Αγωγή κατά της Εταιρείας Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) κατέθεσε στις 30 Απριλίου ο Δήμος Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης, αμφισβητώντας το σημερινό ιδιοκτησιακό καθεστώς της Ακτής Βουλιαγμένης και διεκδικώντας την αναγνώρισή του ως ιδιοκτήτη ενός από τα σημαντικότερα παραλιακά ακίνητα της Αθηναϊκής Ριβιέρας.
Η υπόθεση αφορά την οργανωμένη πλαζ της Βουλιαγμένης, συνολικής έκτασης άνω των 80 στρεμμάτων, μαζί με τους περιβάλλοντες χώρους και την περιοχή της «Ωκεανίδας». Η εκδίκαση της υπόθεσης έχει οριστεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 12 Ιανουαρίου 2027. Στο πλαίσιο της προβλεπόμενης διαδικασίας, το δικαστήριο έχει ήδη παραπέμψει τις δύο πλευρές σε διαμεσολάβηση, ορίζοντας και διαμεσολαβητή, χωρίς ωστόσο να διαφαίνεται μέχρι στιγμής πιθανότητα εξεύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης, λόγω της φύσης και της σοβαρότητας της διαφοράς. Παράλληλα, έχει καταστεί σαφές ότι η υπόθεση θα εκδικαστεί κανονικά στην προγραμματισμένη ημερομηνία, χωρίς δυνατότητα αναβολής.
Στον πυρήνα της αγωγής βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η μεταβίβαση της Ακτής Βουλιαγμένης από τον Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας προς τον ΕΟΤ το 1958 ήταν άκυρη, καθώς, σύμφωνα με τη δημοτική αρχή, η έκταση είχε ήδη από το 1951 παραχωρηθεί ως κοινόχρηστος χώρος στην τότε Κοινότητα Βουλιαγμένης.
Το νομικό επιχείρημα του Δήμου
Όλα ξεκινούν από τη λεγόμενη «σύμβαση Κατσαφαρόπουλου», η συμβολαιογραφική πράξη του 1951 που αποτέλεσε τη βάση για την πρώτη πολεοδόμηση της Βουλιαγμένης. Μέσα από τη συμφωνία αυτή ρυθμίστηκε η ένταξη της μεγάλης εκκλησιαστικής περιουσίας της περιοχής σε οργανωμένο σχέδιο πόλης.
Η διαδικασία στηρίχθηκε στη νομοθεσία της εποχής και ειδικότερα σε διάταγμα του 1948, το οποίο προέβλεπε ότι οι ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων όφειλαν να παραχωρούν χωρίς αντάλλαγμα τμήματα γης για τη δημιουργία δρόμων, πλατειών, αλσών, σχολείων και γενικότερα κοινόχρηστων χώρων, προκειμένου να εγκριθεί ένα σχέδιο πόλης.
Σύμφωνα με τον Δήμο, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας η Εκκλησία παραχώρησε και την έκταση της σημερινής Ακτής Βουλιαγμένης ως κοινόχρηστο χώρο. Η «σύμβαση Κατσαφαρόπουλου», που υπεγράφη τον Φεβρουάριο του 1951 και δημοσιεύθηκε σε ΦΕΚ τον Απρίλιο του ίδιου έτους, όριζε ρητά τον χαρακτήρα της Ακτής ως κοινόχρηστης έκτασης.
Η δημοτική αρχή επισημαίνει ότι στο πρωτότυπο ρυμοτομικό σχέδιο της εποχής η Ακτή Βουλιαγμένης αποτυπώνεται με κίτρινο χρώμα, όπως ακριβώς και οι δρόμοι, ένδειξη που –κατά τον Δήμο– αποδεικνύει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της.
Παράλληλα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της σύμβασης, η Εκκλησία παραιτήθηκε ρητά από κάθε εμπράγματο δικαίωμα και από οποιαδήποτε αξίωση αποζημίωσης για τις εκτάσεις που παραχωρήθηκαν. Με βάση αυτό το επιχείρημα, ο Δήμος υποστηρίζει ότι από το 1951 η Ακτή Βουλιαγμένης δεν ανήκε πλέον στην Εκκλησία αλλά στην τότε Κοινότητα Βουλιαγμένης.
