Cyber insurance: Οι κίνδυνοι για τις επιχειρήσεις από τους χάκερς, η εικόνα της Ελλάδας

Οι προειδοποιήσεις από την Αυστραλία για τους κινδύνους του κυβερνοεγκλήματος, ο ρόλος της ασφάλισης και η σημερινή εικόνα της Ελλάδας

Κυβερνοεπιθέσεις ©Magnific

Παρά την αυξανόμενη απειλή των κυβερνοεπιθέσεων και τη σημαντική μείωση του κόστους ασφαλιστικής προστασίας, χιλιάδες επιχειρήσεις εξακολουθούν να παραμένουν εκτεθειμένες σε ψηφιακούς κινδύνους, που μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές οικονομικές απώλειες ή ακόμη και να οδηγήσουν σε πλήρη διακοπή της λειτουργίας τους. Το ζήτημα αυτό βρίσκεται στο μικροσκόπιο της αυστραλιανής Βουλής, με εκπροσώπους της ασφαλιστικής αγοράς να προειδοποιούν ότι το ποσοστό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που διαθέτουν ασφαλιστική κάλυψη έναντι κυβερνοεπιθέσεων παραμένει κάτω από το 4%, παρά την αυξανόμενη συχνότητα και πολυπλοκότητα των ψηφιακών απειλών.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει το σημαντικό κενό στην ασφαλιστική προστασία των επιχειρήσεων, αλλά και τα μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης της αγοράς κυβερνοασφάλισης. Από τις επιθέσεις ransomware και την υποκλοπή ευαίσθητων δεδομένων μέχρι τις ηλεκτρονικές απάτες και τους ψηφιακούς εκβιασμούς, οι κίνδυνοι πολλαπλασιάζονται, επηρεάζοντας τόσο τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις όσο και μεγάλους βιομηχανικούς ομίλους.

Την ίδια στιγμή, η συζήτηση αποκτά ενδιαφέρον και για την Ελλάδα, όπου η κυβερνοασφάλιση καταγράφει ταχεία ανάπτυξη, αλλά η διείσδυσή της στις επιχειρήσεις παραμένει περιορισμένη. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος (ΕΑΕΕ), τα ασφαλιστήρια συμβόλαια Cyber αυξήθηκαν κατά 90,7% το 2025, φτάνοντας τα 397.990. Ωστόσο, μόλις 2.758 από αυτά αφορούσαν επιχειρήσεις, ενώ τα υπόλοιπα 395.232 κάλυπταν φυσικά πρόσωπα, αποτυπώνοντας τη μεγάλη απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει την επιχειρηματική αγορά από την ευρύτερη υιοθέτηση αυτής της μορφής προστασίας.

Καθώς οι κυβερνοεπιθέσεις εξελίσσονται σε έναν από τους σημαντικότερους επιχειρηματικούς κινδύνους, η ασφαλιστική κάλυψη αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία ως εργαλείο περιορισμού των οικονομικών συνεπειών τους. Δεν αποτελεί, ωστόσο, υποκατάστατο της πρόληψης, καθώς η αποτελεσματική προστασία προϋποθέτει παράλληλα επενδύσεις σε συστήματα κυβερνοασφάλειας, εκπαίδευση προσωπικού και οργανωμένες διαδικασίες αντιμετώπισης ψηφιακών απειλών

Τι συμβαίνει αυτές τις ημέρες στην Αυστραλία

Στην Αυστραλία βρίσκεται σε εξέλιξη ο τελευταίος κύκλος δημόσιων ακροάσεων για την κυβερνοασφάλεια επιχειρήσεων και οργανισμών, με στόχο να αξιολογηθεί κατά πόσον είναι επαρκώς προστατευμένοι απέναντι στις ψηφιακές απειλές. Η αρμόδια ειδική επιτροπή, που συστάθηκε στις 4 Ιουνίου 2026, έχει προγραμματίσει συνεδριάσεις από τις 2 έως και τις 4 Νοεμβρίου, με τη συμμετοχή εκπροσώπων διαφορετικών επαγγελματικών κλάδων, ενώ στο επίκεντρο της διαδικασίας βρίσκονται το κόστος των υπηρεσιών κυβερνοασφάλειας, η αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής καθοδήγησης προς τις μικρότερες επιχειρήσεις και η ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων για την ενίσχυση της προστασίας τους.

