H ιταλική Unicredit επιδιώκει να αναλάβει τον έλεγχο της γερμανικής Commerzbank μέσα στους πρώτους μήνες του 2027 και να προχωρήσει σε σαρωτικές αλλαγές στη διοίκησή της, αναφέρει δημοσίευμα των Financial Times.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο διευθύνων σύμβουλος της ιταλικής τράπεζας, Αντρέα Όρσελ, σχεδιάζει να αντικαταστήσει και τα 10 μέλη που εκπροσωπούν τους μετόχους στο 20μελές εποπτικό συμβούλιο της Commerzbank, αποκτώντας έτσι τον ουσιαστικό έλεγχο του οργάνου. Σχεδιάζει επίσης να απομακρύνει τη σημερινή διευθύνουσα σύμβουλο της γερμανικής τράπεζας, Μπετίνα Όρλοπ.
Το ευνοϊκότερο σενάριο προβλέπει ότι οι αλλαγές θα ξεκινήσουν τον Ιανουάριο, ενώ το βασικό χρονοδιάγραμμα της UniCredit τοποθετεί την ανάληψη του ελέγχου έως το τέλος Φεβρουαρίου. Πρόκειται για σημαντική επιτάχυνση, καθώς μέχρι πρότινος η ιταλική τράπεζα – που προχωρά στη μεγαλύτερη διασυνοριακή τραπεζική εξαγορά στην Ευρώπη μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση – άφηνε να εννοηθεί ότι οι αποφασιστικές κινήσεις θα πραγματοποιούνταν κατά το δεύτερο τρίμηνο.
Έκτακτη γενική συνέλευση για την αλλαγή διοίκησης
Η UniCredit σχεδιάζει να ζητήσει τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης μόλις λάβει τις τελευταίες εποπτικές εγκρίσεις. Προς το παρόν εκκρεμούν οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της πολωνικής χρηματοπιστωτικής εποπτικής αρχής.
Η Commerzbank θα μπορούσε να επιχειρήσει να καθυστερήσει τη διαδικασία έως την τακτική γενική συνέλευση του Μαΐου, ωστόσο, κατά τις ίδιες πληροφορίες, τα περιθώρια αντίδρασής της είναι περιορισμένα. Η UniCredit κατέχει ήδη το 47,6% της γερμανικής τράπεζας, έπειτα από δημόσια προσφορά που ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο με μικρό μόνο premium.
Παρότι το μερίδιο αυτό παραμένει κάτω του ορίου της τυπικής πλειοψηφίας, αναλυτές εκτιμούν ότι αρκεί για την άσκηση de facto ελέγχου. Η UniCredit είχε αποκαλύψει για πρώτη φορά τη συμμετοχή της στην Commerzbank τον Σεπτέμβριο του 2024, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της γερμανικής κυβέρνησης και ανοίγοντας μια μακρά περίοδο αντιπαράθεσης με τη διοίκηση της τράπεζας.
Η στροφή του Βερολίνου και οι κόκκινες γραμμές
Το πολιτικό κλίμα, ωστόσο, έχει αρχίσει να μεταβάλλεται. Το Βερολίνο, το οποίο εξακολουθεί να κατέχει ποσοστό σχεδόν 13% στην Commerzbank, εμφανίζεται τις τελευταίες εβδομάδες να περνά από την πλήρη απόρριψη της εξαγοράς στη διατύπωση συγκεκριμένων όρων για την αποδοχή της.
Καθοριστική θεωρείται η πρόσφατη συνάντηση του Όρσελ με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, η πρώτη απευθείας επαφή μεταξύ της UniCredit και της κυβέρνησης. Η ιταλική πλευρά χαρακτήρισε τις συνομιλίες εποικοδομητικές, ενώ ο Κλίνγκμπαϊλ έθεσε ως βασικές προϋποθέσεις να διατηρηθούν η έδρα και η χρηματιστηριακή παρουσία της Commerzbank στη Φρανκφούρτη και να προστατευθούν τα συμφέροντα των περίπου 40.000 εργαζομένων της.
Η γερμανική κυβέρνηση επιδιώκει επίσης να κρατήσει τις δύο θέσεις της στο εποπτικό συμβούλιο, απαίτηση στην οποία, σύμφωνα με τους FT, αντιδρά ο Όρσελ. Η αξία της σχεδιαζόμενης εξαγοράς υπολογίζεται σε 45 δισ. ευρώ και η ολοκλήρωσή της θα αποτελέσει μια σπάνια περίπτωση κατά την οποία ξένος τραπεζικός όμιλος ξεπερνά τις πολιτικές αντιστάσεις που εμποδίζουν εδώ και χρόνια τις μεγάλες διασυνοριακές συγχωνεύσεις στην Ευρώπη.
Τι θα περιλαμβάνει η αναδιάρθρωση
Η ανάληψη του ελέγχου θα ακολουθηθεί από ευρεία αναδιάρθρωση. Το σχέδιο του Όρσελ περιλαμβάνει τον περιορισμό τμημάτων του διεθνούς δικτύου της Commerzbank και τη σταδιακή πώληση εταιρικών δανείων 20 δισ. ευρώ εκτός Γερμανίας και Πολωνίας, εφόσον αυτά δεν θεωρούνται αναγκαία για την εξυπηρέτηση των γερμανικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, του λεγόμενου Mittelstand.
Η UniCredit έχει αφήσει να εννοηθεί ότι μια εξαγορά θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάργηση περίπου 7.000 θέσεων εργασίας. Ο Όρσελ έχει απορρίψει, πάντως, τις εκτιμήσεις των συνδικάτων ότι οι απώλειες θα μπορούσαν να φθάσουν τις 15.000.
Στο στόχαστρο βρίσκονται ακόμη οι δαπάνες για εξωτερικούς συμβούλους και μάρκετινγκ, καθώς και προνόμια των ανώτερων στελεχών, όπως η χρήση πολυτελών αυτοκινήτων και τα συχνά ταξίδια σε συνέδρια. Πρόκειται για συνταγή που ο Όρσελ έχει ήδη εφαρμόσει στη UniCredit, μειώνοντας αισθητά το κόστος της από το 2021, όταν ανέλαβε τη διοίκησή της.
