Θεραπεία – σοκ για τη διάσωση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας από τους Κινέζους

Άμεση επιβολή οριζόντιων δασμών 30% και υποτίμηση του ευρώ κατά 20% - 30% έναντι του γιουάν προτείνει έκθεση της Γαλλικής Αρμοστείας Στρατηγικού Σχεδιασμού

Βιομηχανική παραγωγή © Freepik

Μόνο με μια θεραπεία – σοκ που θα περιλαμβάνει άμεση επιβολή οριζόντιων δασμών 30% στα κινεζικά προϊόντα για την εξισορρόπηση των κινεζικών επιδοτήσεων και υποτίμηση του ευρώ κατά 20% – 30% έναντι του γιουάν, ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικά τα προϊόντα της ΕΕ, θα αντιμετωπιστεί η υπαρξιακή απειλή της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Σύμφωνα με έκθεση της Γαλλικής Αρμοστείας Στρατηγικού Σχεδιασμού (Haut-Commissariat à la Stratégie et au Plan – HCSP) που παρουσιάστηκε χθες ενόψει της μεθαυριανής Συνόδου Κορυφής των ηγετών της ΕΕ για την οικονομία, η Γηραιά Ήπειρος υφίσταται ένα «ασύμμετρο σοκ» από την Κίνα, το οποίο απειλεί να μετατρέψει το ευρωπαϊκό βιομηχανικό οικοσύστημα σε ένα ένδοξο μουσείο του παρελθόντος.

Η Ευρώπη, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, έχει πλέον δύο επιλογές: είτε να αποδεχθεί τον ρόλο του καταναλωτή κινεζικών προϊόντων και υπηρεσιών, είτε να προστατεύσει την παραγωγική της βάση με μέτρα που μέχρι χθες θεωρούνταν ταμπού. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι: με 200 δισεκατομμύρια έλλειμμα και 40% χαμηλότερο κόστος στην Κίνα, ο χρόνος για την ευρωπαϊκή βιομηχανία τελειώνει.

Η έκθεση ξεκινά με μια ιστορική αναδρομή που αποκαλύπτει το μέγεθος της ανατροπής. Στις αρχές του 2000, η Κίνα αντιπροσώπευε λιγότερο από το 10% της παγκόσμιας μεταποιητικής παραγωγής. Σήμερα, το ποσοστό αυτό έχει εκτιναχθεί στο 31,6%. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση είδε το δικό της μερίδιο να συρρικνώνεται δραματικά στο 14,6%. Η Κίνα δεν είναι πλέον ο «παγκόσμιος κατασκευαστής φθηνών παιχνιδιών», αλλά ένας τεχνολογικός κολοσσός που κυριαρχεί σε 57 από τις 64 κρίσιμες τεχνολογίες του μέλλοντος, όπως οι μπαταρίες, τα φωτοβολταϊκά και η τεχνητή νοημοσύνη.

Το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις. Μόνο στον τομέα των βιομηχανικών προϊόντων, το έλλειμμα αγγίζει τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ. Η αιτία δεν είναι μόνο η κινεζική εργατικότητα, αλλά ένα σύστημα «κρατικού καπιταλισμού» που επιδοτεί την παραγωγή σε βαθμό που καθιστά τον ανταγωνισμό αδύνατο. Η έκθεση υπολογίζει ότι τα κινεζικά προϊόντα έχουν πλεονέκτημα κόστους 30% έως 40% έναντι των ευρωπαϊκών, κυρίως λόγω των χαμηλών τιμών ενέργειας, της απουσίας περιβαλλοντικών φόρων και των κρατικών ενισχύσεων.

Το «μοντέλο της καταστροφής» στην αυτοκινητοβιομηχανία

Ο κλάδος του αυτοκινήτου, που αποτελεί το ιερό δισκοπότηρο της ευρωπαϊκής βιομηχανίας (και κυρίως της γερμανικής και γαλλικής), βρίσκεται στο επίκεντρο της καταιγίδας. Η έκθεση αναφέρει ότι το μερίδιο των κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων (EV) στην Ευρώπη ήταν μόλις 0,4% το 2019.

