Μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες έχουν εστιάσει σε μια νέα κούρσα στο τερέν του ανταγωνισμού με επίκεντρο τις θεραπείες καρκίνου, με μαζικές επενδύσεις υψηλού ρίσκου, αλλά και υψηλών αποδόσεων.
Η ανάπτυξη καινοτόμων φαρμάκων αποτελεί διαχρονικά έναν κλάδο υψηλού κινδύνου αλλά και υψηλών αποδόσεων, καθώς τα ποσοστά αποτυχίας σε όλα τα στάδια ανάπτυξης είναι ιδιαίτερα υψηλά, αναφέρει έκθεση της Scope Rating.
Γιατί, λοιπόν, η GSK αποφάσισε να επενδύσει 10,6 δισ. δολ. για την εξαγορά της Nuvalent, εστιάζοντας σε έναν από τους πιο απαιτητικούς τομείς της φαρμακευτικής: την ογκολογία, τις θεραπείες καρκίνου. Σύμφωνα με τη Scope, η απάντηση βρίσκεται στη μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ κινδύνου και δυνητικής απόδοσης.
Υπολογίζεται ότι περίπου το 80% των υπό ανάπτυξη μορίων αποτυγχάνει από τη Φάση Ι των κλινικών δοκιμών μέχρι την εμπορική διάθεση, γεγονός που αντικατοπτρίζει τόσο την επιστημονική πολυπλοκότητα όσο και τα αυστηρά ρυθμιστικά εμπόδια που χαρακτηρίζουν την ανάπτυξη νέων φαρμάκων.
Μέσα σε αυτό το ήδη δύσκολο περιβάλλον, η ογκολογία γύρω από τις θεραπείες καρκίνου, ξεχωρίζει ως ένας ακόμη πιο απαιτητικός τομέας, με μεγαλύτερους χρόνους ανάπτυξης, υψηλότερο κόστος κλινικών μελετών και αυξημένα ποσοστά αποτυχίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι κατά καιρούς αρκετές μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες επέλεξαν να περιορίσουν ή να αναδιαρθρώσουν την παρουσία τους στον καρκίνο, στο πλαίσιο της βελτιστοποίησης των χαρτοφυλακίων τους. Η ίδια η GSK είχε πουλήσει το ογκολογικό της χαρτοφυλάκιο στη Novartis το 2014 έναντι περίπου 16 δισ. δολ.
Η σημερινή συμφωνία εξαγοράς της Nuvalent, που αποτελεί τη σημαντικότερη προσθήκη στη νέα στρατηγική της GSK για τις θεραπείες κατά του καρκίνου, ενδέχεται να σηματοδοτεί μια ευρύτερη μεταστροφή σε ολόκληρη τη φαρμακευτική βιομηχανία.
Θεραπείες καρκίνου: Γιατί αλλάζει η εξίσωση κινδύνου και απόδοσης
Η ογκολογία διαθέτει μοναδικά χαρακτηριστικά ανάπτυξης και κλιμάκωσης. Ένα επιτυχημένο αντικαρκινικό φάρμακο μπορεί να επεκτείνει τη χρήση του σε πολλαπλούς τύπους όγκων και σε διαφορετικές γραμμές θεραπείας, ενώ οι συνδυαστικές θεραπείες και οι τεχνολογικές πλατφόρμες δημιουργούν πρόσθετες ευκαιρίες για εμπορική ανάπτυξη και παράταση του κύκλου ζωής των προϊόντων.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Keytruda της Merck, το οποίο κατέγραψε έσοδα περίπου 31,7 δισ. δολ. το 2025, καθώς και το Darzalex της Johnson & Johnson, του οποίου οι πωλήσεις ξεπέρασαν τα 10 δισ. δολ., αναφέρουν οι αναλυτές της Scope.
