Τις τελευταίες ημέρες έγινε σαφές πόσο ανόητο είναι να βασίζεις σε υπερβολικό βαθμό την εθνική σου ασφάλεια σε έναν απρόβλεπτο ιδιώτη πολίτη που ονομάζεται Έλον Μασκ. Ο κ. Μασκ φέρεται να διέταξε τον μερικό περιορισμό της λειτουργίας της υπηρεσίας δορυφορικού διαδικτύου του στο εσωτερικό της Ουκρανίας. Αυτό είχε δύο επιζήμιες συνέπειες. Παρεμπόδισε την ήδη περιορισμένη ικανότητα της Ουκρανίας να υπερασπίζεται τις πόλεις και τους αμάχους της από τα ταχύτατα και φονικά ρωσικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Επίσης, δυσκόλεψε την Ουκρανία να αντεπιτεθεί στις ρωσικές δυνάμεις κατοχής.
Εάν ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε αντιρρήσεις γι’ αυτή την εξόφθαλμη εξυπηρέτηση προς το Κρεμλίνο, δεν τις εξέφρασε. Οι σύμμαχοι της Αμερικής, στην Ευρώπη και αλλού, μπορούν εύλογα να αναρωτηθούν πόσο μπορούν να εμπιστεύονται την υπερδύναμη. Εάν στο μέλλον χρειαστούν διαστημικά συστήματα επικοινωνιών για να αμυνθούν απέναντι σε μια επίθεση, μπορούν να είναι απολύτως βέβαιοι ότι η Αμερική θα τους τα παράσχει άνευ όρων; Το πρόβλημα, δυστυχώς, είναι ότι δεν υπάρχει καμία επαρκής εναλλακτική λύση εγχώριας ανάπτυξης. Η Ευρώπη μιλά με ευχέρεια για την προσπάθεια επίτευξης «αυτονομίας στο διάστημα». Όμως αυτό θα απαιτήσει χρόνο και χρήματα, καθώς και την ανάγκη να περιορίσει η Ευρώπη τη σπατάλη, τις εσωτερικές διαμάχες και τις αλληλοεπικαλύψεις που έχουν επιβαρύνει τις διαστημικές της προσπάθειες.
Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό; Πρώτον, η Ευρώπη πρέπει να διαθέτει την ικανότητα εκτόξευσης μεγάλου αριθμού δορυφόρων σε τροχιά. Σε αυτόν τον τομέα, οι επιδόσεις της μέχρι σήμερα είναι κακές. Μπορεί να μεταφέρει βαριά φορτία στο διάστημα με τους πυραύλους Ariane, αλλά ούτε κατά διάνοια τόσο φθηνά ή αποτελεσματικά όσο η εταιρεία του κ. Μασκ.
Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα πυραύλων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των αδυναμιών των διαστημικών εγχειρημάτων της Ευρώπης. Οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη του πυραύλου βαρέων φορτίων Ariane 6 άφησαν την Ευρώπη χωρίς πρόσβαση στο διάστημα για σχεδόν έναν χρόνο, κατά το 2023 και το 2024. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος (ESA), ο οποίος χρηματοδοτεί το πρόγραμμα, φέρει μέρος της ευθύνης. Δεν αναθέτει τις συμβάσεις στους πιο καινοτόμους ή αποδοτικούς προμηθευτές, αλλά προτιμά επιχειρήσεις από χώρες που συνεισφέρουν τα περισσότερα χρήματα. Το πρόγραμμα προστατεύεται επίσης από τις δυνάμεις της αγοράς, λαμβάνοντας περίπου 300 εκατ. ευρώ (337 εκατ. δολάρια) ετησίως σε δημόσιες επιδοτήσεις. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που έχει συντριβεί από τη SpaceX, η οποία πέρυσι πραγματοποίησε 165 εκτοξεύσεις πυραύλων Falcon 9, χρεώνοντας στους ιδιώτες πελάτες της 70 εκατ. δολάρια ανά εκτόξευση, ενώ η Ariane χρεώνει περισσότερα από 90 εκατ. δολάρια, παρά τις επιδοτήσεις αυτές.