Μέσα σε τέσσερα χρόνια, το 2023, εκτοξεύθηκε στο 8%, και οι προβλέψεις για το 2025 κάνουν λόγο για 15%. Η Κίνα δεν εξάγει απλώς αυτοκίνητα· εξάγει πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Με μια εσωτερική αγορά που δεν μπορεί να απορροφήσει την τεράστια παραγωγή της, το Πεκίνο «πλημμυρίζει» τον κόσμο με 7 εκατομμύρια πλεονάζοντα οχήματα ετησίως. Για την Ευρώπη, αυτό σημαίνει ότι το παραδοσιακό της εμπορικό πλεόνασμα στον κλάδο των μεταφορών έχει μειωθεί κατά 50% μετά την πανδημία, απειλώντας εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

Η ενεργειακή και ρυθμιστική παγίδα

Ένα από τα πιο ισχυρά σημεία της έκθεσης αφορά το «κόστος της συμμόρφωσης». Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον αυστηρών κανόνων για το κλίμα. Η τιμή του άνθρακα στο ευρωπαϊκό σύστημα (ETS) κυμαίνεται στα 75 ευρώ ανά τόνο, ενώ στην Κίνα το αντίστοιχο κόστος είναι μόλις 10-12 ευρώ. Αυτή η διαφορά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το ηλεκτρικό ρεύμα για τη βιομηχανία στην ΕΕ είναι 50% έως 100% ακριβότερο από ό,τι στην Κίνα, δημιουργεί μια συνθήκη όπου η παραγωγή στην Ευρώπη γίνεται οικονομικά ασύμφορη.

Η έκθεση εκτιμά ότι το «ρυθμιστικό βάρος» (νομοθεσία, περιβαλλοντικά πρότυπα, εργασιακά) προσθέτει ένα έμμεσο κόστος 10% έως 15% στην αξία των ευρωπαϊκών προϊόντων. Η Κίνα, αγνοώντας αυτούς τους κανόνες, προσφέρει προϊόντα που είναι φθηνότερα όχι επειδή είναι καλύτερα, αλλά επειδή δεν πληρώνουν το τίμημα της βιωσιμότητας.

Τι προτείνει το HCSP; Η έκθεση απορρίπτει τις «μαλακές» λύσεις και τις αποσπασματικές έρευνες αντι-ντάμπινγκ. Προτείνει μια στρατηγική «Escalate to Negotiate» (Κλιμάκωση για Διαπραγμάτευση). Η Ευρώπη πρέπει να δείξει τα δόντια της για να αναγκάσει την Κίνα να αλλάξει στάση.

Η έκθεση χρησιμοποιεί τον όρο «destruction destructrice» (καταστροφική καταστροφή) για να περιγράψει τι θα συμβεί αν δεν ληφθούν μέτρα. Σε αντίθεση με τη «δημιουργική καταστροφή» του Schumpeter, όπου οι παλιοί κλάδοι αντικαθίστανται από νέους και πιο παραγωγικούς, εδώ έχουμε την απλή εξαφάνιση κλάδων (όπως συνέβη με τα φωτοβολταϊκά) χωρίς καμία εγχώρια αντικατάσταση. Η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο των εργαλειομηχανών και της χημικής βιομηχανίας, τομείς που αποτελούν τη βάση κάθε άλλης παραγωγικής δραστηριότητας.

Οι προτάσεις για τις επενδύσεις

Σύμφωνα με την έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας Στρατηγικής και Σχεδιασμού (HCSP) του Φεβρουαρίου 2026, η προσέγγιση της Ευρώπης απέναντι στις κινεζικές επενδύσεις απαιτεί μια ριζική επανεκτίμηση, καθώς το Πεκίνο χρησιμοποιεί τα κεφάλαιά του ως εργαλείο για την εμπέδωση της βιομηχανικής του κυριαρχίας και την παράκαμψη των εμπορικών φραγμών.

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη έχουν αλλάξει φύση. Ενώ την προηγούμενη δεκαετία εστιάζονταν στην εξαγορά υφιστάμενων ευρωπαϊκών εταιρειών για την απόκτηση τεχνογνωσίας και εμπορικών σημάτων, πλέον παρατηρείται μια στροφή προς τις λεγόμενες «greenfield» επενδύσεις (νέες εγκαταστάσεις). Η Κίνα επιδιώκει να δημιουργήσει δικές της παραγωγικές μονάδες επί ευρωπαϊκού εδάφους, ιδιαίτερα στους τομείς των μπαταριών και των ηλεκτρικών οχημάτων.

Αυτή η μετατόπιση δεν είναι τυχαία. Η έκθεση αναφέρει ότι το Πεκίνο επιχειρεί να «εσωτερικεύσει» την παραγωγή του εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να αποφύγει τους δασμούς και τους περιορισμούς που επιβάλλονται στις εισαγωγές. Με αυτόν τον τρόπο, κινεζικές εταιρείες επωφελούνται από τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις για την πράσινη μετάβαση, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν τον έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας και των κρίσιμων τεχνολογιών.