Και τα δύο φάρμακα εξελίχθηκαν από θεραπείες καρκίνου για συγκεκριμένες ενδείξεις σε ευρείες θεραπευτικές πλατφόρμες πολλαπλών εφαρμογών. Η επιτυχία τους σε διαφορετικούς τύπους καρκίνου, σε πρώιμα στάδια θεραπείας αλλά και σε συνδυαστικά θεραπευτικά σχήματα αποδεικνύει ότι τα αντικαρκινικά φάρμακα μπορούν να αποκτήσουν εξαιρετικά μεγάλη εμπορική απήχηση και διάρκεια ζωής, ενισχύοντας την ελκυστικότητα του κλάδου παρά το υψηλό αναπτυξιακό ρίσκο.

Εγκαταστάσεις της GlaxoSmithKline © EPA/TERESA SUAREZ
Θεραπείες καρκίνου: Τι έχει αλλάξει
Αυτό που έχει αλλάξει, εξηγούν οι αναλυτές της Scope, δεν είναι ο τόσο η μείωση του κινδύνου όσο η σημαντική αύξηση των δυνητικών αποδόσεων. Στο παρελθόν, η περιορισμένη έκθεση στην ογκολογία βοηθούσε τις εταιρείες να μειώσουν τον επιχειρησιακό κίνδυνο, περιορίζοντας τις δαπανηρές επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη και αποφεύγοντας ακριβές εξαγορές σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αγορά.
Παράλληλα, επέτρεπε τη στροφή προς θεραπευτικές κατηγορίες με πιο προβλέψιμες αποδόσεις και μικρότερους χρόνους ανάπτυξης. Ωστόσο, καθώς τα οικονομικά οφέλη από τις επιτυχημένες αντικαρκινικές καινοτομίες αυξάνονται, αυτή η στρατηγική γίνεται ολοένα και λιγότερο ελκυστική.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη ενισχύει τις προοπτικές στις θεραπείες καρκίνου
Η αναθεώρηση της επενδυτικής στρατηγικής αντανακλά και τις αλλαγές στα μοντέλα έρευνας και ανάπτυξης, σύμφωνα με τη Scope. Η φαρμακευτική βιομηχανία απομακρύνεται σταδιακά από τις παραδοσιακές προσεγγίσεις «δοκιμής και λάθους» και στρέφεται σε πιο στοχευμένες μεθόδους, όπως η ανάπτυξη φαρμάκων με βάση βιοδείκτες και η ιατρική ακριβείας.
Η καλύτερη επιλογή των ασθενών που συμμετέχουν στις κλινικές δοκιμές θεραπειών καρκίνου, αλλά και ο πιο αποτελεσματικός σχεδιασμός των μελετών, ιδιαίτερα στην ογκολογία, βελτιώνουν τα ποσοστά επιτυχίας, παρότι αυτά εξακολουθούν να παραμένουν διαρθρωτικά χαμηλά και να συνοδεύονται από σημαντική αβεβαιότητα.
Παράλληλα, η βιομηχανία προσδοκά ότι οι εξελίξεις στην ανάλυση δεδομένων και στην τεχνητή νοημοσύνη θα επιταχύνουν την ανακάλυψη και ανάπτυξη νέων φαρμάκων για τον καρκίνο, ακόμη κι αν δεν υπάρχουν ακόμη αδιάσειστα στοιχεία ότι οι τεχνολογίες αυτές έχουν ήδη μεταφραστεί σε ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας ή των ποσοστών επιτυχίας.

Η GSK με την τελευταία εξαγορά επιδιώκει να αξιοποιήσει την αγορά θεραπειών καρκίνου. Έσοδα από τον τομέα ογκολογίας για επιλεγμένες κορυφαίες φαρμακευτικές εταιρείες (σε δισ. ευρώ, 2025) ©Scope
Οι θεραπείες καρκίνου αποτελούν τη μεγαλύτερη φαρμακευτική αγορά παγκοσμίως
Η ογκολογία έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη θεραπευτική κατηγορία της παγκόσμιας φαρμακευτικής αγοράς. Οι ετήσιες πωλήσεις της εκτιμώνται στα 280 δισ. δολαρίων, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 20% των συνολικών παγκόσμιων εσόδων της φαρμακοβιομηχανίας.
