Πιο ισχυρές τράπεζες χρειάζεται η ασφάλεια της Ευρώπης. Aυτό αναφέρει η Handesblatt, λίγες ημέρες μετά τη διεξαγωγή του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, στο θέρετρο των ελβετικών Άλπεων που προσέλκυσε παγκόσμιες ελίτ, αλλά και εν μέσω μιας γεωπολιτικής αναταραχής.
Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ευρώπης, που, όπως είχε γράψει και το powergame.gr, δίνουν μάχη για να κερδίσουν τους νέους, φρενάρουν τις καινοτομίες για την άμυνα, λέει η γερμανική εφημερίδα. Ποιος είναι ο λόγος; Διότι για τη μαζική παραγωγή δεν υπάρχει αρκετό διαθέσιμο κεφάλαιο. Οι τράπεζες πρέπει να ανοιχτούν περισσότερο σε αυτό.
Το κρίσιμο ερώτημα για την Ευρώπη
Ειδικότερα, όπως γράφει η Handesblatt, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο ερώτημα: Μπορούμε να μετατρέψουμε την πολιτική βούληση σε βιομηχανική ικανότητα; Η ιστορική δέσμευση του ΝΑΤΟ, να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, σηματοδοτεί μια άνευ προηγουμένου ευκαιρία για περισσότερη καινοτομία και, ως εκ τούτου, για καλύτερη αμυντική ικανότητα. Αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Μετά την καινοτομία πρέπει να ακολουθήσει και η μαζική παραγωγή.
Τα δεδομένα είναι ξεκάθαρα. Τα ευρωπαϊκά επιχειρηματικά κεφάλαια στον τομέα της Άμυνας, της Ασφάλειας και της Ανθεκτικότητας θα φτάσουν το 2025 περίπου τα οκτώ δισεκατομμύρια ευρώ — μια αύξηση της τάξης του 50% σε ετήσια βάση. Η εισροή κεφαλαίων σε αυτόν τον τομέα επιταχύνεται σημαντικά.
Στην Ουκρανία γίνεται επιπλέον σαφές ότι οι φιλόδοξες νεοφυείς και αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις είναι εκείνες που αναπτύσσουν νέες αμυντικές ικανότητες. Αυτές οι καινοτομίες όμως δεν θα αποδώσουν καρπούς εάν δεν κλιμακωθούν για μαζική παραγωγή και δεν φτάσουν στους τελικούς χρήστες.
Τα οικοσυστήματα καινοτομίας της Ευρώπης αναδεικνύουν τεχνολογίες που αλλάζουν τα δεδομένα. Αυτό όμως με το οποίο δυσκολεύονται, είναι να αναπτύξουν τη βιομηχανική βάση για την παραγωγή αυτών των τεχνολογιών σε μεγάλη κλίμακα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε ότι το 44% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον αμυντικό τομέα αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση — σημαντικά περισσότερες από συγκρίσιμες επιχειρήσεις σε άλλους τομείς. Αυτό το χρηματοδοτικό κενό αποτελεί αδύναμο σημείο στην εθνική αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Oι επενδύσεις αυξάνονται, κρίσιμα κενά στην κεφαλαιακή διάρθρωση
Ενώ οι επενδύσεις σε πρώιμα στάδια, αυξάνονται συνεχώς, παραμένουν κρίσιμα κενά στην κεφαλαιακή διάρθρωση. Οι καινοτόμες επιχειρήσεις δεν μπορούν να κλιμακώσουν το σύστημά τους χωρίς το κεφάλαιο που παρέχουν οι τράπεζες. Εδώ πρόκειται για την πρόσβαση σε δάνεια, εγγυήσεις, χρηματοδότηση εξαγωγών ή ακόμα και απλές τραπεζικές υπηρεσίες.
Ο ευρωπαϊκός χρηματοπιστωτικός τομέας, ωστόσο, δεν συμβαδίζει με την ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά DSR. Μέρος του προβλήματος έγκειται στις ιδιαίτερες προκλήσεις του αμυντικού τομέα: Έχει έναν περίπλοκο κρατικό πελάτη, είναι εκτεθειμένος σε σημαντικούς γεωπολιτικούς κινδύνους, μεριμνά για την εθνική ασφάλεια ως ένα συχνά υποτιμημένο αγαθό και θεωρείται ιστορικά ως κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τις παραμέτρους ESG (Περιβαλλοντικά, Κοινωνικά και σχετικά με τη Διακυβέρνηση κριτήρια).