Μια ιδιαίτερα σημαντική πτυχή που αναλύει η έκθεση είναι η χρήση γειτονικών χωρών ως «πλατφόρμες» για την είσοδο στην ευρωπαϊκή αγορά. Χώρες όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, αλλά και κράτη εκτός ΕΕ με προνομιακές εμπορικές σχέσεις (όπως το Μαρόκο ή η Τουρκία), προσελκύουν μαζικά κινεζικά κεφάλαια.

Το απόθεμα των κινεζικών επενδύσεων σε σχέση με τη μεταποιητική παραγωγή είναι ιδιαίτερα υψηλό σε χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και της Ανατολικής Ευρώπης. Η έκθεση προειδοποιεί ότι αυτό δημιουργεί μια «ασύμμετρη εξάρτηση», όπου ορισμένα κράτη-μέλη γίνονται οικονομικοί όμηροι των κινεζικών στρατηγικών επιλογών, δυσκολεύοντας την υιοθέτηση μιας ενιαίας και αυστηρής ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στο Πεκίνο.

Η Κίνα συνεχίζει να επενδύει στρατηγικά σε ευρωπαϊκές υποδομές κλειδιά, κυρίως σε λιμάνια και δίκτυα logistics. Η έκθεση επισημαίνει ότι ο έλεγχος αυτών των υποδομών επιτρέπει στην Κίνα να διασφαλίζει την ομαλή ροή των προϊόντων της στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα, συμπιέζοντας περαιτέρω τους ντόπιους παραγωγούς. Ο συνδυασμός της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (εργοστάσια μπαταριών) και των μέσων διανομής (λιμάνια) προσφέρει στην Κίνα ένα πλεονέκτημα που η έκθεση χαρακτηρίζει ως «κάθετη κυριαρχία».

Το HCSP τονίζει την κραυγαλέα έλλειψη αμοιβαιότητας στις επενδυτικές σχέσεις. Ενώ η Ευρώπη παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανοιχτή στα κινεζικά κεφάλαια, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στην Κίνα αντιμετωπίζουν πλήθος εμποδίων, όπως εξαναγκαστικές μεταφορές τεχνολογίας, περιορισμούς στην ιδιοκτησία και αδιαφανείς κρατικές επιδοτήσεις που ευνοούν τους εγχώριους παίκτες.

Η έκθεση αναφέρει ότι οι κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη χρηματοδοτούνται συχνά από κρατικές τράπεζες με μηδενικά ή σχεδόν μηδενικά επιτόκια, επιτρέποντας στις κινεζικές εταιρείες να εξαγοράζουν ευρωπαϊκά περιουσιακά στοιχεία σε τιμές που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν οι ιδιώτες επενδυτές. Αυτό οδηγεί σε μια σταδιακή «αποστράγγιση» της ευρωπαϊκής βιομηχανικής ιδιοκτησίας.

Προτεινόμενες δράσεις για τον έλεγχο των επενδύσεων

Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, η έκθεση προτείνει μια σειρά από αυστηρά μέτρα:

  1. Ενίσχυση του Μηχανισμού Ελέγχου (Screening): Η Ευρώπη πρέπει να υιοθετήσει έναν πολύ πιο αυστηρό μηχανισμό ελέγχου των ξένων επενδύσεων, ο οποίος δεν θα εξετάζει μόνο την εθνική ασφάλεια, αλλά και την «οικονομική κυριαρχία». Επενδύσεις που αποσκοπούν στον έλεγχο ολόκληρων κλάδων (όπως οι μπαταρίες) θα πρέπει να περιορίζονται.
  2. Απαγόρευση Επιδοτούμενων Εξαγορών: Προτείνεται η απαγόρευση εξαγοράς ευρωπαϊκών εταιρειών από ξένες οντότητες που αποδεδειγμένα λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις οι οποίες στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό.
  3. Υποχρεωτική Τοπική Προστιθέμενη Αξία: Για τις νέες κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη (greenfield), η έκθεση προτείνει την επιβολή κανόνων που θα υποχρεώνουν τις εταιρείες να χρησιμοποιούν ευρωπαϊκούς προμηθευτές και να μεταφέρουν μέρος της έρευνας και ανάπτυξης (R&D) εντός της ΕΕ, ώστε να μην λειτουργούν απλώς ως «μονάδες συναρμολόγησης» κινεζικών εξαρτημάτων.
  4. Συντονισμός έναντι των «Χωρών-Γεφυρών»: Η ΕΕ πρέπει να χρησιμοποιήσει την εμπορική της ισχύ για να διασφαλίσει ότι γειτονικές χώρες δεν θα λειτουργούν ως «κερκόπορτες» για κινεζικά προϊόντα που βαφτίζονται τοπικά παραγόμενα για να αποφύγουν τους δασμούς.