Σε σύγκριση, άλλοι μεγάλοι θεραπευτικοί τομείς, όπως η ανοσολογία, ο διαβήτης, οι παθήσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος και τα καρδιαγγειακά νοσήματα, είναι μικρότεροι ή αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες πιέσεις από τον ανταγωνισμό και την τιμολογιακή πολιτική, αναφέρει η ανάλυση της Scope.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ισορροπία μεταξύ περιορισμού του κινδύνου και διασφάλισης της ανάπτυξης γίνεται ολοένα πιο σύνθετη για τις μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες.
Η μικρότερη έκθεση στην ογκολογία μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμη προβλεψιμότητα και μεγαλύτερη επενδυτική πειθαρχία, όμως παράλληλα περιορίζει την πρόσβαση σε έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς καινοτομίας και μακροπρόθεσμης ανάπτυξης του κλάδου.
Αντίθετα, η ενίσχυση της παρουσίας στις θεραπείες καρκίνου μπορεί να εμπλουτίσει τους αγωγούς ανάπτυξης νέων φαρμάκων και να βελτιώσει τις αναπτυξιακές προοπτικές, έστω και με υψηλότερο κίνδυνο εκτέλεσης των ερευνητικών προγραμμάτων.
Παρότι η αγορά της ογκολογίας παραμένει ιδιαίτερα συγκεντρωμένη και η ουσιαστική παρουσία σε αυτήν δεν είναι εύκολη, η επιτυχία δεν προϋποθέτει απαραίτητα δραστηριοποίηση σε όλους τους τύπους καρκίνου, σημειώνουν οι αναλυτές της Scope. Προϋποθέτει κυρίως σαφή στρατηγική για τομείς όπου μια εταιρεία μπορεί να προσφέρει διαφοροποιημένη αξία, καθώς και πειθαρχημένη αξιοποίηση των επενδυτικών ευκαιριών σε έναν μακροχρόνιο κύκλο καινοτομίας.
Καθώς η σχέση μεταξύ κινδύνου και απόδοσης μεταβάλλεται σε όλες τις θεραπευτικές κατηγορίες, η στρατηγική τοποθέτηση στην ογκολογία εξελίσσεται ολοένα και περισσότερο σε ζήτημα προσεκτικής ισορροπίας και όχι μιας απλής επιλογής μεταξύ παρουσίας ή απουσίας από την αγορά.

Καρκίνος © Unsplash
Έρευνες κατά του καρκίνου απειλούνται από γεωπολιτικές κρίσεις
Μία από τις πιο ελπιδοφόρες εξελίξεις στη μάχη κατά του καρκίνου κινδυνεύει σήμερα όχι από επιστημονικά εμπόδια, αλλά από τις γεωπολιτικές αναταράξεις. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι περιορισμοί της Κίνας στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και η αστάθεια στη Μέση Ανατολή δοκιμάζουν τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού της ραδιολιγανδικής θεραπείας (Radioligand Therapy – RLT), μιας τεχνολογίας που θεωρείται από πολλούς επιστήμονες ως μία από τις σημαντικότερες προόδους στην ογκολογία των τελευταίων ετών.
Σε αντίθεση με τη χημειοθεραπεία ή την κλασική ακτινοθεραπεία, η RLT λειτουργεί με απόλυτα στοχευμένο τρόπο, μεταφέροντας ραδιενεργά ισότοπα απευθείας στα καρκινικά κύτταρα και περιορίζοντας σημαντικά τις παρενέργειες. Οι ασθενείς διατηρούν καλύτερη ποιότητα ζωής και συχνά μπορούν να συνεχίσουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Η παγκόσμια αγορά ραδιολιγανδικών θεραπειών αποτιμήθηκε το 2025 στα 3,2 δισ. δολάρια και εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 30 δισ. δολάρια έως το 2034, αποτελώντας έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους κλάδους της ογκολογίας.
Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται ευρωπαϊκές εταιρείες, όπως η Novartis, που έχει ήδη αναπτύξει εγκεκριμένες θεραπείες για τον καρκίνο του προστάτη και τους νευροενδοκρινικούς όγκους. Ταυτόχρονα, μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες από τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Κίνα εντείνουν τις επενδύσεις τους, δημιουργώντας έντονο ανταγωνισμό.
Ωστόσο, η παραγωγή των απαραίτητων ραδιοϊσοτόπων εξαρτάται από εξειδικευμένες πρώτες ύλες, πυρηνικούς αντιδραστήρες και πολύπλοκες διαδικασίες επεξεργασίας, γεγονός που καθιστά την εφοδιαστική αλυσίδα ιδιαίτερα ευάλωτη.
Οι πόλεμοι δοκιμάζουν την εφοδιαστική αλυσίδα
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ανάγκασε πολλές εταιρείες να αναζητήσουν νέους προμηθευτές κρίσιμων ισοτόπων, ενώ οι κινεζικοί περιορισμοί στις εξαγωγές σπάνιων γαιών ενίσχυσαν την αβεβαιότητα για τις μελλοντικές επενδύσεις. Παράλληλα, οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή ανέδειξαν τους κινδύνους στις αεροπορικές μεταφορές, καθώς τα ραδιοϊσότοπα έχουν πολύ περιορισμένη διάρκεια ζωής και απαιτούν άμεση διανομή.
Παρά τις δυσκολίες, οι προοπτικές της τεχνολογίας παραμένουν ιδιαίτερα θετικές. Νέα ραδιοϊσότοπα και νέοι βιολογικοί στόχοι βρίσκονται ήδη σε κλινικές δοκιμές, ενισχύοντας τις προσδοκίες ότι η ραδιολιγανδική θεραπεία θα αποτελέσει βασικό πυλώνα στην αντιμετώπιση του καρκίνου την επόμενη δεκαετία.
Το μεγάλο ερώτημα πλέον δεν αφορά μόνο την επιστημονική πρόοδο, αλλά και το κατά πόσο οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού θα μπορέσουν να στηρίξουν την ταχεία ανάπτυξη μιας θεραπείας που φιλοδοξεί να αλλάξει ριζικά την αντιμετώπιση του καρκίνου.
Οι φαρμακευτικές επιδίδονται σε κυνήγι εξαγορών βιοτεχνολογικών εταιρειών
Παράλληλα, στις ΗΠΑ οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες επιταχύνουν τις εξαγορές βιοτεχνολογικών εταιρειών, σε μια προσπάθεια να ενισχύσουν τα μελλοντικά τους χαρτοφυλάκια φαρμάκων, να αξιοποιήσουν τα τεράστια έσοδα από τα σημερινά blockbuster και να επωφεληθούν από το ευνοϊκότερο ρυθμιστικό περιβάλλον που διαμορφώνεται στις ΗΠΑ υπό την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο αριθμός των biotech εταιρειών που εξαγοράστηκαν φέτος έναντι τουλάχιστον 1 δισ. δολαρίων έχει ήδη φτάσει τις 37, ξεπερνώντας το ετήσιο ρεκόρ των 35 συμφωνιών που καταγράφηκε πέρυσι, σύμφωνα με την αμερικανική επενδυτική εταιρεία Stifel.
Στελέχη του κλάδου και τραπεζίτες εκτιμούν ότι ο ισχυρότερος καταλύτης πίσω από αυτή την έξαρση είναι ο λεγόμενος «γκρεμός για πατέντες» (patent cliff). Πρόκειται για ένα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο στον φαρμακευτικό κλάδο, κατά το οποίο οι εταιρείες χάνουν την αποκλειστικότητα σε ιδιαίτερα προσοδοφόρα φάρμακα, ανοίγοντας τον δρόμο για τους παραγωγούς γενόσημων να εισέλθουν στην αγορά με φθηνότερες εκδοχές.