Τα τέσσερα εμπόδια της Ευρώπης
Για να αλλάξει αυτό, η Ευρώπη πρέπει να ξεπεράσει τέσσερα εμπόδια:
Πρώτον: Οι τράπεζες πρέπει να αναθεωρήσουν συστηματικά τις εσωτερικές τους οδηγίες. Περίπου το 10% των 75 μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών εμμένει σε εκτεταμένους περιορισμούς για τεχνολογίες διπλής χρήσης (dual-use) ή ακόμα και για ολόκληρη την αμυντική βιομηχανία. Ιδιαίτερα η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο —χώρες που υποστηρίζουν σθεναρά τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες— έχουν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με τις πιο περιοριστικές οδηγίες. Οι τράπεζες πρέπει να διακρίνουν μεταξύ αμφιλεγόμενων όπλων και νόμιμων αμυντικών τεχνολογιών που προστατεύουν τις δημοκρατικές αξίες.
Δεύτερον: Πρέπει να δημιουργηθεί στοχευμένα εξειδικευμένη γνώση. Η άγνοια πολλών τραπεζών για το πόσο περίπλοκες είναι οι κρατικές συμβάσεις δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, στον οποίο αποφεύγουν εντελώς τη χορήγηση πιστώσεων σε αμυντικές επιχειρήσεις. Η Deutsche Bank προσφέρει ένα μοντέλο για την οικοδόμηση εσωτερικών ικανοτήτων με την εξειδικευμένη ομάδα της για μεσαίες αμυντικές επιχειρήσεις.
Τρίτον: Οι ρυθμιστικές διαδικασίες πρέπει να απλοποιηθούν. Οι τρέχουσες ρυθμίσεις δέουσας επιμέλειας (Due-Diligence) δημιουργούν επίπονες, πλεονάζουσες διαδικασίες. Ένα τυποποιημένο σύστημα παρόμοιο με το αμερικανικό FedRamp θα μπορούσε να διασφαλίσει ότι τηρούνται οι απαραίτητοι μηχανισμοί ασφαλείας και ταυτόχρονα να επιτρέψει γρήγορες διαδικασίες.
Τέταρτον: Οι κίνδυνοι πρέπει να κατανέμονται κατάλληλα. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων τριπλασίασε τον όγκο των πιστωτικών πλαισίων για αμυντικούς σκοπούς στα έξι δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό δείχνει πώς οι συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα μπορούν να καταστήσουν τη χορήγηση πιστώσεων λιγότερο επικίνδυνη. Επίσης, η δυναμική πίσω από τη σχεδιαζόμενη τράπεζα DSR ανοίγει το δρόμο για νέες πιστωτικές εγγυήσεις και χρηματοδοτήσεις εξαγωγών.
Η Ευρώπη πρέπει να επιδιώξει και ταυτόχρονα και την καινοτομία και τη βιομηχανική ικανότητα
Η Ευρώπη δεν μπορεί να επιλέξει ανάμεσα στην καινοτομία και τη βιομηχανική ικανότητα — πρέπει να επιδιώξει και τα δύο ταυτόχρονα. Η καινοτομία οδηγεί σε λύσεις· η εκβιομηχάνιση τις παραδίδει σε εκείνους που τις έχουν ανάγκη. Κάθε στοιχείο τροφοδοτεί το άλλο. Αυτή η συμβιωτική σχέση αποτελεί το θεμέλιο τόσο για την ασφάλεια όσο και για την οικονομική ισχύ.
Ο στόχος του 5% του ΝΑΤΟ μπορεί να καταλύσει σημαντική ανάπτυξη — αλλά μόνο εάν οι εξαιρετικά καινοτόμες επιχειρήσεις αποκτήσουν πρόσβαση στις ίδιες τραπεζικές και χρηματοδοτικές δυνατότητες που διαθέτουν άλλοι τομείς. Αυτό που απαιτείται τώρα είναι συντονισμένη δράση από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κυβερνήσεις και ρυθμιστικές αρχές.
Η βιομηχανική βάση της Ευρώπης θα αποφασίσει εάν η πολιτική δέσμευση θα μεταφραστεί σε πραγματικές ικανότητες. Είναι ώρα για συνέπεια. Η ασφάλειά μας και το οικονομικό μας μέλλον εξαρτώνται από το αν θα το κάνουμε σωστά.