Κάλυψη της CrediaBank ξεκινά η Morgan Stanley

Ποια πλεονεκτήματα της ελληνικής τράπεζας βλέπει ο διεθνής επενδυτικός οίκος. Tιμή-στόχος τα 1,16 ευρώ. Υψηλές προοπτικές ανάπτυξης και περιθώρια περαιτέρω κερδοφορίας

credia bank©crediabank.com/

Tην κάλυψη της CrediaBank με σύσταση Equal-weight και τιμή-στόχο τα 1,16 ευρώ ξεκινά η Morgan Stanley. Όπως αναφέρει η σχετική έκθεση, η ελληνική τράπεζα επιδιώκει ανώτερη ανάπτυξη όγκων σε σχέση με τον υπόλοιπο κλάδο, υποστηριζόμενη από τις θετικές μακροοικονομικές προοπτικές της Ελλάδας, όμως αυτό έχει ήδη αποτιμηθεί στην αγορά, καθώς η μετοχή διαπραγματεύεται 11 φορές τα προσαρμοσμένα κέρδη του 2028 (adj. P/E).

Η CrediaBank έχει στόχο να διπλασιάσει το μερίδιό της στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, ωστόσο η αποτίμηση της μετοχής κινείται ήδη σε επίπεδα που η Morgan Stanley θεωρεί απαιτητικά.

Η CrediaBank διαθέτει μερίδιο αγοράς περίπου 3% σε δάνεια και καταθέσεις. Μετά τη συγχώνευση με τη HSBC Malta, η Morgan Stanley εκτιμά ότι η Credia μπορεί να επιτύχει προσαρμοσμένο δείκτη RoTE περίπου 16,5% το 2028, από περίπου 7% το 2025.

Ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα αναγνωρίζεται η ταχύτητα εκταμίευσης, καθώς η διαδικασία χορήγησης δανείων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι κατά δύο τρίτα ταχύτερη σε σύγκριση με τον κλάδο. Η Morgan Stanley εκτιμά ότι η CrediaBank μπορεί να διατηρήσει πολύ υψηλότερη πιστωτική επέκταση από τους ανταγωνιστές της. Για την περίοδο 2025 με 2028, προβλέπει αύξηση δανείων στην Ελλάδα με μέσο ετήσιο ρυθμό 15,9%, έναντι 6% με 7,3% για τις τέσσερις μεγάλες τράπεζες.

Η στρατηγική της Credia για τα επόμενα πέντε χρόνια επικεντρώνεται στον διπλασιασμό του μεριδίου αγοράς της στην Ελλάδα. Η έμφαση δίνεται στη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων (SMEs), καθώς και σε πιθανή αγορά επαναρυθμισμένων δανείων έως 1 δισ. ευρώ. Η Credia στοχεύει επίσης στην αύξηση της ανάληψης κινδύνου και των επενδύσεων στη Mάλτα, καθώς και στη βελτίωση του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου (NIM) μέσω επαναμόχλευσης του ισολογισμού και στις δύο χώρες. Παράλληλα, έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο εξαγορών και συγχωνεύσεων (M&A) στους τομείς ασφάλισης και διαχείρισης κεφαλαίων.

Η εξαγορά της HSBC Malta αναμένεται να διαφοροποιήσει τον όμιλο, καθώς η Ελλάδα αντιπροσωπεύει μακροπρόθεσμα περίπου το 60% των κερδών προ φόρων (PBT). Η Credia συμφώνησε να καταβάλει 200 εκατ. ευρώ σε μετρητά για την απόκτηση του 70% της HSBC Malta, της δεύτερης μεγαλύτερης τράπεζας της χώρας, αποτίμηση που αντιστοιχεί σε 0,5 φορές το P/TBV του πρώτου εξαμήνου 2025. Η ολοκλήρωση της συναλλαγής αναμένεται περίπου στα μέσα του πρώτου εξαμήνου του 2027. Η Credia σκοπεύει να επεκτείνει τη χρηματοδότηση σε υποεξυπηρετούμενες κατηγορίες νοικοκυριών και SMEs και να απομακρυνθεί από την εξαιρετικά συντηρητική πολιτική της HSBC, η οποία οδήγησε σε σημαντική απώλεια μεριδίου αγοράς, σημειώνει ο οίκος.

Η Morgan Stanley προβλέπει ότι η απόδοση ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας θα προσεγγίσει το 16,5% έως το 2028. Θα προέλθει από: διασταυρούμενες πωλήσεις (cross-selling) προϊόντων διαχείρισης κεφαλαίων ώστε να αυξηθούν τα έσοδα από προμήθειες και στις δύο χώρες, χαμηλότερο κόστος προθεσμιακών καταθέσεων στην Ελλάδα, εξοικονόμηση κόστους μέσω αποχωρήσεων προσωπικού στην Ελλάδα, και αποσύνδεση της HSBC Malta από τη μητρική εταιρεία.