Η μάχη για πειραματικά φάρμακα που έχουν τις προϋποθέσεις να εξελιχθούν στα επόμενα blockbuster έχει καταστήσει τον φαρμακευτικό κλάδο πρωταγωνιστή του φετινού παγκόσμιου κύματος συγχωνεύσεων και εξαγορών. «Είναι η πιο δραστήρια αγορά που έχω δει ποτέ», δήλωσε ο Έρικ Τοκάτ, συμπρόεδρος της Centerview Partners. Όπως εξήγησε, στο παρελθόν υπήρχαν περίοδοι κατά τις οποίες ορισμένες φαρμακευτικές ήταν ενεργές και άλλες παρέμεναν στο περιθώριο. «Σήμερα, όλοι είναι ενεργοί».
Η ένταση του ανταγωνισμού αποτυπώθηκε και στην πρόσφατη συμφωνία της Eli Lilly για την εξαγορά της AtaiBeckley, εταιρείας ανάπτυξης ψυχεδελικών φαρμάκων που υποστηρίζεται από τον επενδυτή Πίτερ Τιλ, έναντι έως και 3,8 δισ. δολαρίων. Με τη συμφωνία αυτή, η συνολική αξία των εξαγορών biotech από την αρχή του έτους ανήλθε στα 216 δισ. δολάρια, έναντι 118 δισ. δολαρίων την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, σύμφωνα με στοιχεία της LSEG.

© Pixabay
Ο «γκρεμός για πατέντες» και τα δισεκατομμύρια των blockbuster
Η φετινή δραστηριότητα έχει καταστήσει το 2026 τη δεύτερη πιο έντονη χρονιά στην ιστορία για τις συμφωνίες στον φαρμακευτικό κλάδο, εάν συνυπολογιστούν και οι συναλλαγές μεταξύ καθιερωμένων εταιρειών. Η αξία των εξαγορών στο πρώτο εξάμηνο υπολείπεται μόνο εκείνης του 2019, όταν μια σειρά από mega deals, μεταξύ των οποίων η εξαγορά της Allergan από την AbbVie έναντι 83 δισ. δολαρίων, είχε εκτοξεύσει το σύνολο της αγοράς.
Η έξαρση των συμφωνιών έχει οδηγήσει τον δείκτη XBI των biotech σε υψηλό πενταετίας. Ο Μπεν Γουάλας, επικεφαλής συγχωνεύσεων και εξαγορών της Goldman Sachs για την Αμερική, χαρακτηρίζει τον «γκρεμό για πατέντες» τον σημαντικότερο παράγοντα της φετινής έκρηξης M&A. Παράλληλα, όμως, επισημαίνει ότι οι φαρμακευτικές διαθέτουν τεράστια χρηματοοικονομική ευχέρεια, γεγονός που επιτρέπει στις διοικήσεις να προχωρούν σε επιθετικές κινήσεις.
Οι επενδυτές, μάλιστα, φαίνεται να επιβραβεύουν αυτή τη στρατηγική, όταν οι εξαγορές ενισχύουν τις προοπτικές ανάπτυξης της επόμενης δεκαετίας. Ενδεικτικά, μετά την εξαγορά της Apogee Therapeutics από την AbbVie έναντι 10,9 δισ. δολαρίων, οι μετοχές της εταιρείας ενισχύθηκαν σχεδόν 10% μέσα στην επόμενη εβδομάδα.
Η Eli Lilly βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της κούρσας, αξιοποιώντας τα τεράστια έσοδα από τα δημοφιλή φάρμακα κατά της παχυσαρκίας. Η μεγαλύτερη φαρμακευτική εταιρεία παγκοσμίως, με χρηματιστηριακή αξία 1,1 τρισ. δολαρίων, έχει δαπανήσει έως και 7 δισ. δολάρια για την Kelonia Therapeutics, που δραστηριοποιείται στην ογκολογία, και 7,8 δισ. δολάρια για την Centessa, η οποία αναπτύσσει θεραπείες για διαταραχές ύπνου.
