντικών του πετρελαίου σχετικά με το όραμά του για τη Βενεζουέλα. Η Chevron, η μόνη μεγάλη αμερικανική εταιρεία που παρέμεινε μετά την εθνικοποίηση του κλάδου από τον προκάτοχο του κ. Maduro το 2007, λέει ότι «δεν είχε καμία ενημέρωση για την πρόσφατη επιχείρηση». Μόλις τώρα ο Λευκός Οίκος συγκαλεί εσπευσμένα συναντήσεις με Αμερικανούς πετρελαϊκούς ιθύνοντες για να συζητήσουν την αύξηση της παραγωγής. Δεδομένου ότι οι τιμές των μετοχών των πετρελαϊκών εταιρειών σημείωσαν άλμα στον απόηχο της σύλληψης του κ. Maduro, ο κ. Trump μπορεί να υπολογίζει στην ευγνωμοσύνη τους, όμως το πιθανότερο είναι να συναντήσει σκεπτικισμό τόσο βαρύ όσο και το ασφαλτούχο αργό της Βενεζουέλας, μεταξύ άλλων από τη Chevron και τον επικεφαλής της, Mike Wirth.

Αυτό συμβαίνει επειδή η υπόσχεση του κ. Trump για εκμετάλλευση της φλέβας πετρελαίου στη Βενεζουέλα μοιάζει να μην είναι ευθυγραμμισμένη με την πραγματικότητα του σύγχρονου μεγάλου πετρελαίου. Για αρχή, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο κόσμος δεν υπήρξε ποτέ τόσο πλημμυρισμένος με μαύρο χρυσό όσο είναι σήμερα. Η υπερπροσφορά πιέζει προς τα κάτω τις τιμές του αργού, οι οποίες την τελευταία φορά που ήταν τόσο χαμηλές ήταν όταν οι άνθρωποι αποτίναζαν την covid-19 πριν από πέντε χρόνια. Τα κέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών έχουν βυθιστεί. Η Chevron σημείωσε καθαρά κέρδη περίπου 13 δισ. δολάρια το 2025, το χειρότερο αποτέλεσμα από το 2020 και πάνω από 40% κάτω από τον μέσο όρο του 2021-24.

Με την παγκόσμια ζήτηση να  βρίσκεται σε ήπια επίπεδα και με την πιθανότητα να κορυφωθεί το 2030, τα πετρελαϊκά υπερμεγαθήρια έχουν γίνει πιο επιλεκτικά ως προς τα project που θα επενδύσουν. Αυτές τις μέρες δεν αρκούν τα κοιτάσματα να είναι παλιά: θα πρέπει να είναι χαμηλού κόστους και χαμηλού κινδύνου. Αυτά της Βενεζουέλας δεν είναι κανένα από τα δύο.

Σύμφωνα με την ενεργειακή συμβουλευτική εταιρεία Wood Mackenzie, η τιμή ισοσκέλισης (breakeven) για τα κύρια έργα στη Βενεζουέλα υπερβαίνει τα 80 δολάρια ανά βαρέλι, δηλαδή βρίσκεται σημαντικά υψηλότερα από τα περίπου 50 δολάρια ανά βαρέλι στα οποία διαπραγματεύεται το πετρέλαιο στην αγορά. Η Chevron δεν δημοσιοποιεί τις τιμές ισοσκέλισης για τις διάφορες γεωγραφικές περιοχές στις οποίες δραστηριοποιείται. Ωστόσο, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη ετήσια έκθεσή της, το κόστος παραγωγής της (το οποίο δεν περιλαμβάνει αποσβέσεις, φορολογικές επιβαρύνσεις και ορισμένες άλλες δαπάνες) στην αμερικανική ήπειρο εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών ανερχόταν σε 14 δολάρια ανά βαρέλι. Το ποσό αυτό ήταν κατά το ήμισυ περίπου υψηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο της εταιρείας και σχεδόν βέβαιο ότι είχε αυξηθεί λόγω των υπολειμματικών δραστηριοτήτων της στη Βενεζουέλα.

Η άντληση βαρέος και υψηλής περιεκτικότητας σε θείο αργού πετρελαίου στη Βενεζουέλα, το οποίο πωλείται με έκπτωση, καθίσταται ακόμη λιγότερο ελκυστική όταν η Chevron μπορεί να αξιοποιεί ελαφρύτερο και χαμηλότερης περιεκτικότητας σε θείο πετρέλαιο στη γειτονική Γουιάνα, το οποίο εξορύσσεται με χαμηλότερο κόστος και διατίθεται στην αγορά με προσαύξηση τιμής. Το περασμένο έτος, η αμερικανική εταιρεία ολοκλήρωσε την εξαγορά της Hess, μικρότερης ανταγωνίστριας με σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στη χώρα που βρίσκεται ανατολικά της Βενεζουέλας, έναντι 60 δισ. δολαρίων. Σύμφωνα με τα έγγραφα που είχε καταθέσει η Hess πριν από τη συγχώνευση, το κόστος παραγωγής ανά βαρέλι στη Γουιάνα ήταν χαμηλότερο από 7 δολάρια.

