Τα αγκάθια στις 120 δόσεις για χρέη στον ΕΦΚΑ, το νέο τοπίο των ρυθμίσεων

Η νέα ρύθμιση έχει να αντιμετωπίσει υψηλότερες οφειλές -προπαντός από προσαυξήσεις- και δεν προβλέπει κανένα κούρεμα

Χρέη στο Δημόσιο © 123rf.com

Μπορεί η κυβέρνηση να εισάκουσε τα αιτήματα της αγοράς -και ιδίως των μικρομεσαίων επιχειρηματιών- για τη θέσπιση ρύθμισης 120 δόσεων για χρέη στο Δημόσιο (ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ), ωστόσο υπάρχουν από τους ίδιους κύκλους έντονες επιφυλάξεις για το αν η νέα αυτή, έκτακτη ρύθμιση θα έχει την επιτυχία εκείνης του 2019.

Κατ’ αρχάς, να σημειωθεί πως η νέα ρύθμιση των 120 δόσεων, η οποία αφορά -και- τα ασφαλιστικά χρέη των εργοδοτών και των μη μισθωτών (κύριες οφειλές συν προσαυξήσεις), αφορά χρέη έως το 2024 και προβλέπει επιτόκιο 5,84% για τις οφειλές που θα ενταχθούν. Παράλληλα, έχει προθεσμία ένταξης έως και τις 30 Σεπτεμβρίου 2027.

Τέλος, όσοι έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση των 72 δόσεων μπορούν να υπαχθούν με αίτησή τους στη ρύθμιση των 120 δόσεων.

Υπενθυμίζεται πως η -χωρίς προηγούμενο- μαζική «προσέλευση» οφειλετών στην προηγούμενη έκτακτη ρύθμιση των 120 δόσεων για χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία βασίστηκε σε τρεις παράγοντες, οι οποίοι δεν υπάρχουν πλέον, αν και έχουν αντισταθμιστεί από κάποια άλλα δεδομένα, που ενδεχομένως να αποτελέσουν το εφαλτήριο για την ένταξη πολλών χιλιάδων οφειλετών στις νέες «120 δόσεις».

Ο πρώτος ήταν πως τα συνολικά τα χρέη των εργοδοτών και των ελεύθερων επαγγελματιών ήταν το 2019 πολύ λιγότερα σε σχέση με σήμερα, καθώς έκτοτε έχει μεσολαβήσει η ύφεση της πανδημίας και δύο διαδοχικές ενεργειακές κρίσεις – με την τελευταία, μάλιστα, να βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, με πιθανή προοπτική επιδείνωσης της.

Συγκεκριμένα, τα σημερινά χρέη στα ταμεία είναι κατά 1/3 υψηλότερα σε σχέση με εκείνα του 2019, ιδίως λόγω της εκτίναξης των προσαυξήσεων. Από την άλλη μεριά, βέβαια, η οικονομική κατάσταση της χώρας είναι προφανώς πολύ καλύτερη από εκείνη του 2019 και επιτρέπει σε όποιους το επιθυμούν όχι μόνο να ενταχθούν στη νέα ρύθμιση, αλλά και να την τηρήσουν.

Ο δεύτερος παράγοντας επιτυχίας της παλιάς ρύθμισης ήταν ο επανυπολογισμός – κούρεμα των χρεών των ελεύθερων επαγγελματιών που εντασσόνταν στις 120 δόσεις. Ωστόσο, όποιος έχανε τη ρύθμιση έβλεπε τα χρέη του να επιστρέφουν στο προ ρυθμίσεως επίπεδο!

Ο τρίτος παράγοντας επιτυχίας ήταν πως η παλιά ρύθμιση των 120 δόσεων συμπεριέλαβε τα χρέη σχεδόν σε τρέχοντα χρόνο, ενώ η νέα ρύθμιση εντάσσει τα χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα έως και την 31η Δεκεμβρίου του 2024, δηλαδή εξαιρεί τα χρέη του 2025 και του 2026.

Ωστόσο, τη νέα ρύθμιση των 120 δόσεων πρέπει να τη δει σε συνδυασμό με τον νέο βελτιωμένο εξωδικαστικό συμβιβασμό, στον οποίο εντάσσονται χρέη άνω των 5.000 ευρώ και προβλέπει σημαντικό κούρεμα.