Παράλληλα, ενδιαφέρον προσελκύουν και biotech που ήδη έχουν έσοδα ή βρίσκονται κοντά στην κυκλοφορία νέων φαρμάκων. Η βρετανική GSK συμφώνησε τον Ιούνιο να καταβάλει 10,6 δισ. δολάρια για τη Nuvalent, η οποία διαθέτει δύο φάρμακα που θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν έως το τέλος του έτους, εφόσον λάβουν έγκριση από την αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA).
«Αναζητούν assets σε προχωρημένο στάδιο, έτοιμα για εμπορική αξιοποίηση», δήλωσε η Άιλσα Κρεγκ, διαχειρίστρια κεφαλαίων της Schroders. Η ανάγκη είναι άμεση, καθώς οι λήξεις για πατέντες πλησιάζουν. Το μέγεθος του κινδύνου φαίνεται από την περίπτωση του Keytruda, του φαρμάκου με τις μεγαλύτερες πωλήσεις παγκοσμίως. Το 2025 απέφερε στη Merck έσοδα 31,7 δισ. δολαρίων, σχεδόν το ήμισυ του συνολικού τζίρου της, ενώ η προστασία της πατέντας του λήγει το 2028.
Η μάχη για τα biotech και η αλλαγή πολιτικής στις ΗΠΑ
Το κυνήγι των biotech δεν περιορίζεται πλέον στις μεγαλύτερες φαρμακευτικές. Μεσαίου μεγέθους εταιρείες, όπως η γαλλική Servier και η Ipsen, έχουν πραγματοποιήσει από δύο συμφωνίες η καθεμία μέσα στη χρονιά, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για τα πιο ελκυστικά περιουσιακά στοιχεία. Παράλληλα, αυξάνονται οι ιδιωτικές εταιρείες που πωλούνται για δισεκατομμύρια.
Η εκρηκτική δραστηριότητα έχει ενισχυθεί και από τις αλλαγές στην αμερικανική πολιτική. Η απειλή επιβολής δασμών έχει απομακρυνθεί, ενώ οι συμφωνίες φαρμακευτικών εταιρειών με την κυβέρνηση Τραμπ για τις τιμές των φαρμάκων έχουν περιορίσει τις ανησυχίες για την κερδοφορία του κλάδου.
Την ίδια στιγμή, η πιο ήπια προσέγγιση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου (FTC) απέναντι στις εξαγορές διευκολύνει την ολοκλήρωση των συμφωνιών. Αυτό αποτελεί σημαντική αλλαγή σε σχέση με την περίοδο της Λίνα Καν, όταν η FTC υιοθετούσε πολύ αυστηρότερη στάση απέναντι στις εξαγορές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στον χώρο της βιοτεχνολογίας.
Στην αγορά κυριαρχεί πλέον και το FOMO, ο φόβος ότι μια εταιρεία θα χάσει την ευκαιρία να αποκτήσει ένα πολλά υποσχόμενο asset. Όπως εξηγεί ο Ντέιβ Γκάρντνερ της Incyte Pharma, όσο αυξάνονται οι υποψήφιοι αγοραστές, τόσο μεγαλώνει η πίεση για άμεση δράση, καθώς κανείς δεν θέλει να βρεθεί εκτός της κούρσας.

Το κτίριο του βρετανικού φαρμακευτικού ομίλου GlaxoSmithKline (GSK)
@EPA/TERESA SUAREZ
Τα biotech IPO κερδίζουν έδαφος έναντι της AI
Η δυναμική δεν περιορίζεται στις εξαγορές. Ο κλάδος της βιοτεχνολογίας κερδίζει έδαφος και στην αγορά αρχικών δημόσιων προσφορών (IPO) των ΗΠΑ, ξεπερνώντας σε αποδόσεις τις εισαγωγές εταιρειών που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Οι αμερικανικές IPO εταιρειών biotech και φαρμακευτικών έχουν καταγράψει φέτος σταθμισμένη μέση απόδοση 55%, έναντι απώλειας 4,4% για την ευρύτερη αγορά IPO, εξαιρουμένων των SPAC και άλλων χρηματοοικονομικών οχημάτων, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg.