Το πωλητήριο του 1958 στο επίκεντρο της διαμάχης
Το βασικό σημείο της δικαστικής αντιπαράθεσης αφορά το συμβόλαιο αγοραπωλησίας του 1958, μέσω του οποίου ο Οργανισμός Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας μεταβίβασε στον ΕΟΤ συνολική έκταση περίπου 500 στρεμμάτων έναντι 2,5 εκατ. δραχμών.
Στην έκταση αυτή περιλαμβάνονταν αφενός η Ακτή Βουλιαγμένης, περίπου 86.000 τ.μ., και αφετέρου η χερσόνησος του Μικρού Καβουρίου, όπου βρίσκονται σήμερα ο Αστέρας Βουλιαγμένης και οι εγκαταστάσεις του Ναυτικού Ομίλου Βουλιαγμένης.
Ο Δήμος υποστηρίζει ότι οι δύο περιοχές είχαν διαφορετικό πολεοδομικό καθεστώς. Στην περίπτωση του Μικρού Καβουρίου η Εκκλησία διατηρούσε δικαιώματα κυριότητας, ενώ στην περίπτωση της Ακτής Βουλιαγμένης η έκταση είχε ήδη χαρακτηριστεί κοινόχρηστος χώρος και είχε περάσει στην Κοινότητα Βουλιαγμένης.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το σκεπτικό της αγωγής, η Εκκλησία δεν μπορούσε το 1958 να πουλήσει μια έκταση που δεν της ανήκε πλέον.
Για να τεκμηριώσει τη θέση του, ο Δήμος ανέθεσε σε εξειδικευμένο τεχνικό γραφείο τη διερεύνηση του ιδιοκτησιακού και πολεοδομικού ιστορικού της περιοχής. Η σχετική τεχνική έκθεση, περίπου 70 σελίδων, καταγράφει την αλυσίδα μεταβιβάσεων της έκτασης από τον ΕΟΤ προς την εταιρεία Παράκτιο Αττικό Μέτωπο Α.Ε. το 2014 και στη συνέχεια προς την ΕΤΑΔ το 2015.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη δημοτική αρχή, όλες οι μεταγενέστερες μεταβιβάσεις βασίζονται στο πωλητήριο του 1958, το οποίο θεωρείται νομικά προβληματικό ως προς την Ακτή Βουλιαγμένης.
Ένα ακόμη βασικό επιχείρημα του Δήμου είναι ότι από το 1951 έως σήμερα ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της Ακτής δεν τροποποιήθηκε ποτέ, παρά τις αλλεπάλληλες αλλαγές και τροποποιήσεις στο σχέδιο πόλης της Βουλιαγμένης. Με βάση αυτό, η αγωγή υποστηρίζει ότι η έκταση δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί κοινόχρηστο χώρο και επομένως δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αγοραπωλησίας.
Σύμφωνα με τη δημοτική αρχή, το αίτημα της αγωγής είναι ουσιαστικά μια προσπάθεια «επαναφοράς στη νομιμότητα». Ο Δήμος ζητά να αναγνωριστεί ως αποκλειστικός ιδιοκτήτης της Ακτής Βουλιαγμένης και να διορθωθεί η εγγραφή στο Κτηματολόγιο με βάση τη σύμβαση του 1951.
Ο πυρήνας του νομικού επιχειρήματος είναι ότι ένας κοινόχρηστος χώρος δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αγοραπωλησίας, ενώ για να μεταβιβαστεί νόμιμα ένα ακίνητο πρέπει αυτός που το πουλά να διαθέτει και το σχετικό δικαίωμα κυριότητας. Σύμφωνα με τον Δήμο, στην περίπτωση της Ακτής Βουλιαγμένης αυτό δεν συνέβαινε ήδη από το 1951.