Πριν από ένα μήνα ο κ. Wirth δήλωσε ότι το 2026, η Chevron θα επενδύσει 7 δισ. δολάρια σε υπεράκτια έργα, εκ των οποίων η Γουιάνα είναι μακράν το μεγαλύτερο, από ένα συνολικό προϋπολογισμό κεφαλαίων ύψους 18 δισ.-19 δισ. δολαρίων. Η Rystad Energy, μια άλλη εταιρεία συμβούλων, εκτιμά ότι η αναβίωση της παραγωγής της Βενεζουέλας στα 2 εκατ. βαρέλια ανά ημέρα, επίπεδο που επιτεύχθηκε για τελευταία φορά το 2018, θα απαιτούσε ετήσιες επενδύσεις ύψους 12 δισ. δολαρίων έως το 2032. Ακόμη και αν η Chevron μοιραζόταν αυτό το βάρος με την ExxonMobil και την ConocoPhillips, δύο αμερικανικές ανταγωνίστριες που αποχώρησαν μετά το 2007, το τίμημα θα εξακολουθούσε να είναι βαρύ και η απόδοση αβέβαιη.

Αυτό είναι κάτι που οι μέτοχοι απεύχονται. Οι ιδρυτές των επτά αδελφών μπορεί στο παρελθόν να φλέρταραν με τον γεωπολιτικό κίνδυνο. Οι απόγονοι τους τον αποφεύγουν. Ο Dan Yergin, ο κατεξοχήν ιστορικός της πετρελαϊκής βιομηχανίας, περιγράφει τους σημερινούς πετρελαϊκούς γίγαντες ως «πολύπλοκους, πειθαρχημένους στο κεφάλαιο οργανισμούς που διοικούνται από μηχανικούς και δικηγόρους».

Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο. Στο βιβλίο του «The Quest», ο κ. Yergin παραθέτει τις αμφιβολίες ενός δυτικού διευθύνοντος συμβούλου σχετικά με την είσοδο στο Ιράκ μετά την ανατροπή του Saddam Hussein από την Αμερική το 2003. «Πείτε μας για το νομικό σύστημα, πείτε μας για το πολιτικό σύστημα. Πείτε μας για το οικονομικό σύστημα και για τα συμβατικά και φορολογικά συστήματα, πείτε μας για τη διαιτησία, και για την ασφάλεια… Πείτε μας όλα αυτά τα πράγματα και μετά θα συζητήσουμε για το αν θα επενδύσουμε ή όχι». Χρειάστηκαν περισσότερα από έξι χρόνια για να απαντηθούν αυτές οι ερωτήσεις κατά τρόπο που να ικανοποιεί τις μεγάλες εταιρείες. Οι ενδεχόμενες επενδύσεις τους συχνά υπολείπονταν κατά πολύ των προσδοκιών.

Η αρχική θέρμη των επενδυτών έχει ήδη κρυώσει. Στις 6 Ιανουαρίου οι μετοχές της Chevron έχασαν μεγάλο μέρος της ανόδου τους κατά 5% την προηγούμενη ημέρα. Τα υπόλοιπα κέρδη ίσως οφείλονται περισσότερο στον μειωμένο κίνδυνο προσάρτησης της πετρελαϊκής περιοχής της Γουιάνας από τη Βενεζουέλα, με την οποία είχε απειλήσει ο κ. Maduro. Οι μετοχές της ExxonMobil και της ConocoPhillips μπορεί να αντανακλούν τις βελτιωμένες πιθανότητες ανάκτησης κάποιων από τις αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν στο δίδυμο από τη διαιτησία για την απαλλοτρίωση του 2007. Καμία από αυτές τις εξελίξεις δεν σηματοδοτεί μια πετρελαϊκή έκρηξη στη Βενεζουέλα.

[1] Το «Schumpeter’s two cents» αναφέρεται στην ιδιαίτερη συνεισφορά του οικονομολόγου Joseph Schumpeter, ιδιαίτερα στην εστίασή του στον επιχειρηματία ως την κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού, που οδηγεί τη «δημιουργική καταστροφή» μέσω της καινοτομίας (νέα προϊόντα, μέθοδοι, αγορές), η οποία διαταράσσει παλιές βιομηχανίες και τροφοδοτεί την οικονομική ανάπτυξη, σε αντίθεση με τον απλό ανταγωνισμό τιμών, και την ιδέα του ότι η ίδια η επιτυχία του καπιταλισμού οδηγεί στον τελικό μετασχηματισμό του.

© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.