Όπως έχει επισημάνει η Sally Sitou, βουλευτής και πρόεδρος της Επιτροπής, το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις μέχρι τώρα καταθέσεις είναι ότι η υποστήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων πρέπει να είναι πρακτική, στοχευμένη και εύκολα προσβάσιμη. Η διαδικασία δεν αφορά μόνο την παρουσίαση ενός συγκεκριμένου νέου νόμου ή την ανακοίνωση υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης, αλλά στόχος είναι να συγκεντρωθούν στοιχεία, εμπειρίες και προτάσεις από την αγορά, ώστε να διαμορφωθούν συστάσεις προς την αυστραλιανή κυβέρνηση, ενώ η τελική έκθεση της επιτροπής αναμένεται να υποβληθεί έως τις 31 Μαρτίου 2027.

Στην τελευταία φάση των ακροάσεων, ιδιαίτερη βαρύτητα είχαν οι τοποθετήσεις εκπροσώπων της ασφαλιστικής αγοράς. Πιο αναλυτικά, στη συνεδρίαση της 2ας Νοεμβρίου εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, γιατί η ασφαλιστική κάλυψη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων παραμένει ακόμη χαμηλή, παρά το γεγονός ότι τα ασφάλιστρα έχουν μειωθεί και οι διαδικασίες αγοράς ασφαλιστικών προϊόντων έχουν απλοποιηθεί. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Insurance Business, η Brylee Jaghbir, επικεφαλής του τομέα κυβερνοκινδύνων της Marsh Risk Pacific στην Αυστραλία, προειδοποίησε ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τους συχνότερους στόχους κυβερνοεγκληματιών, ακόμη και αν οι ιδιοκτήτες τους θεωρούν ότι το μικρό τους μέγεθος τις καθιστά λιγότερο ευάλωτες.

Αυστραλία: Κάτω από 4% η ασφαλιστική κάλυψη παρά τη μείωση των ασφαλίστρων

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Insurance Business, η διείσδυση της κυβερνοασφάλισης μεταξύ των συμμετεχόντων σε σχετική έρευνα στην Αυστραλία παραμένει εξαιρετικά χαμηλή. Ειδικότερα, η έκθεση «Cybercrime in Australia 2025» του Australian Institute of Criminology διαπίστωσε ότι μόλις το 3,7% των ερωτηθέντων διέθετε ασφαλιστική κάλυψη έναντι κυβερνοκινδύνων το 2025, έναντι 4,6% το 2024, καταγράφοντας υποχώρηση για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι τα συγκεκριμένα ποσοστά αφορούν τους συμμετέχοντες στην έρευνα και δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτομάτως αντιπροσωπευτικά του συνόλου των αυστραλιανών επιχειρήσεων.

Παράλληλα, διαφορετική εκτίμηση που παρουσιάστηκε από εκπροσώπους της ασφαλιστικής αγοράς τοποθετεί το ποσοστό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που διαθέτουν κυβερνοασφάλιση περίπου στο 20%, έναντι 70%-75% των μεγαλύτερων οργανισμών. Η περιορισμένη ασφαλιστική κάλυψη καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα ασφάλιστρα έναντι κυβερνοκινδύνων ακολουθούν πτωτική πορεία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Marsh, στις αγορές που παρακολουθεί η εταιρεία οι τιμές υποχώρησαν κατά 8% το τελευταίο εξεταζόμενο τρίμηνο, έπειτα από μείωση 6% το αμέσως προηγούμενο. Η αποκλιμάκωση συνεχίζεται μετά την περίοδο των έντονων αυξήσεων του 2021-2022, εγείροντας ερωτήματα για τους λόγους για τους οποίους μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων εξακολουθεί να παραμένει ανασφάλιστο.

Η Jaghbir απέδωσε τη χαμηλή διείσδυση της κυβερνοασφάλισης στην αντίληψη ότι πρόκειται για ακριβά και περίπλοκα ασφαλιστικά προϊόντα, σχεδιασμένα κυρίως για μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη κάλυψη μπορεί να προσφέρει τόσο οικονομική προστασία όσο και πρακτική υποστήριξη στις μικρότερες επιχειρήσεις, για τις οποίες ένα σοβαρό περιστατικό κυβερνοεπίθεσης ενδέχεται να έχει δυσανάλογα μεγάλες συνέπειες.

