Αμετάβλητα διατήρησε τα τρία βασικά επιτόκιά της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), με το επιτόκιο καταθέσεων να παραμένει στο 2,50%, επιβεβαιώνοντας τις αυξανόμενες ανησυχίες για τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στην οικονομία της Ευρωζώνης.
Ειδικότερα, το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων παραμένει στο 2,50%, το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,65% και το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 2,90%.
Στην ανακοίνωσή της, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η περαιτέρω αύξηση των τιμών της ενέργειας δημιουργεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον για την οικονομία της Ευρωζώνης, καθώς συνδυάζει ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό με καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη.
Η ενεργειακή κρίση προβληματίζει την ΕΚΤ
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υπογραμμίζει ότι οι πλήρεις επιπτώσεις της ενεργειακής διαταραχής δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί στην οικονομία. Συγκεκριμένα, παρότι ο υποκείμενος πληθωρισμός παραμένει μέχρι στιγμής σχετικά σταθερός και οι μισθολογικές αυξήσεις δεν εμφανίζουν σημαντική αντίδραση, η παρατεταμένη άνοδος των τιμών ενέργειας ενδέχεται να αλλάξει την εικόνα τους επόμενους μήνες.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια και η ένταση της ενεργειακής διαταραχής, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος μετακύλισης του υψηλότερου κόστους στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών.
Παράλληλα, οι αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης που έχουν διαμορφωθεί από την προηγούμενη συνεδρίαση ενδέχεται να επιβαρύνουν περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα.
Χωρίς δέσμευση για την επόμενη κίνηση στα επιτόκια
Η ΕΚΤ επαναλαμβάνει ότι βασική προτεραιότητά της παραμένει η σταθεροποίηση του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%. Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι δεν δεσμεύεται εκ των προτέρων για συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων.
Οι επόμενες αποφάσεις θα λαμβάνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, με βάση τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία, τις προοπτικές του πληθωρισμού, τη δυναμική των μισθών και την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής.
Η κεντρική τράπεζα επισημαίνει επίσης ότι διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία για να αντιμετωπίσει πιθανές αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Συνεχίζεται η μείωση των χαρτοφυλακίων
Αμετάβλητη παραμένει και η πολιτική περιορισμού των χαρτοφυλακίων ομολόγων που αποκτήθηκαν μέσω του προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού (APP) και του έκτακτου προγράμματος λόγω πανδημίας (PEPP). Η μείωσή τους συνεχίζεται με σταδιακό και προβλέψιμο τρόπο, καθώς το Ευρωσύστημα δεν επανεπενδύει πλέον τα ποσά από τίτλους που λήγουν.
Παράλληλα, η ΕΚΤ υπενθυμίζει ότι το εργαλείο προστασίας της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής (TPI) παραμένει διαθέσιμο για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων σοβαρών αναταράξεων στις αγορές ομολόγων.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, αναμένεται να παρουσιάσει αναλυτικά το σκεπτικό της απόφασης στη σημερινή συνέντευξη Τύπου.
Γιατί η αποχώρηση Λαγκάρντ και η κρίση στη Γαλλία περιπλέκουν τη νομισματική πολιτική
Η απόφαση της ΕΚΤ επισκιάστηκε από την ανακοίνωση της Κριστίν Λαγκάρντ ότι θα εγκαταλείψει την προεδρία τον Φεβρουάριο του 2027, αρκετούς μήνες πριν από την ολοκλήρωση της θητείας της. Όπως επισημαίνει το Bloomberg, η εξέλιξη αυτή ανοίγει τη μάχη της διαδοχής σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωζώνη αντιμετωπίζει ταυτόχρονα ενεργειακές, δημοσιονομικές και πολιτικές προκλήσεις.
Η σημαντικότερη πηγή ανησυχίας για την ΕΚΤ παραμένει η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας, λόγω της σύγκρουσης με το Ιράν. Από την προηγούμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ, το πετρέλαιο έχει ενισχυθεί περισσότερο από 6%, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν τεσσάρων ετών.
Οι αυξήσεις έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν τον πληθωρισμό, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, σχεδόν διπλάσιος από τον στόχο της ΕΚΤ.
Παράλληλα, οι αξιωματούχοι της Τράπεζας προειδοποιούν ότι μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες ανατιμήσεις αγαθών και υπηρεσιών, περιορίζοντας ταυτόχρονα την οικονομική δραστηριότητα.
Ένας ακόμη παράγοντας που περιπλέκει την κατάσταση είναι η αυξανόμενη πολιτική και δημοσιονομική αβεβαιότητα στη Γαλλία. Οι πιέσεις στις αγορές ομολόγων και η άνοδος του κόστους δανεισμού επιδεινώνουν τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες, δημιουργώντας πρόσθετους κινδύνους για την οικονομία της Ευρωζώνης.
Η πρόωρη αποχώρηση της Κρ. Λαγκάρντ αποκτά επομένως ιδιαίτερη σημασία, καθώς συμπίπτει με την ενίσχυση των ανησυχιών για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης.
Την ίδια στιγμή, η επιλογή του διαδόχου της αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο έντονων διαπραγματεύσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, με τον Ολλανδό Κλάας Κνοτ και τον Ισπανό Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος να θεωρούνται επικρατέστεροι.
Αύξηση επιτοκίων τον Δεκέμβριο;
Παρά τη σημερινή απόφαση για διατήρηση των επιτοκίων, οι αναλυτές που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε νέα αύξηση τον Δεκέμβριο. Τότε θα δημοσιοποιηθούν και οι επικαιροποιημένες οικονομικές προβλέψεις, οι οποίες αναμένεται να αποτυπώσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης.
Οι οικονομολόγοι θεωρούν ότι η αύξηση του Δεκεμβρίου ενδέχεται να είναι η τελευταία του τρέχοντος κύκλου. Ωστόσο, οι επενδυτές εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί, προεξοφλώντας δύο επιπλέον αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2027.
Η διαφορά αυτή αποτυπώνει την αβεβαιότητα για τη διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων και την αντοχή της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη εμφανίζει σημάδια κόπωσης. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Bloomberg, το ΑΕΠ της Ευρωζώνης εκτιμάται ότι αυξήθηκε μόλις κατά 0,2% το τρίτο τρίμηνο. Οι αυξήσεις επιτοκίων έχουν περιορίσει τη ζήτηση για δάνεια, ενώ οι τράπεζες συνεχίζουν να αυστηροποιούν τα κριτήρια χορηγήσεων.
Έτσι, η ΕΚΤ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: να συγκρατήσει τον πληθωρισμό χωρίς να επιδεινώσει περαιτέρω τις προοπτικές ανάπτυξης.
