Οι λύσεις οριστικής διευθέτησης αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό ρυθμίσεων σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια που πραγματοποιούν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, έχοντας εφαρμοστεί σε υπόλοιπο ρυθμισμένων ανοιγμάτων ύψους 11,1 δισ. ευρώ στο τέλος του α’ εξαμήνου 2026 (από 10,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025), όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΤτΕ στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Ακολούθησαν οι μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις (δηλ. ρυθμίσεις για περίοδο άνω των δύο ετών), οι οποίες ανήλθαν σε 6,1 δισ. ευρώ (από 5,9 δισ. στο τέλος του 2025), και τέλος οι βραχυπρόθεσμες ρυθμίσεις (μέχρι 2 έτη) που μειώθηκαν στα 800 εκατ. ευρώ από 900 εκατ. στο τέλος του 2025.
Οριστική διευθέτηση οφειλών από δάνεια
Οι ρυθμίσεις οριστικής διευθέτησης κερδίζουν έδαφος και κατακτούν τη μερίδα του λέοντος στις ρυθμίσεις δανείων. Μεταξύ αυτών, οι ρυθμίσεις που υπόκεινται σε καθεστώς νομικής προστασίας, οι πλειστηριασμοί και οι λύσεις διακανονισμού απαιτήσεων (με ποσοστά 59,5%, 28% και 11,1% επί του συνόλου αντίστοιχα) αποτέλεσαν τους συνηθέστερους τύπους οριστικής διευθέτησης.
Σημειώνεται ότι στις λύσεις οριστικής διευθέτησης περιλαμβάνονται οποιεσδήποτε μεταβολές του είδους της συμβατικής σχέσης ή ο τερματισμός αυτής και περιλαμβάνουν:
- Εθελοντική εκποίηση (Sale & Repay): Ο οφειλέτης έρχεται σε συνεννόηση με τον servicer να πουλήσει ο ίδιος το ακίνητο (που αποτελεί την εξασφάλιση του δανείου) σε τρίτο αγοραστή που έχει βρει, αποδίδοντας το τίμημα για την εξόφληση ή μείωση του χρέους.
- Ρύθμιση με συμφωνία πώλησης (Assisted Sale): Γίνεται αξιολόγηση και αναζήτηση αγοραστή για το ακίνητο-εξασφάλιση με τη συνδρομή/καθοδήγηση του servicer.
- Εθελοντική παράδοση ακινήτου (Dation in Payment / Subratio): Ο δανειολήπτης μεταβιβάζει οικειοθελώς την κυριότητα του ακινήτου που αποτελεί την εξασφάλιση πίσω στην τράπεζα ή στον φορέα, εφόσον πληροί συγκεκριμένα κριτήρια.
- Οικειοθελή ρευστοποίηση λοιπών εξασφαλιζόμενων στοιχείων: Ρευστοποίηση άλλων περιουσιακών στοιχείων προς τακτοποίηση μέρους ή του συνόλου της απαίτησης.
- Μερική διαγραφή οφειλής / Κούρεμα με εφάπαξ εξόφληση: Συμφωνία για καταβολή ενός εφάπαξ ποσού (μικρότερου της συνολικής οφειλής) με παράλληλη διαγραφή του υπολοίπου, εφόσον αποδεικνύεται η μόνιμη αδυναμία πληρωμής.
Βραχυπρόθεσμες ρυθμίσεις
Πέραν των ρυθμίσεων οριστικής διευθέτησης της οφειλής, οι servicers προχωρούν σε βραχυπρόθεσμες ρυθμίσεις, με διάρκεια μικρότερη των δύο ετών, όταν οι δυσκολίες αποπληρωμής του δανειολήπτη κρίνονται, βάσιμα, προσωρινές και σε μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις, δηλ. ρυθμίσεις με διάρκεια μεγαλύτερη των δύο ετών, λαμβάνοντας υπόψη συντηρητικές παραδοχές για την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη μέχρι τη λήξη του προγράμματος αποπληρωμής.