Στις ακροάσεις συμμετείχαν επίσης εκπρόσωποι της QBE και του Insurance Council of Australia. Η Alexandra Hordern, στέλεχος του τελευταίου, παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία, κατά το τρίμηνο που ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο, καταγράφηκαν περίπου 6.000 ασφαλισμένοι κυβερνοκίνδυνοι. Παράλληλα, τα ασφάλιστρα του συγκεκριμένου κλάδου αντιστοιχούσαν σε λιγότερο από το 0,2% του συνόλου των ασφαλίστρων γενικών ασφαλίσεων. Από την πλευρά της, η Serene Davis, παγκόσμια επικεφαλής κυβερνοασφαλίσεων της QBE, επισήμανε ότι οι διαδικασίες απόκτησης ασφαλιστικής κάλυψης έχουν απλοποιηθεί σημαντικά, καθώς έχουν περιοριστεί τόσο οι απαιτήσεις όσο και ο αριθμός των ερωτήσεων στις οποίες καλούνται να απαντήσουν οι μικρότερες επιχειρήσεις.

Μεταξύ των προτάσεων που έχουν κατατεθεί περιλαμβάνονται η κρατική χρηματοδότηση προγραμμάτων εκπαίδευσης επιχειρηματιών και εργαζομένων, καθώς και η ανταλλαγή ανωνυμοποιημένων πληροφοριών σχετικά με κυβερνοαπειλές μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των ασφαλιστικών εταιρειών.

Έως 141.300 δολάρια το μέσο κόστος κυβερνοεγκλήματος για τις μεσαίες επιχειρήσεις

Οι κυβερνοεπιθέσεις μπορούν να προκαλέσουν σημαντική οικονομική επιβάρυνση στις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες συχνά δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους για την αποκατάσταση των συστημάτων τους και τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Australian Signals Directorate για το οικονομικό έτος 2025-2026, η οποία δημοσιεύθηκε στις 26 Οκτωβρίου, το μέσο κόστος κυβερνοεγκλήματος ανά αναφορά, όπως δηλώθηκε από τις ίδιες τις επιχειρήσεις, διαμορφώθηκε στα 55.400 δολάρια Αυστραλίας για τις μικρές επιχειρήσεις και στα 141.300 δολάρια για τις μεσαίες. Μάλιστα, στη δεύτερη κατηγορία καταγράφηκε αύξηση 45% σε σύγκριση με το προηγούμενο οικονομικό έτος.

Την ίδια περίοδο, το Australian Cyber Security Centre έλαβε περισσότερες από 82.000 αναφορές για κυβερνοεγκλήματα, αριθμός που αντιστοιχεί κατά μέσο όρο σε μία αναφορά κάθε έξι λεπτά. Παράλληλα, οι αρμόδιες αρχές κλήθηκαν να διαχειριστούν περισσότερα από 1.500 περιστατικά κυβερνοασφάλειας, καταγράφοντας αύξηση 20% σε ετήσια βάση.

Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται επίσης και σε στοιχεία του Australian Institute of Criminology, τα οποία επικαλείται το Insurance Business. Σύμφωνα με σχετική έρευνα, περίπου ένας στους τέσσερις ιδιοκτήτες μικρομεσαίων επιχειρήσεων που συμμετείχαν δήλωσε ότι η επιχείρησή του είχε επηρεαστεί από περιστατικό κυβερνοεγκλήματος κατά τους προηγούμενους 12 μήνες.

Οι ηλεκτρονικές απάτες, το ransomware και οι κίνδυνοι της τεχνητής νοημοσύνης

Παρά τη σχετικά περιορισμένη ασφαλιστική κάλυψη, καταγράφονται ενδείξεις ενίσχυσης της ζήτησης για ασφαλιστικά προϊόντα Cyber. Σύμφωνα με στοιχεία της BizCover, που δημοσιοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 2025, οι πωλήσεις ασφαλιστηρίων κυβερνοκινδύνων σε μικρές επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 50% σε ετήσια βάση και κατά 85% σε διάστημα τριετίας.

Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις επιχειρήσεων που αντιμετώπισαν οικονομικές απώλειες από ηλεκτρονικές απάτες. Ο John Beaver, ιδρυτής της Desky, περιέγραψε πώς ένα παραπλανητικό email προκάλεσε ζημιά 4.700 δολαρίων, όταν πληρώθηκε πλαστό τιμολόγιο. Σε άλλη περίπτωση, η εταιρεία Primal Recovery στη Μελβούρνη έχασε 10.000 δολάρια, όταν κυβερνοεγκληματίες αλλοίωσαν τα στοιχεία πληρωμής τιμολογίου.

