Ένα από τα σημαντικότερα ανενεργά βιομηχανικά ακίνητα του Πειραιά μπαίνει πλέον σε τροχιά αξιοποίησης. Η μεγάλη έκταση της Εθνικής Τράπεζας στην περιοχή της Ρετσίνας, εκεί όπου γράφτηκε ένα σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής βιομηχανικής ιστορίας, περνά σταδιακά από τον πολεοδομικό σχεδιασμό στην ωρίμανση μιας μεγάλης μικτής ανάπτυξης με κατοικίες, γραφεία και ήπιες εμπορικές χρήσεις.
Το κρίσιμο βήμα που αλλάζει τα δεδομένα είναι η πρόοδος του Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου. Σύμφωνα με πληροφορίες, το ΕΠΣ για την έκταση έχει ήδη περάσει από το ΚΕΣΥΠΟΘΑ (Κεντρικό Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων) και έχει λάβει τη σχετική έγκριση στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ανοίγοντας τον δρόμο ώστε η Εθνική Τράπεζα να προχωρήσει τα επόμενα στάδια του σχεδιασμού για την αξιοποίηση της ιδιοκτησίας της. Η σημασία του εγχειρήματος δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη ενός ακόμη μεγάλου ακινήτου. Η έκταση συνδέεται άμεσα με τη βιομηχανική ιστορία του Πειραιά και το σχέδιο επιχειρεί να συνδυάσει τη νέα οικοδομική δραστηριότητα με τη διάσωση και επανάχρηση τμημάτων του ιστορικού συγκροτήματος της κλωστοϋφαντουργίας Αδελφών Ρετσίνα.
Ο βασικός προσανατολισμός είναι η δημιουργία μιας μικτής ανάπτυξης, στην οποία κυρίαρχο ρόλο θα έχουν οι κατοικίες και τα γραφεία. Παράλληλα προβλέπονται ήπιες εμπορικές δραστηριότητες και χώροι εστίασης περιορισμένης κλίμακας, οι οποίοι θα λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις βασικές χρήσεις.
Η φιλοσοφία είναι να δημιουργηθεί ένα νέο αστικό σύνολο και όχι μια περίκλειστη ανάπτυξη μίας μόνο χρήσης. Κατοικία, εργασία, πολιτισμός, εκπαίδευση και κοινωφελείς λειτουργίες προβλέπεται να συνυπάρξουν, με στόχο η παλιά βιομηχανική έκταση να επανενταχθεί ενεργά στον ιστό του Πειραιά.
Κρίσιμο κομμάτι του σχεδιασμού είναι τα ιστορικά κτίρια του συγκροτήματος. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, τα διατηρητέα δεν πρόκειται να κατεδαφιστούν, αλλά θα αναδειχθούν και θα αποκτήσουν νέες χρήσεις, κυρίως πολιτιστικού, εκπαιδευτικού και κοινωφελούς χαρακτήρα.
Μεταξύ των σχεδίων βρίσκεται και η δημιουργία εκθεσιακού ή μουσειακού χώρου αφιερωμένου στην ιστορία της κλωστοϋφαντουργίας Ρετσίνα και, ευρύτερα, στη βιομηχανική διαδρομή της περιοχής. Με αυτόν τον τρόπο ένα κομμάτι της ανάπτυξης θα λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα στον νέο Πειραιά και στην εποχή κατά την οποία η πόλη αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους βιομηχανικούς πυρήνες της χώρας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η συμφωνία μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας και του Δήμου Πειραιά, καθώς σημαντικό τμήμα της έκτασης προορίζεται για κοινωφελείς και κοινόχρηστες λειτουργίες.
Το σχετικό Μνημόνιο Συνεργασίας έχει υπογραφεί από τον δήμαρχο Πειραιά Γιάννη Μώραλη και τον Γενικό Διευθυντή Ακίνητης Περιουσίας της Εθνικής Τράπεζας Γιάννη Κυριακόπουλο και έχει εγκριθεί από το Δημοτικό Συμβούλιο.
Ειδικότερα, η Εθνική Τράπεζα αναλαμβάνει να μεταβιβάσει χωρίς αντάλλαγμα στον Δήμο Πειραιά έκταση 2.762,53 τ.μ., μαζί με τα υφιστάμενα διατηρητέα κτίρια, προκειμένου να εξυπηρετηθούν κοινωφελείς λειτουργίες. Παράλληλα, προβλέπεται η παραχώρηση για 30 χρόνια της χρήσης κτιρίου και κοινόχρηστων χώρων ιδιοκτησίας της Τράπεζας, συνολικού εμβαδού περίπου 3.235,77 τ.μ., ενώ στον σχεδιασμό εντάσσονται και προβλεπόμενοι πεζόδρομοι επιφάνειας 1.039,08 τ.μ.
