Κόκκινα δάνεια: Σφίγγει ο βρόχος με νέες επισφάλειες 529 εκατ. σε 6 μήνες, τι φοβάται η ΤτΕ

Αυξήθηκε το απόθεμα μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων, πιέσεις στα δάνεια ελευθέρων επαγγελματιών, πολύ μικρών και ατομικών επιχειρήσεων

Κόκκινα δάνεια ©123rf

Αυξάνουν οι πιέσεις σε νοικοκυριά, επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις, δυσχεραίνοντας την ομαλή εξυπηρέτηση των δανείων τους. Όπως καταγράφουν τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, μέσα στο α΄ εξάμηνο του 2026, το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών αυξήθηκε στα 6,2 δισ. ευρώ από 5,7 δισ. στο τέλος Δεκεμβρίου 2025, αυξημένο κατά 9,3%, με την προσθήκη νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων 529 εκατ. ευρώ.

Η ανοδική αυτή τάση – έστω και μικρή – σημαίνει ένα προειδοποιητικό καμπανάκι για τις τράπεζες και τους δανειολήπτες, καθώς σε διαφορετικά σημεία της Έκθεσής της, η ΤτΕ επισημαίνει:

α) τον κίνδυνο ανόδου των επιτοκίων (σ.σ. ήδη τα επιτόκια του ευρώ έχουν ενισχυθεί κατά μισή μονάδα και προεξοφλείται περαιτέρω άνοδός τους, αν και όχι απαραιτήτως στην επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ στις 29 Οκτωβρίου, αλλά σίγουρα στη συνεδρίαση της 17ης Δεκεμβρίου), και

β) την άνοδο των τιμών των ακινήτων σε συνδυασμό με την επιταχυνόμενη αύξηση των στεγαστικών δανείων.

Και οι δύο αυτοί παράγοντες, αν και δεν απειλούν προς το παρόν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, εντούτοις παρακολουθούνται στενά καθώς απειλούν με νέες επισφάλειες νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ειδικά, σε μια περίοδο με σημαντική αύξηση του ενεργειακού κόστους και του πληθωρισμού που αυξάνει τις τιμές σε βασικά καταναλωτικά αγαθά.

Σημειώνεται ότι από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ύψους 6,208 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου 2026, δάνεια 2,397 δισ. ευρώ θεωρούνται ως αβέβαιης είσπραξης, έναντι αντίστοιχου ποσού 1,945 δις. για το τέλος Δεκεμβρίου 2025.

Αύξηση 14,6% στο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων

Η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων το πρώτο εξάμηνο του 2026 συνδέεται κυρίως με τη θετική καθαρή εισροή νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, καθώς οι ροές από εξυπηρετούμενα προς μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανήλθαν σε 1,7 δισ. ευρώ, ενώ οι ροές επαναφοράς σε καθεστώς εξυπηρέτησης περιορίστηκαν σε 388 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, οι διαγραφές δανείων παρέμειναν ιδιαίτερα χαμηλές (73 εκατ. ευρώ) σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) προς το σύνολο των δανείων των τραπεζών (σε ατομική και όχι ενοποιημένη βάση) διαμορφώθηκε σε 3,4% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025. Η οριακή αύξηση του δείκτη αντανακλά την άνοδο του αποθέματος των ΜΕΔ, η οποία αντισταθμίστηκε μόνο εν μέρει από τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση και την αύξηση του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων σε 180,4 δισ. ευρώ.

Στο χαρτοφυλάκιο των νοικοκυριών το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων ανήλθε σε 8,6%, ενώ το απόθεμα των ΜΕΔ αυξήθηκε κατά 14,0% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025, εξέλιξη που οφείλεται κυρίως στα στεγαστικά δάνεια (+14,6%) και, σε μικρότερο βαθμό, στα καταναλωτικά δάνεια (+11,7%). Σύμφωνα με την ΤτΕ, μέρος της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων συνδέεται με την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση για τη διευθέτηση των δανείων σε ελβετικό φράγκο, καθώς και με πρωτοβουλίες των τραπεζών για ορισμένες κατηγορίες ρυθμισμένων στεγαστικών δανείων ευάλωτων νοικοκυριών.

Σε ό,τι αφορά τα δάνεια προς επιχειρήσεις, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε σε 2,2%, με το απόθεμα των ΜΕΔ να αυξάνεται κατά 5,4% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025. Η αύξηση του αποθέματος στα μη εξυπηρετούμενα επιχειρηματικά δάνεια ήταν μεγαλύτερη για δάνεια προς ελεύθερους επαγγελματίες, πολύ μικρές επιχειρήσεις και ατομικές επιχειρήσεις (+12,5%) και ηπιότερη για τις μεγάλες επιχειρήσεις (+3,8%) και τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (+1,2%). Αντίθετα, στα δάνεια προς ναυτιλιακές επιχειρήσεις παρατηρήθηκε μείωση των ΜΕΔ κατά 7,3%.

Αυξήθηκαν τα δάνεια στο πρώιμο στάδιο καθυστέρησης πληρωμής

Τα στοιχεία της ΤτΕ δείχνουν ότι το πρώτο εξάμηνο του 2026 αυξήθηκαν τα δάνεια με χαμηλό πιστωτικό κίνδυνο (σ.σ. δάνεια Σταδίου 1, δηλ. δάνεια χωρίς υψηλό πιστωτικό κίνδυνο, με καθυστέρηση έως 30 ημέρες), τα οποία αντιστοιχούν στο 90,0% του συνόλου των δανείων, έναντι 89,4% τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ μειώθηκε η συμμετοχή των δανείων με σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου (Στάδιο 2, δηλ. δάνεια που παρουσιάζουν σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου από τη στιγμή της χορήγησής τους, εμφανίζοντας καθυστέρηση από 30 έως 90 ημέρες), σε 6,1% από 6,7%. Το ποσοστό των δανείων σε αθέτηση (Στάδιο 3, δηλ. δάνεια σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών) παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο στο 3,9%. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται εν μέρει με τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση και την αύξηση των νέων εξυπηρετούμενων χορηγήσεων, οι οποίες ενίσχυσαν τη συμμετοχή των δανείων Σταδίου 1 στο συνολικό χαρτοφυλάκιο.

Σημειώνεται ότι από το ιστορικά υψηλότερο επίπεδό τους τον Μάρτιο του 2016, στα 101 δισ. ευρώ, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών έχουν υποχωρήσει κατά 94%.