Σχεδόν τρεις μήνες μετά την έναρξη της πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, το μείζον για την παγκόσμια οικονομία είναι πως τα στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά και είναι απίθανο να ανοίξουν εντός Μαΐου, αφού ούτε το Ιράν δείχνει έτοιμο να άρει το στρατιωτικό έλεγχο ούτε οι ΗΠΑ το ναυτικό τους αποκλεισμό.
Κι ενώ οι τιμές του πετρελαίου είναι πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και πολλές ασιατικές χώρες αντιμετωπίζουν ελλείψεις καυσίμων, στα χρηματιστήρια των ΗΠΑ και της Ασίας γίνεται «πάρτι».
Στη Wall Street, αντιδρώντας στον πόλεμο ο δείκτης S&P 500 αρχικά είχε κινηθεί πτωτικά. Σύντομα όμως ανέκαμψε και την περασμένη Παρασκευή 22 Μαΐου συμπλήρωσε 7 συνεχόμενες ανοδικές εβδομάδες. Η άνοδος ήταν μάλιστα αξιοσημείωτη καθώς προσέγγισε το 19%, οδηγώντας το δείκτη σε νέα ιστορικά υψηλά, με διαρκή κλεισίματα στη ζώνη των 7.400 – 7500 μονάδων. Ίδια εικόνα και στην Ασία.
Πώς γίνεται οι χρηματιστηριακές αγορές να αγνοούν τον αντίκτυπο ενός μεγάλου περιφερειακού πολέμου και της – κατά τη διατύπωση του επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας – μεγαλύτερης ενεργειακής κρίσης στην ιστορία; Το ράλι στην αγορά είναι υγιές, υποστήριζαν την περασμένη εβδομάδα ορισμένοι αναλυτές της Wall Street στο CNBC, και οφείλεται σε δύο λόγους. Πρώτον, στην πολύ πιο περιορισμένη εξάρτηση της αμερικανικής οικονομίας από το πετρέλαιο σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες. Δεύτερον, στα εξαιρετικά – τα καλύτερα στην ιστορία – οικονομικά αποτελέσματα που ανακοίνωσαν οι εταιρείες τεχνολογίας, ιδίως οι Magnificent Seven (Apple, Microsoft, Amazon, Alphabet, Meta, Nvidia, Tesla), το πρώτο τρίμηνο του 2026, με αύξηση εσόδων άνω του 20% και αύξηση κερδών από 60% ως 80%.
Το ίδιο «καύσιμο» – η τεχνητή νοημοσύνη – ήταν άλλωστε κι ο παράγοντας που ανέβασε ψηλότερα τα ασιατικά χρηματιστήρια παρά το οξύ πρόβλημα καυσίμων που αντιμετωπίζει η Ασία. Το ρεκόρ του δείκτη Kospi της Νότιας Κορέας οφείλονταν στα υψηλά κέρδη πρώτου τριμήνου των κατασκευαστών προηγμένων τσιπς τεχνητής νοημοσύνης SK Hynix και Samsung Electronics που ακολουθούν το ράλι των αμερικανικών ομολόγων τους.
Τις μέρες που ακολούθησαν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, αρκετοί αναλυτές έσπευσαν να αναβαθμίσουν τις τιμές στόχους των τεχνολογικών μετοχών και να εκπέμψουν το μήνυμα ότι το ράλι θα συνεχιστεί. Την ίδια στιγμή όμως τα μεγαλύτερα οικονομικά και επενδυτικά ονόματα της Αμερικής έσπευσαν να χτυπήσουν προειδοποιητικό καμπανάκι για τους κινδύνους της «φούσκας» γύρω από την έξαρση της τεχνητής νοημοσύνης.
Κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της JP Morgan, ο επικεφαλής της τράπεζας Τζέιμι Ντάιμον προειδοποίησε ότι η ευφορία που υπάρχει στην αγορά είναι υπερβολική και αδικαιολόγητη, καθώς παρά τα ισχυρά εταιρικά κέρδη των τεχνολογικών μετοχών, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η επαναφορά του πληθωρισμού αποτελούν μείζονα προβλήματα.
Ο θρυλικός επενδυτής Μάικλ Μπέρι που έχοντας προβλέψει την κρίση των αμερικανικών στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου έγινε ευρύτερα γνωστός από την ταινία The Big Short, επισήμανε ότι η αγορά μοιάζει πια με την κορύφωση της «φούσκας των dot-com» λίγο πριν σκάσει, υποδεικνύοντας για του λόγου το αληθές το τρελό ράλι που καταγράφεται τους τελευταίους δυο μήνες στις μετοχές των εταιρειών κατασκευής ημιαγωγών, με άνοδο του δείκτη Philadelphia Stock Exchange Semiconductor Index κατά 70%.
Ο Νούριελ Ρουμπινί έγραψε ότι οι επενδυτές προσεγγίζουν με μεγάλη αισιοδοξία τις γεωπολιτικές εξελίξεις, ποντάροντας πολύ περισσότερο από όσο πρέπει στις πιθανότητες μιας ειρηνευτικής συμφωνίας και πιστεύοντας ότι τα οφέλη από την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης θα αντισταθμίσουν τον οικονομικό αντίκτυπο του πολέμου. Κάνουν λάθος, πρόσθεσε καθώς υπάρχουν μείζονες κίνδυνοι για bear market στις αγορές, παγκόσμια ύφεση και στασιμοπληθωρισμό.
Τέλος, ο καθηγητής στο Wharton School και επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος της Allianz Μοχάμετ Ελ Αριάν προειδοποίησε ότι αν δε λήξει σύντομα ο πόλεμος, το ράλι της αγοράς – που οδηγείται αποκλειστικά από τις Magnificent Seven οι οποίες αντιπροσωπεύουν πια το 37% της κεφαλαιοποίησης του δείκτη S&P 500 – θα φανεί ότι έχει ένα «γεωπολιτικό ταβάνι». Αυτό μπορεί να γίνει για δύο λόγους, είπε. Αφενός επειδή οι αποτιμήσεις έχουν φτάσει σε τόσο υψηλά επίπεδα (οι μετοχές του Nasdaq διαπραγματεύονται 43 φορές τα κέρδη τους) που ακόμα και οι πιο μικρές αστοχίες στα κέρδη ή οι καθυστερήσεις στις παρουσιάσεις ΑΙ κινδυνεύουν να ρίξουν τις τιμές. Αφετέρου επειδή προσεγγίζουμε το σημείο όπου πολλές οικονομίες θα αρχίσουν να πιέζονται από το παγκόσμιο πετρελαϊκό σοκ ενώ το χρήμα των κρατών του Κόλπου που έως πρότινος «φούσκωνε» τη Wall θα λείψει καθώς πρέπει να χρησιμοποιηθεί τοπικά για να αποκαταστήσει τις ζημιές του πολέμου.
Αναδημοσίευση από Απογευματινή