Στο περιβάλλον αυτό, οι επιθέσεις ransomware και οι κυβερνοεκβιασμοί εξακολουθούν να αποτελούν βασικές αιτίες σοβαρών οικονομικών ζημιών, ιδιαίτερα στους κλάδους της υγείας και των νομικών υπηρεσιών, που σχετίζονται με τη διαχείριση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Παράλληλα, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης από κυβερνοεγκληματίες δημιουργεί νέες προκλήσεις, από πιο εξελιγμένες μεθόδους ηλεκτρονικής εξαπάτησης έως κινδύνους διαρροής δεδομένων και αυξημένη εξάρτηση από εξωτερικούς παρόχους τεχνολογίας.

Ελλάδα: Άλμα 90,7% στα συμβόλαια Cyber, αλλά μόλις 2.758 επιχειρηματικά

Στην Ελλάδα, η έρευνα της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος για την περίοδο 2022-2025 αποτυπώνει μια ασφαλιστική αγορά που αναπτύσσεται με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς, με τη μεγάλη πλειονότητα των συμβολαίων όμως να αφορά φυσικά πρόσωπα. Η έρευνα συγκεντρώνει στοιχεία από οκτώ ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τα συμβόλαια που βρίσκονταν σε ισχύ στο τέλος κάθε έτους, διαχωρίζοντας την ασφάλιση φυσικών προσώπων (Personal Cyber) από την ασφάλιση επιχειρήσεων (Commercial Cyber).

Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια Cyber αυξήθηκαν από 32.370 το 2022 σε 72.246 το 2023 και 208.747 το 2024, για να φτάσουν τα 397.990 το 2025. Το συνολικό άθροισμα των ανώτατων ορίων ασφαλιστικής κάλυψης ανήλθε σε 3,95 δισ. ευρώ το 2025, από 2,86 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος, καταγράφοντας αύξηση περίπου 38%. Το ποσό αυτό αφορά τα όρια κάλυψης των συμβολαίων και όχι αποζημιώσεις που καταβλήθηκαν ή πραγματικές οικονομικές ζημιές.

Με άλλα λόγια, από τα 397.990 συμβόλαια του 2025, τα 395.232 αφορούσαν φυσικά πρόσωπα και μόλις 2.758 επιχειρήσεις. Τα επιχειρηματικά ασφαλιστήρια αντιστοιχούσαν έτσι στο 0,69% του συνολικού αριθμού συμβολαίων Cyber που περιλαμβάνει η έρευνα. Το ποσοστό αυτό δεν σημαίνει ότι μόνο το 0,69% των ελληνικών επιχειρήσεων διαθέτει κάλυψη έναντι κυβερνοκινδύνων, καθώς αποτυπώνει την κατανομή των συμβολαίων και όχι τη διείσδυση της ασφάλισης στο σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας. Πάντως, και η επιχειρηματική κυβερνοασφάλιση εμφανίζει αναπτυξιακή πορεία. Τα συμβόλαια Commercial Cyber αυξήθηκαν από 730 το 2022 σε 1.430 το 2023, 2.032 το 2024 και 2.758 το 2025, σημειώνοντας ετήσια άνοδο 35,7%.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή των ασφαλιστικών καλύψεων. Το 64,7% των επιχειρηματικών συμβολαίων το 2025 είχε ανώτατο όριο κάλυψης έως 200.000 ευρώ, έναντι 57,7% το 2024 και 39% το 2022. Αντίθετα, το ποσοστό των συμβολαίων με κάλυψη άνω των 5 εκατ. ευρώ περιορίστηκε από 5,8% το 2022 σε 2,2% το 2025. Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια μετατόπιση στη σύνθεση των ασφαλιστικών καλύψεων προς συμβόλαια χαμηλότερων ορίων, χωρίς ωστόσο να επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα για το μέγεθος των επιχειρήσεων που τα αγοράζουν ή για τους λόγους αυτής της μεταβολής.