Τι θα γίνει με τους νέους μισθωτές
Ο Γρηγόρης Κωνσταντέλλος μιλώντας στο powergame.gr επισημαίνει ότι η προσφυγή του Δήμου δεν στρέφεται κατά της κοινοπραξίας Evergood (Vivartia) και Γευσήνους που κέρδισαν το διαγωνισμό από την ΕΤΑΔ, αλλά αφορά αποκλειστικά το ιδιοκτησιακό καθεστώς της έκτασης.
Όπως αναφέρει, αν υπήρχε πρόθεση μπλοκαρίσματος του διαγωνισμού, ο Δήμος θα είχε κινηθεί ήδη από την έναρξη της διαδικασίας πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι ακόμη και σε περίπτωση δικαστικής ανατροπής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, το αποτέλεσμά του διαγωνισμού εξακολουθεί να ισχύει.
Νέες νομικές κινήσεις για άλλες εκτάσεις
Η Ακτή Βουλιαγμένης, πάντως, δεν φαίνεται να αποτελεί τη μοναδική υπόθεση που εξετάζει ο Δήμος. Σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντέλλο, από την πολύχρονη έρευνα που προηγήθηκε προέκυψαν ευρήματα και για άλλες εκτάσεις της ευρύτερης περιοχής που σήμερα εμφανίζονται να ανήκουν στην ΕΤΑΔ.
Η δικαστική διεκδίκηση εξελίσσεται παράλληλα με την προώθηση της νέας επένδυσης στην Ακτή Βουλιαγμένης, μετά την ανάδειξη της κοινοπραξίας Vivartia, μέσω της Evergood, και Γευσήνους ως αναδόχου του διαγωνισμού της ΕΤΑΔ.
Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, το επενδυτικό πλάνο προβλέπει παρεμβάσεις άνω των 6-7 εκατ. ευρώ, με ορίζοντα ολοκλήρωσης έως το καλοκαίρι του 2027 για το μεγαλύτερο μέρος των έργων. Η συμφωνία προβλέπει μίσθωση της Ακτής για 20 χρόνια, με δυνατότητα παράτασης για ακόμη δέκα, ενώ το ελάχιστο ετήσιο εγγυημένο μίσθωμα ανέρχεται σε 4,277 εκατ. ευρώ.
Κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό διαδραματίζει η «Ωκεανίδα», ο ιστορικός χώρος εστίασης περίπου 1.500 τ.μ. που βρίσκεται εντός της έκτασης. Σύμφωνα με πληροφορίες, φέτος ενδέχεται να λειτουργήσει σε περιορισμένη κλίμακα, καθώς οι οριστικές αποφάσεις για το concept της θα ενταχθούν στο συνολικό master plan που βρίσκεται υπό διαμόρφωση.
Το master plan έχει ορίζοντα 20ετίας και στόχο να μετατρέψει την Ακτή σε προορισμό τεσσάρων εποχών, με έμφαση στη βιώσιμη ανάπτυξη, τη σύγχρονη αρχιτεκτονική προσέγγιση και την ενίσχυση του οικογενειακού χαρακτήρα της περιοχής.
Στο πλάνο περιλαμβάνονται η αναβάθμιση των υποδομών καθαριότητας και εξυπηρέτησης, η δημιουργία πλήρως εξοπλισμένου ιατρείου, η ανάπτυξη εμπορικών σημείων με είδη παραλίας και αξεσουάρ, καθώς και η ενίσχυση των αθλητικών εγκαταστάσεων.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι το νέο σχήμα επιδιώκει να τοποθετήσει την Ακτή ανταγωνιστικά απέναντι στην πλαζ του Αστέρα Βουλιαγμένης, χωρίς όμως να ακολουθήσει το ίδιο μοντέλο υψηλών χρεώσεων. Στόχος είναι η διατήρηση προσιτής τιμολογιακής πολιτικής και η πρόσβαση ευρύτερου κοινού, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της επένδυσης.
