Η Κίνα προς το παρόν παραμένει ψύχραιμη απέναντι στην κλιμάκωση της σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο, παρά το γεγονός ότι αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα αργού πετρελαίου παγκοσμίως και αντλεί περίπου το ήμισυ των αναγκών της από τη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με τη Süddeutsche Zeitung, το ερώτημα που τίθεται στο Πεκίνο είναι εάν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ μπορεί πραγματικά να απειλήσει την οικονομική και ενεργειακή σταθερότητα της χώρας.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το πιο κρίσιμο σημείο της παγκόσμιας ενεργειακής αλυσίδας. Μέσω αυτού διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορευόμενου πετρελαίου, δηλαδή 20 έως 21 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Όπως σημειώνει η Süddeutsche Zeitung, μια διακοπή αυτής της ροής θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρό εκτροχιασμό των διεθνών αγορών. Σε περίπτωση πλήγματος σε ενεργειακές υποδομές της περιοχής, όπως στο πλαίσιο του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, καμία περιοχή δεν θα έμενε ανεπηρέαστη, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ασίας.
Η ενεργειακή εξάρτηση της Ανατολικής Ασίας και της Κίνας
Η Ιαπωνία προμηθεύεται περίπου το 95% του πετρελαίου της από τη Μέση Ανατολή, με το 70% να διέρχεται από το Ορμούζ, ενώ η Νότια Κορέα βασίζεται επίσης σε μεγάλο βαθμό στην ίδια περιοχή. Ωστόσο, η πιο κρίσιμη περίπτωση είναι αυτή της Κίνας που είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού πετρελαίου στον κόσμο, με περίπου το 50% των εισαγωγών της να προέρχεται από τη Μέση Ανατολή.
Για χρόνια, η Κίνα υπήρξε ο βασικός αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, μέσω ενός δικτύου μικρών ιδιωτικών διυλιστηρίων στην επαρχία Σαντόνγκ, τα οποία αποκαλούνται «τσαγιέρες». Αυτές οι μονάδες λειτουργούν εκτός του αυστηρού πλαισίου των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών και μπορούν να αγοράζουν αργό πετρέλαιο που οι μεγάλες εταιρείες αποφεύγουν λόγω αμερικανικών κυρώσεων.
Παρά τις εναλλακτικές ροές, ακόμη και αν οι παραδόσεις από το Ιράν συνεχιστούν, αυτές καλύπτουν μόλις το ένα τρίτο των κινεζικών εισαγωγών από τη Μέση Ανατολή. Όπως αναφέρουν αναλυτές στη Süddeutsche Zeitung, αυτό σημαίνει ότι θα προκύψει έλλειμμα περίπου τεσσάρων εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως. Παράλληλα, η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας LNG παγκοσμίως, με περίπου το ένα τρίτο να προέρχεται επίσης από τη Μέση Ανατολή.
Η ενεργειακή αναλύτρια Έρικα Ντάουνς από το Columbia University περιγράφει την κατάσταση ως «τεράστια αναταραχή», υπογραμμίζοντας ότι οι επιπτώσεις εκτείνονται πολύ πέρα από τις αγορές πετρελαίου.
Η στρατηγική προετοιμασία της Κίνας
Παρά την ένταση, η Κίνα εμφανίζει αξιοσημείωτη ψυχραιμία σε σύγκριση με άλλες ασιατικές οικονομίες. Όπως σημειώνει η Süddeutsche Zeitung, έχουν παρατηρηθεί μόνο μεμονωμένες ουρές σε πρατήρια καυσίμων, χωρίς γενικευμένο πανικό. Το Πεκίνο, αν και έχει στείλει ειδικό απεσταλμένο στην περιοχή, αποφεύγει την άμεση εμπλοκή, καθώς θεωρεί ότι έχει ήδη προετοιμαστεί για ένα τέτοιο σενάριο.
Η χώρα διατηρεί τεράστια στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, τα οποία εκτιμώνται σε πάνω από 1,4 δισεκατομμύρια βαρέλια. Αυτά θα μπορούσαν να καλύψουν έως και οκτώ μήνες κατανάλωσης, αν και άλλες εκτιμήσεις τα περιορίζουν σε τρεις έως τέσσερις μήνες. σύμφωνα με την Έρικα Ντάουνς από το Center on Global Energy Policy στο Πανεπιστήμιο Columbia.
Μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, πρέπει να διατηρούν αποθέματα για τουλάχιστον 90 ημέρες των καθαρών εισαγωγών τους. Για τη σταθεροποίηση της αγοράς έχει ήδη αποφασιστεί η πρώτη απελευθέρωση αποθεμάτων. Η Ιαπωνία πρωτοστάτησε και διέθεσε από τα περίπου 350 εκατομμύρια βαρέλια των αποθεμάτων της 80 εκατομμύρια βαρέλια. Σε κάθε περίπτωση, η Κίνα έχει αξιοποιήσει χρόνια χαμηλών τιμών για να ενισχύσει τα αποθέματά της.