Το μεγαλύτερο ποσοστό (46,1%) των βραχυπρόθεσμων ρυθμίσεων αφορά λύσεις κεφαλαιοποίησης ληξιπρόθεσμων οφειλών, όπου δηλ. το σύνολο των καθυστερούμενων δόσεων, των τόκων υπερημερίας και των λοιπών εξόδων ενσωματώνεται στο εναπομείναν άληκτο κεφάλαιο του δανείου. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται ένα νέο, ενιαίο κεφάλαιο και συντάσσεται ένα νέο πρόγραμμα αποπληρωμής με προσαρμοσμένη δόση. Στην απλή κεφαλαιοποίηση, το καθυστερούμενο ποσό προστίθεται στο κεφάλαιο και η διάρκεια του δανείου παραμένει ίδια, αυξάνοντας αναλογικά τη μηνιαία δόση. Υπάρχουν επίσης:
- η κεφαλαιοποίηση με επιμήκυνση διάρκειας (Split / Extension), όπου μαζί με την ενσωμάτωση των οφειλών, αυξάνεται η συνολική διάρκεια αποπληρωμής και έτσι, το νέο αυξημένο κεφάλαιο «απλώνεται» σε περισσότερα χρόνια, μειώνοντας το ύψος της μηνιαίας δόσης,
- η λύση διαχωρισμού (Split Balance) όπου το δάνειο «σπάει» σε δύο κομμάτια. Το πρώτο κομμάτι ρυθμίζεται με βάση την τρέχουσα οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη, ενώ το υπόλοιπο (κεφαλαιοποιημένο) μέρος «παγώνει» για ένα διάστημα ή διαγράφεται μερικώς, εφόσον τηρηθεί η υπόλοιπη ρύθμιση,
- η κεφαλαιοποίηση με περίοδο χάριτος, όπου δίνεται ενσωμάτωση των καθυστερήσεων και ταυτόχρονη παροχή μιας περιόδου (π.χ. 1–2 έτη) κατά την οποία ο δανειολήπτης πληρώνει μόνο τόκους ή μειωμένη δόση.
Συνηθέστερες βραχυπρόθεσμες ρυθμίσεις μετά την απλή κεφαλαιοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών είναι η αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων δόσεων με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα (ποσοστό 19,9% των βραχυπρόθεσμων ρυθμίσεων), οι ρυθμίσεις με περίοδο χάριτος ακολουθούν με ποσοστό 16,9% και έπονται με 10,6% οι ρυθμίσεις με καταβολή μειωμένης δόσης, μικρότερης των οφειλόμενων τόκων, με 3,9% η καταβολή μόνο τόκων και με 2,7% οι ρυθμίσεις με καταβολή μειωμένης δόσης, μεγαλύτερης των οφειλόμενων τόκων.
Μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις
Οι πιο συνήθεις τύποι μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων είναι η μερική διαγραφή οφειλής, η παράταση διάρκειας και ο διαχωρισμός οφειλής, με ποσοστά 46,6%, 23,8% και 23,2% αντίστοιχα. Σε ποσοστό 4,4% των μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων γίνεται μείωση επιτοκίου, σε ποσοστό 1,6% λειτουργική αναδιάρθρωση της επιχείρησης και σε ποσοστό 0,2% η ρύθμιση προβλέπει συμφωνία ανταλλαγής χρέους με μετοχικό κεφάλαιο.
Τα υπό διαχείριση χαρτοφυλάκια δανείων
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, η συνολική αξία των ανοιγμάτων που διαχειρίζονται οι διαχειριστές πιστώσεων για λογαριασμό των επενδυτών (funds) που έχουν αγοράσει τα δάνεια αυτά διαμορφώθηκε σε 81,5 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2026. Οι ρυθμίσεις που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τον Ιούνιο του 2026 αφορούν το 22,1% του συνολικού χαρτοφυλακίου υπό διαχείριση για λογαριασμό των αγοραστών πιστώσεων.
Το μεγαλύτερο μέρος των εν λόγω ανοιγμάτων αφορά το χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικής πίστης (49,2%), ενώ ακολουθούν το χαρτοφυλάκιο στεγαστικής πίστης (30,9%) και το χαρτοφυλάκιο καταναλωτικής πίστης (19,9%). Τα υπό διαχείριση ανοίγματα για λογαριασμό των αγοραστών πιστώσεων είναι χαμηλής ποιότητας, με το 89,5% αυτών να είναι μη εξυπηρετούμενα. Από τα υπό διαχείριση μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα η πλειονότητα είναι καταγγελμένα (78,7%), ενώ το 15,9% αφορά ανοίγματα σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών και το 5,4% ανοίγματα ταξινομημένα ως αβέβαιης είσπραξης (unlikely to pay).
Παράλληλα, οι servicers διαχειρίζονται και ανοίγματα για λογαριασμό πιστωτικών/χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, συνολικής αξίας 9,8 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2026, εκ των οποίων το 44,8% είναι μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα. Το μεγαλύτερο μέρος του χαρτοφυλακίου που διαχειρίζονται οι διαχειριστές πιστώσεων για λογαριασμό πιστωτικών/χρηματοδοτικών ιδρυμάτων αποτελεί το χαρτοφυλάκιο στεγαστικής πίστης (63,6%), ενώ ακολουθούν το χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικής πίστης (25,1%) και το χαρτοφυλάκιο καταναλωτικής πίστης (11,3%).