Οι ζημιές και οι αποζημιώσεις στην ελληνική αγορά

Η ανάπτυξη της κυβερνοασφάλισης στην Ελλάδα συνοδεύεται από σημαντική αύξηση των ζημιών που δηλώνονται στα σχετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια. Σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος (ΕΑΕΕ), οι δηλωθείσες ζημιές αυξήθηκαν από 35 το 2022 σε 653 το 2025, καταγράφοντας άνοδο 25,8% μόνο κατά το τελευταίο έτος. Ειδικότερα, στα επιχειρηματικά συμβόλαια, οι ζημιές ανήλθαν σε 32 το 2025, από 26 το 2024, σημειώνοντας αύξηση 23,1%.

Την ίδια στιγμή, η μέση καταγεγραμμένη ζημιά στα ασφαλιστήρια επιχειρηματικών κυβερνοκινδύνων (Commercial Cyber) ακολούθησε πτωτική πορεία, υποχωρώντας στα 13.531 ευρώ το 2025, από 23.035 ευρώ το 2024 και 31.584 ευρώ το 2022. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι αιτίες που βρίσκονται πίσω από τα περιστατικά. Από την αναλυτική καταγραφή μέρους των επιχειρηματικών ζημιών κατά την περίοδο 2022-2025 προκύπτει ότι οι απάτες spoofing και phishing, δηλαδή η παραποίηση της ταυτότητας του αποστολέα και η εξαπάτηση μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, οδήγησαν σε καταβολή αποζημιώσεων ύψους 210.000 ευρώ. Αντίστοιχα, οι αποζημιώσεις για περιστατικά κακόβουλου λογισμικού ανήλθαν σε 25.726 ευρώ. Αν και τα στοιχεία αφορούν περιορισμένο αριθμό περιστατικών που κατέστη δυνατό να ταξινομηθούν αναλυτικά, αναδεικνύουν την οικονομική διάσταση των ηλεκτρονικών απατών που βασίζονται στην υποκλοπή στοιχείων και την παραπλάνηση των χρηστών.

Σε διεθνές επίπεδο, η αυξανόμενη σημασία της ψηφιακής προστασίας αποτυπώνεται και στις επενδύσεις για την κυβερνοασφάλεια. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Cybersecurity Ventures, οι παγκόσμιες δαπάνες για σχετικά προϊόντα αναμένεται να φτάσουν τα 520 δισ. δολάρια το 2026, ποσό διπλάσιο από τα 260 δισ. δολάρια του 2021. Παράλληλα, εκτιμάται ότι η αγορά θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ετήσιο ρυθμό περίπου 15% την επόμενη πενταετία, με προοπτική να προσεγγίσει το 1 τρισ. δολάρια έως το 2031.

Παρά τις διαφορές ανάμεσα στην ελληνική και την αυστραλιανή αγορά, τα στοιχεία αναδεικνύουν μια κοινή πραγματικότητα: οι κυβερνοεπιθέσεις δεν αποτελούν πλέον απειλή που αφορά αποκλειστικά μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και τράπεζες. Αντίθετα, συνιστούν έναν υπαρκτό και διαρκώς εξελισσόμενο κίνδυνο για επιχειρήσεις κάθε μεγέθους, από μικρά εμπορικά καταστήματα και λογιστικά γραφεία μέχρι βιομηχανικές μονάδες και ιδιωτικές κλινικές.

Όπως επισήμανε η επικεφαλής κυβερνοκινδύνων της Marsh, σύμφωνα με το Insurance Business, η ανάθεση της διαχείρισης των πληροφοριακών συστημάτων σε εξωτερικούς συνεργάτες δεν απαλλάσσει μια επιχείρηση από την ευθύνη προστασίας των δεδομένων της. Ακόμη και όταν οι τεχνολογικές υπηρεσίες παρέχονται από τρίτους, η ίδια εξακολουθεί να επωμίζεται τις οικονομικές, νομικές και λειτουργικές συνέπειες μιας πιθανής παραβίασης.

Υπό αυτό το πρίσμα, η κυβερνοασφάλιση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τα μέτρα πρόληψης, την εκπαίδευση του προσωπικού ή την ενίσχυση των ψηφιακών υποδομών ασφαλείας. Μπορεί, ωστόσο, να λειτουργήσει συμπληρωματικά, προσφέροντας στις επιχειρήσεις ένα επιπλέον δίχτυ οικονομικής προστασίας και υποστήριξης για την αντιμετώπιση των συνεπειών μιας κυβερνοεπίθεσης.