Η επιτυχία αυτή έχει ενθαρρύνει τουλάχιστον έξι biotech να καταθέσουν μέσα στον Ιούλιο αιτήσεις για IPO, με επικεφαλής τη Scribe Therapeutics, που αναπτύσσει γονιδιακές θεραπείες με βάση την τεχνολογία CRISPR. «Είναι η πιο υγιής αγορά IPO biotech που έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό», εκτιμά ο Τζακ Μπάνιστερ της Leerink Partners.
Η εξέλιξη έρχεται σε αντίθεση με τις αρχικές προσδοκίες ότι το 2026 θα ήταν η χρονιά των IPO στους κλάδους της AI και της αεροδιαστημικής και άμυνας, με τη SpaceX να αναμενόταν να πραγματοποιήσει μια ιστορική εισαγωγή. Αντίθετα, οι μετοχές των 10 εταιρειών που συνδέθηκαν με τις μεγαλύτερες αμερικανικές IPO της χρονιάς έχουν υποχωρήσει κατά μέσο όρο 6,3%, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες ότι το ράλι της AI έχει υπερθερμανθεί.
Η υπεραπόδοση των biotech και των φαρμακευτικών στηρίζεται στην άνοδο 13% του Nasdaq Biotechnology Index, σε ένα πιο σταθερό ρυθμιστικό περιβάλλον, σε σημαντικές επιτυχίες κλινικών δοκιμών και στις μεγάλες εξαγορές από τον κλάδο. Μόνο τον τελευταίο μήνα ανακοινώθηκαν τρεις εξαγορές αξίας άνω των 10 δισ. δολαρίων, από τις AbbVie, GSK και Vertex Pharmaceuticals, ενισχύοντας τις αποτιμήσεις και δημιουργώντας νέα διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις.
Ρεκόρ αποδόσεων, αλλά και ο κίνδυνος των επιτοκίων
Τα έσοδα από IPO biotech έχουν ξεπεράσει φέτος τα 5 δισ. δολάρια, τριπλάσια σε σχέση με πέρυσι. Στο ποσό περιλαμβάνεται και η μεγαλύτερη IPO στην ιστορία του κλάδου: η Parabilis Medicines άντλησε 770,6 εκατ. δολάρια τον προηγούμενο μήνα.
Η Veradermics, που αναπτύσσει θεραπεία για την τριχόπτωση, έχει ενισχυθεί πάνω από 500% από την εισαγωγή της τον Φεβρουάριο, καταγράφοντας την καλύτερη επίδοση μεταξύ όλων των αμερικανικών IPO φέτος. Η Hemab Therapeutics, που εστιάζει στις διαταραχές του αίματος, έχει υπερδιπλασιάσει την αξία της από την εισαγωγή της τον Μάιο.
Ωστόσο, παραμένει ένα βασικό ερώτημα: μπορεί ο κλάδος να συνεχίσει να κινείται ανεξάρτητα από τις ανησυχίες της αγοράς για τα υψηλότερα επιτόκια; Οι αυξήσεις επιτοκίων έχουν πλήξει στο παρελθόν τις biotech, καθώς επηρεάζουν τις αποτιμήσεις εταιρειών που βασίζονται σε μελλοντικές ταμειακές ροές.
Προς το παρόν, πάντως, η αγορά φαίνεται να θεωρεί ότι ο κλάδος διαθέτει σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανόδου. Όπως σημειώνει η Leerink Partners, οι επενδυτές αναζητούν εναλλακτικούς προορισμούς για τα κεφάλαιά τους και, σε σύγκριση με άλλες επιλογές, η βιοτεχνολογία δεν μοιάζει πλέον μόνο με «ασφαλές καταφύγιο», αλλά και με αγορά που προσφέρει ουσιαστικές προοπτικές κέρδους.