Από το 2029, μετά τη λήξη της διετούς περιόδου περιορισμού αποχωρήσεων προσωπικού, η Credia θα μπορούσε να προχωρήσει και σε εθελοντικά προγράμματα εξόδου στη HSBC Malta.

Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας CET1 παραμένουν σημαντικά υψηλότεροι από τους στόχους, προσφέροντας στρατηγική ευελιξία. Η Morgan Sgtanley προβλέπει δείκτη άνω του 14% ακόμη και μετά την εξαγορά της HSBC Malta (η οποία διαθέτει περίπου 10% CET1 ratio). Για την περίοδο 2029-2030, εκτιμά ότι ο δείκτης CET1 θα υπερβαίνει το 15,5%, ακόμη και μετά από διανομή μερίσματος ίση με payout ratio 30%.

Η αμερικανική τράπεζα βλέπει την CrediaBank να διαπραγματεύεται με premium περίπου 50% έναντι των ελληνικών τραπεζών, παρότι διαθέτει παρόμοιο CET1 ratio, δεν έχει σαφή δέσμευση για διανομή μερίσματος βραχυπρόθεσμα και εμφανίζει περίπου 100 μονάδες βάσης υψηλότερο RoTE. Επίσης, θεωρεί ότι η αποτίμηση ενσωματώνει ένα scarcity premium, λόγω και της χαμηλότερης εμπορευσιμότητας της μετοχής (περίπου 6 εκατ. ευρώ ημερήσιες συναλλαγές μετά την αύξηση κεφαλαίου, έναντι περίπου 40 εκατ. για τις ανταγωνίστριες τράπεζες).

Παρότι αναγνωρίζει το υψηλότερο αναπτυξιακό προφίλ της CrediaBank σε όρους όγκων — με ανάπτυξη περίπου διπλάσια των ανταγωνιστών, CAGR κερδών ανά μετοχή (EPS) 70% και CAGR ενσώματης λογιστικής αξίας ανά μετοχή (TBVPS) 25% τα επόμενα τρία χρόνια — η Morgan Stanley θεωρεί ότι οι τρέχουσες αποτιμήσεις, στις 11 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2028, αντανακλούν ήδη μεγάλο μέρος αυτής της δυναμικής.

Για το οικονομικό έτος 2025, τα εταιρικά δάνεια αντιπροσωπεύουν το 85% του δανειακού χαρτοφυλακίου της Credia, εκ των οποίων περίπου το 65% αφορά δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις (SMEs) και συναφείς δραστηριότητες (ναυτιλία και structured finance).

Η έκθεση της Credia στις SMEs είναι περίπου διπλάσια σε σχέση με τους ανταγωνιστές της σε σχετική βάση, καθώς οι υπόλοιπες τράπεζες είναι περισσότερο επικεντρωμένες σε μεγάλες επιχειρήσεις. Τα τιτλοποιημένα senior notes αντιστοιχούν περίπου στο 20% του χαρτοφυλακίου δανείων της, σημαντικά υψηλότερα από το περίπου 10% των ανταγωνιστών.

Η Credia κατέγραψε περίπου 11% συμμετοχή στη συνολική καθαρή πιστωτική επέκταση το 2025, ενώ το μερίδιό της στην αγορά SMEs αυξήθηκε κατά περίπου 50 μονάδες βάσης στο 5% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025.

Η Credia στοχεύει στη μείωση κόστους, στην αύξηση επενδύσεων και στη βελτίωση του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου (NIM) μέσω επαναμόχλευσης του ισολογισμού.

Παράλληλα, έχει αναφέρει ότι θα μπορούσε να εξετάσει πιθανές εξαγορές και συγχωνεύσεις (M&A) στους τομείς ασφάλισης και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

Όσον αφορά την τιμή-στόχο της μετοχής, ο πήχης τοποθετείται στα 1,16 ευρώ. Το θετικό σενάριο ανεβάζει την αξία στο 1,61 ευρώ ανά μετοχή, που αντιστοιχεί σε άνοδο 24,2% από την τρέχουσα τιμή. Σε αυτή την περίπτωση, η Morgan Stanley υποθέτει απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων κατά 1 ποσοστιαία μονάδα υψηλότερη από το βασικό σενάριο, χαμηλότερο κόστος ιδίων κεφαλαίων στο 12% και ρυθμό μακροπρόθεσμης ανάπτυξης περίπου 8%.