Ανοδικά κινoύνται οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, καθώς τα ισχυρότερα των αναμενόμενων στοιχεία για την αγορά εργασίας των ΗΠΑ ενίσχυσαν τις εκτιμήσεις για τη δυναμική της αμερικανικής οικονομίας.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου ενισχύεται κατά περισσότερες από 6 μονάδες βάσης, φτάνοντας στο 4,903%, ενώ η απόδοση του 30ετούς τίτλου αυξήθηκε κατά περίπου 5 μονάδες βάσης, στο 5,302%. Παράλληλα, η απόδοση του διετούς ομολόγου διαμορφώνεται στο 4,539%, καταγράφοντας άνοδο περίπου 6 μονάδων βάσης.
Η αντίδραση της αγοράς ήρθε μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων για την απασχόληση τον Οκτώβριο, σύμφωνα με τα οποία η αμερικανική οικονομία δημιούργησε 165.000 νέες θέσεις εργασίας, έναντι μόλις 59.000 που ανέμεναν οι οικονομολόγοι. Την ίδια στιγμή, το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 4,1%, από 4,2% τον προηγούμενο μήνα, διαψεύδοντας τις εκτιμήσεις για σταθεροποίησή του.
Τα νέα στοιχεία έρχονται σε συνέχεια της ασθενέστερης εικόνας που είχε παρουσιάσει η αγορά εργασίας τον Σεπτέμβριο, όταν είχαν προστεθεί μόλις 29.000 θέσεις εργασίας και η ανεργία είχε αυξηθεί στο 4,2%.
Η καλύτερη του αναμενομένου εικόνα της απασχόλησης αναδιαμορφώνει τις προσδοκίες των επενδυτών για την πορεία της αμερικανικής οικονομίας και τη νομισματική πολιτική της Federal Reserve, με τις αποδόσεις των ομολόγων να δέχονται ανοδικές πιέσεις.
Οι αγορές εξακολουθούν να αξιολογούν τις πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, μετά την επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου. Η εξέλιξη έχει προκαλέσει προβληματισμό στους επενδυτές σχετικά με το ενδεχόμενο επιβράδυνσης των επενδύσεων στην κατασκευή data centers, λόγω μεγαλύτερων ρυθμιστικών πιέσεων από ένα ελεγχόμενο από τους Δημοκρατικούς Κογκρέσο.
Πρόσθετη πίεση στο επενδυτικό κλίμα ασκεί και το ισχυρό sell-off στις μετοχές τεχνητής νοημοσύνης, που σημειώθηκε την Πέμπτη. Nasdaq, S&P 500 και Russell 2000 κατέγραψαν τη χειρότερη ημερήσια συνεδρίασή τους από τον Απρίλιο του 2025, ενώ η συνολική χρηματιστηριακή αξία των επτά τεχνολογικών κολοσσών της λεγόμενης «Magnificent Seven» μειώθηκε κατά περισσότερο από 1 τρισ. δολάρια.