Από την άλλη μεριά, η τότε ρύθμιση είχε το μειονέκτημα πως προέβλεπε πολύ στενό περιθώριο ένταξης και συγκεκριμένα 3 μήνες (αν και έλαβε παρατάσεις, προκειμένου να μπορεί να τρέξει ο επανυπολογισμός των χρεών), ενώ η νέα ρύθμιση θα παραμείνει ανοιχτή για σχεδόν έναν χρόνο, μετρώντας από σήμερα.

1. Στα ύψη τα χρέη, ελπίδα η οικονομική σταθερότητα

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ), οι οφειλές προς τα ταμεία ανήλθαν τον Ιούνιο του 2026 στα 52,4 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, τον Ιούνιο του 2019 οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ ανέρχονταν μόλις στα 35,1 δισ. ευρώ. Δηλαδή, τα ασφαλιστικά χρέη έχουν αυξηθεί κατά 17,3 δισ. ευρώ ή 33%.

Από τα 52,4 δισ. ευρώ, τα 30,3 δισ. ευρώ είναι κύριες οφειλές και τα 22,1 δισ. ευρώ προσαυξήσεις. Το 2019, επί συνόλου χρεών 35,1 δισ. ευρώ, τα 24,2 δισ. ευρώ ήταν κύριες οφειλές και μόλις τα 10,8 δισ. ευρώ.

Αυτό το «βουνό» από χρέη οφείλεται ιδίως στην αύξηση των προσαυξήσεων, οι οποίες αποτελούν μεγάλο αντικίνητρο για ένταξη σε οποιαδήποτε ρύθμιση, ειδικά για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αγρότες.

2. Χωρίς κούρεμα, αλλά και χωρίς σκληρό πέναλτι

Ο κυριότερος, όμως, παράγοντας επιτυχίας της προηγούμενης ρύθμισης των 120 δόσεων (νόμος 4611/2019) ήταν το γεγονός ότι όποιος ελεύθερος επαγγελματίας εντασσόταν σε αυτήν επωφελούνταν επανυπολογισμού και κουρέματος της οφειλής και των προσαυξήσεων προ του 2017, βάσει του τότε νέου συστήματος ασφαλιστικών εισφορών, το οποίο συνέδεε τις εισφορές με το ύψος εισοδήματος.

Παράλληλα, οριζόταν ένα κατώτατο ύψος εισφορών κάθε μήνα, ανεξαρτήτως ύψους εισοδήματος, και με βάση αυτό έγινε -για όποιον οφειλέτη μη μισθωτό το επιθυμούσε- ο επανυπολογισμός και έτσι το κούρεμα της οφειλής, που εντασσόταν στις τότε 120 δόσεις.

Επιλέγοντας ένας ελεύθερος επαγγελματίας τον επανυπολογισμό των χρεών του στη βάση των ελαχίστων-κατώτατων μηνιαίων εισφορών (σύμφωνα με το σύστημα που ίσχυσε από το 2017), κατά τη διάρκεια της δημιουργίας των χρεών αυτών (αντί της ασφαλιστικής κλάσης που είχε επιλέξει προ του 2017), οι κύριες οφειλές του μειώνονταν σημαντικά, όπως επίσης και οι μελλοντικές συντάξιμες αποδοχές του.

Και αυτό γιατί καθώς μειώνονταν οι παλιές εισφορές (οι οποίες έπρεπε να καταβληθούν, πλην όμως δεν κατελήφθησαν), μειώνονταν αναλόγως και οι κύριες οφειλές, αλλά και οι σχετικές προσαυξήσεις με τις οποίες βαρύνονταν οι κύριες οφειλές.

Έτσι, μειωνόταν συνολικά το ύψος της οφειλής (κύριας και προσαυξημένης από πρόσθετα τέλη). Και όχι μόνο αυτό, αλλά στους οφειλέτες που υπάγονται στη ρύθμιση παρεχόταν έκπτωση 85% επί των πάσης φύσεων προσαυξήσεων, προσθέτων τελών και τόκων, λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής για τους επαγγελματίες.