Για να διορθώσει την κατάσταση, ο ESA αρχίζει διστακτικά να αντιγράφει την αμερικανική διαστημική υπηρεσία NASA, η οποία πριν από δεκαετίες ενθάρρυνε την ανάπτυξη εμπορικών διαστημικών επιχειρήσεων, εγκαταλείποντας τις συμβάσεις «κόστους συν περιθωρίου κέρδους» για την ανάπτυξη πυραύλων και στρεφόμενη στην αγορά υπηρεσιών εκτόξευσης σε σταθερή τιμή, μια πολιτική που επέτρεψε στη SpaceX του κ. Μασκ να ευδοκιμήσει. Ο οργανισμός έχει αναθέσει συμβάσεις σε τρεις νεοφυείς επιχειρήσεις πυραυλικής τεχνολογίας. Θα μπορούσαν να ακολουθήσουν συγχωνεύσεις, όπως η προτεινόμενη συνένωση τριών από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κατασκευής δορυφόρων. Μπορεί όμως η Ευρώπη να δημιουργήσει μια επιχείρηση αρκετά μεγάλη ώστε να ανταγωνίζεται σε παγκόσμιο επίπεδο, χωρίς να περιορίσει τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της;
Η δεύτερη προτεραιότητα της Ευρώπης θα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ανταγωνιστή του Starlink του κ. Μασκ, και μάλιστα χωρίς πολιτικές που αυξάνουν τις τιμές και καταπνίγουν την καινοτομία. Η OneWeb, μια εταιρεία στην οποία συμμετέχουν μετοχικά οι κυβερνήσεις της Βρετανίας και της Γαλλίας, παρέχει ήδη ορισμένες υπηρεσίες παρόμοιες με εκείνες του Starlink. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά με το IRIS2, ένα πρόγραμμα ύψους 16 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη 348 δορυφόρων που θα παρέχουν ασφαλείς επικοινωνίες σε κυβερνήσεις και ένοπλες δυνάμεις. Ωστόσο, ακόμη και αυτό το πρόγραμμα υποφέρει από κατακερματισμό και αλληλοεπικαλύψεις. Η Γερμανία σχεδιάζει να κατασκευάσει έναν σχηματισμό 100 δορυφόρων στρατιωτικών επικοινωνιών, με κόστος περίπου 10 δισ. ευρώ, ενώ η Γαλλία και η Βρετανία επενδύουν στα δικά τους, μικρότερα προγράμματα. Θα ήταν σοφότερο να συγκεντρώσουν όλοι τη ζήτησή τους για δορυφορικές υπηρεσίες.
Ορισμένες κυβερνήσεις θα επιμείνουν να έχουν τέτοια συστήματα υπό εθνικό έλεγχο. Ωστόσο, οι ανησυχίες τους θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με την κατασκευή δορυφόρων βάσει κοινών προτύπων, ώστε να είναι διαλειτουργικοί. Οι χώρες ή οι συνασπισμοί χωρών θα μπορούσαν να έχουν την ιδιοκτησία τους, αλλά, συνδέοντάς τους μεταξύ τους, όλοι θα επωφελούνταν: μεγαλύτεροι στόλοι θα σήμαιναν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και ευρύτερη κάλυψη. Παραδείγματα αυτής της προσέγγισης βρίσκονται ήδη σε τροχιά, όπως οι μικροί δορυφόροι ραντάρ που κατασκευάζει η Iceye, μια φινλανδική εταιρεία. Προσφέρει στους πελάτες της ένα «ομοσπονδιακό μοντέλο», στο οποίο μπορούν να επιλέγουν σε ποιον βαθμό θα μοιράζονται πληροφορίες και θα συντονίζουν τις περιοχές στις οποίες εστιάζουν οι δορυφόροι τους. Μια τέτοια προσέγγιση θα πρέπει να ενθαρρύνει και άλλες μεσαίες δυνάμεις με παρόμοιες αντιλήψεις εκτός Ευρώπης, όπως ο Καναδάς, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, να συνεργαστούν επίσης.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να σταματήσει εκεί. Όσο περισσότερο αναπτύσσει τις δικές της διαστημικές δυνατότητες και τις μοιράζεται με την Αμερική, τόσο πιο πειστικά θα μπορεί να αποδεικνύει ότι μια συμμαχία δημοκρατικών χωρών έχει αξία. Εάν συμβεί αυτό, παρά τις ενστικτώδεις τάσεις του κ. Τραμπ, η Αμερική θα είχε πολλά να χάσει εάν επιχειρούσε να εκβιάσει τους συμμάχους της.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