Αθροιστικά, πρόκειται για περισσότερα από 7.000 τ.μ. χώρων και πεζοδρόμων που συνδέονται με την πόλη και τις κοινωφελείς λειτουργίες της νέας ανάπτυξης. Σε αυτούς προβλέπεται να φιλοξενηθούν δραστηριότητες αθλητισμού και πολιτισμού, εκπαιδευτικά προγράμματα, εκδηλώσεις και άλλες κοινωνικές λειτουργίες.
Πίσω από το ακίνητο βρίσκεται μια ιστορία σχεδόν 110 ετών, άμεσα συνδεδεμένη με τη μεταμόρφωση του Πειραιά σε βιομηχανική πόλη. Η κλωστοϋφαντουργία Αδελφών Ρετσίνα ιδρύθηκε το 1872 από τους Θεόδωρο, Αλέξανδρο και Δημήτριο Ρετσίνα, γιους του εμπόρου και ποτοποιού Γεωργίου Ρετσίνα, ο οποίος συγκαταλεγόταν στους πρώτους οικιστές του νεότερου Πειραιά.
Το βασικό εργοστάσιο αναπτύχθηκε στη Λεύκα και μέσα στις επόμενες δεκαετίες η οικογενειακή επιχείρηση εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη κλωστοϋφαντουργία της Ελλάδας. Η μεγάλη επέκταση ήρθε κατά τις δεκαετίες του 1880 και του 1890. Εκμεταλλευόμενη τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, η οικογένεια Ρετσίνα απέκτησε εργοστάσια των Βαρουξάκη, Σταματόπουλου, Δημόκα και Νικολέσση, δημιουργώντας ένα δίκτυο που έφτασε συνολικά τα πέντε εργοστάσια.
Ήδη το 1890 τα μεγέθη της επιχείρησης ήταν εντυπωσιακά για τα δεδομένα της εποχής. Διέθετε περίπου 25.000 ατράκτους, 440 αργαλειούς και ατμομηχανές συνολικής ισχύος 370 ίππων, ενώ απασχολούσε περίπου 1.700 εργαζομένους.
Στις αρχές του 20ού αιώνα είχε πλέον κατακτήσει την πρώτη θέση στην ελληνική κλωστοϋφαντουργία. Η παραγωγή περιλάμβανε βαμβακερά νήματα και υφάσματα τόσο για την εγχώρια αγορά όσο και για εξαγωγές προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα Βαλκάνια.
Το 1925 η οικογενειακή επιχείρηση μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, με μετοχικό κεφάλαιο 7 εκατ. δραχμών. Την περίοδο εκείνη διατηρούσε τρία βασικά εργοστάσια στον Πειραιά, με σημαντικότερο αυτό της Λεύκας.
Ακολούθησε προσπάθεια εκσυγχρονισμού την περίοδο 1925-1935, με επενδύσεις σε νέα κτίρια και μηχανολογικό εξοπλισμό και μετάβαση από την ατμοκίνηση στην πετρελαιοκίνηση. Το 1935 τέθηκε σε λειτουργία νέο κλωστήριο, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Γεωργίου Κοντολέοντα, αντικαθιστώντας το παλιό τριώροφο κλωστήριο που λειτουργούσε από το 1872.
Η μεταπολεμική περίοδος έφερε σταδιακά μεγαλύτερες πιέσεις. Η περιορισμένη τεχνολογική ανανέωση, η εξάρτηση από την εγχώρια αγορά και τις κρατικές παραγγελίες και οι μεγάλες αλλαγές στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας περιόρισαν την ανταγωνιστικότητα της εταιρείας.
Τη δεκαετία του 1960 έγινε προσπάθεια ανάκαμψης και ενίσχυσης των εξαγωγών, ενώ το 1975 ιδρύθηκε στο Αίγιο η θυγατρική Αχαϊκή Κλωστοϋφαντουργία, με δυναμικότητα 20.000 ατράκτων. Η προσπάθεια, ωστόσο, δεν ήταν αρκετή για να αντιστρέψει την πορεία. Το 1981 το εργοστάσιο Ρετσίνα στον Πειραιά έκλεισε οριστικά, βάζοντας τέλος σε μια βιομηχανική διαδρομή σχεδόν 110 ετών.
Σήμερα σώζονται τμήματα των γραφείων και των αποθηκών, η κεντρική πύλη και παραγωγικά κτίρια με χαρακτηριστικές δίρριχτες στέγες και καμινάδες, όπου κάποτε λειτουργούσαν το κλωστήριο, το υφαντήριο, το βαφείο και το λεβητοστάσιο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή»