Το κούρεμα έφτανε στο 100% για τους αγρότες και στο 50% για τους εργοδότες (για τελευταίους προφανώς δεν προβλεπόταν επανυπολογισμός). Αυτό αποτέλεσε ένα ακόμα σημαντικό κίνητρο ένταξης ενός οφειλέτη ελεύθερου επαγγελματία, αυταπασχολούμενου ή αγρότη (προς τα πρώην ταμεία ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ και ΟΓΑ) στη ρύθμιση των 120 δόσεων.

Ανεξαρτήτως της πάνδημης -σχεδόν- αντίδρασης των ελευθέρων επαγγελματιών ενάντια στη σύνδεση εισφορών-εισοδήματος η οποία ίσχυσε την περίοδο 2017-2019 (για να καταργηθεί με τον ασφαλιστικό νόμο Βρούτση του 2020), ο επανυπολογισμός-κούρεμα των προ του 2017 οφειλών αποτέλεσε αντικειμενικά ένα κίνητρο ένταξης στις τότε 120 δόσεις, με τους οφειλέτες που είχαν ρυθμίσει τις οφειλές τους μέσω αυτού του διακανονισμού να φτάνουν στους 401.042 (δηλαδή 1 στους 5 οφειλέτες!) τον Σεπτέμβριο του 2020.

Το μέτρο του επανυπολογισμού-κουρέματος έχει προφανώς λήξει προ πολλού μαζί με τη λήξη της προθεσμίας ένταξης στην προηγούμενη ρύθμιση των 120 δόσεων.

Και όχι μόνον αυτό, αλλά όσοι ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες και αυταπασχολούμενοι έχασαν την τότε ρύθμιση των 120 δόσεων, «έφαγαν» ως σκληρό πέναλτι (όπως προέβλεπε ρητά ο τότε νόμος) την επιστροφή των οφειλών τους στο επίπεδο που ήταν προ του προ του επανυπολογισμού-κουρέματος τους.

3. Μόνο οι οφειλές έως το 2024, αλλά υπάρχει και ο εξωδικαστικός συμβιβασμός για τις μετέπειτα

Όσον αφορά τον τρίτο παράγοντα επιτυχίας της παλιάς ρύθμισης των 120 δόσεων, υπενθυμίζεται πως το ΦΕΚ που περιελάμβανε τον σχετικό νόμο δημοσιεύτηκε στις 19/5/2019 και στη ρύθμιση μπορούσε να υπαχθεί «το σύνολο των οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που δημιουργήθηκαν έως και 31.12.2018». Δηλαδή, η χρονική διαφορά μεταξύ της έναρξης ισχύος της ρύθμισης και της ημερομηνίας «γέννησης» μιας οφειλής (προς ρύθμιση) ανερχόταν σε μόλις 5 μήνες.

Αντίθετα, η νέα ρύθμιση των 120 δόσεων αγκαλιάζει οφειλές οι οποίες κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως και την 31 Δεκεμβρίου του 2024, δηλαδή σε χρονική απόσταση 21 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της ρύθμισης.

Όσο για τις οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες από 1ης Ιανουαρίου 2025, δηλαδή οι τρέχουσες οφειλές (μετά τις 1/1/2025), δηλαδή κάτω των 2 ετών, ρυθμίζονται με την πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων με επιτόκιο 5,84%.

Σημειώνεται ότι το επιτόκιο της πάγιας ρύθμισης έχει παραμείνει παγωμένο με διαδοχικές νομοθετικές ρυθμίσεις, έτσι ώστε να μην επαυξηθεί από τις αυξήσεις των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Επιπλέον, σημειώνεται ότι μέσω του εξωδικαστικού δίνεται η δυνατότητα ρύθμισης έως και 240 δόσεις, τόσο των χρεών προς τη φορολογική αρχή, τα ασφαλιστικά ταμεία όσο και προς τις τράπεζες και servicers, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες κάθε οφειλέτη. Πρόσφατα ο εξωδικαστικός διευρύνθηκε τόσο ως προς το όριο υπαγωγής (5.000 ευρώ οφειλές, έναντι 10.000 προηγουμένως) όσο και ως προς τη δυνατότητα επιλογής διάσωσης της πρώτης κατοικίας έναντι λοιπής περιουσίας, με αντίστοιχη μείωση των δόσεων καταβολής. Η νέα δυνατότητα τέθηκε σε ισχύ από τις 21 Σεπτεμβρίου 2026.