Η Κίνα και η Ρωσία
Η κρίση ενισχύει επίσης την προοπτική στενότερης ενεργειακής συνεργασίας με τη Ρωσία. Η Μόσχα θεωρείται πλέον ακόμη πιο αξιόπιστος προμηθευτής, καθώς οι παραδόσεις της δεν εξαρτώνται από ευάλωτα θαλάσσια περάσματα. Ωστόσο, οι υποδομές και η δυναμικότητα παραμένουν περιορισμένες.
Ένα από τα έργα που επανέρχονται στο προσκήνιο είναι ο αγωγός «Power of Siberia 2», ο οποίος θα μπορούσε να μεταφέρει 50 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως προς την Κίνα. Το έργο είχε παγώσει για δεκαετίες λόγω διαφωνιών για την τιμολόγηση, αλλά η τρέχουσα κρίση ενισχύει εκ νέου το ενδιαφέρον του Πεκίνου.
Η Κίνα κινείται ανάμεσα στην ενεργειακή εξάρτηση και τη στρατηγική αυτονομία. Όπως τονίζουν αναλυτές στη Süddeutsche Zeitung, η ψυχραιμία του Πεκίνου δεν σημαίνει απουσία κινδύνου, αλλά αποτέλεσμα μακροχρόνιου σχεδιασμού, διαφοροποίησης και επενδύσεων σε αποθέματα και εναλλακτικές πηγές ενέργειας.
Επιπτώσεις στο εμπόριο και τις εξαγωγές της Κίνας
Πέρα από την ενέργεια, η κρίση επηρεάζει τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, αναφέρει ανάλυση του . Η αύξηση του κόστους μεταφορών και ασφάλισης πλήττει τις κινεζικές εξαγωγές προς τη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερα σε αυτοκίνητα και χάλυβα, σε μια περίοδο όπου το Πεκίνο επιδίωκε εμπορική επέκταση.
Η αύξηση των τιμών ενέργειας διεθνώς μπορεί να προσθέσει 0,4%–0,8% στον παγκόσμιο πληθωρισμό. Ωστόσο, η Κίνα παραμένει σχετικά προστατευμένη λόγω αποπληθωριστικών πιέσεων στο εσωτερικό. Παρ’ όλα αυτά, η μειωμένη παγκόσμια ζήτηση απειλεί άμεσα τις κινεζικές εξαγωγές και την ανάπτυξη, αναφέρει ανάλυση του Ινστιτούτου Bruegel.
Η σύγκρουση επηρεάζει και τη γεωπολιτική θέση της Κίνας. Μια πιθανή ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στο Ιράν θα μπορούσε να ακυρώσει διπλωματικά κέρδη, όπως η προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας–Ιράν με τη μεσολάβηση του Πεκίνου. Αντίθετα, μια αμερικανική υποχώρηση θα άνοιγε χώρο για μεγαλύτερη κινεζική επιρροή.

Ο Σι Τζινπίνγκ με τον πρόεδρο των ΗΑΕ Σέιχ Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ © EPA/JADE GAO / POOL
Η Κίνα και το Ιράν: Μια μακρά σχέση, αλλά ρηχή
Όπως σημειώνει ο Guardian, η σχέση Πεκίνου–Τεχεράνης στηρίζεται σε μια μακρά ιστορική ρητορική περί κοινής πορείας δύο «μεγάλων πολιτισμών» που αντιστάθηκαν στη δυτική επιρροή. Οι διμερείς σχέσεις μετρούν πάνω από μισό αιώνα, ενώ το 2021 υπεγράφη μια συνολική στρατηγική συμφωνία ύψους 400 δισ. δολαρίων σε κινεζικές επενδύσεις.
Ωστόσο, παρά το εύρος της συνεργασίας, η σχέση παραμένει περιορισμένη σε βάθος. Η Κίνα διατηρεί μια καθαρά συναλλακτική προσέγγιση στις διεθνείς της σχέσεις, αποφεύγοντας τις ρητές εγγυήσεις ασφάλειας που χαρακτήριζαν παλαιότερα τις ΗΠΑ.
Κίνα και γεωπολιτικές ισορροπίες σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα
Η Κίνα παρακολουθεί τις εξελίξεις με εμφανή επιφυλακτικότητα, χωρίς να επιδιώκει ενεργότερο ρόλο διαμεσολάβησης, παρά το προηγούμενο της συμφωνίας Σαουδικής Αραβίας–Ιράν το 2023. Η στάση αυτή αντανακλά τα όρια της λεγόμενης «στρατηγικής ασάφειας», η οποία αποδίδει σε περιόδους σταθερότητας αλλά δοκιμάζεται σε συνθήκες σύγκρουσης, αναφέρει η ανάλυση του Guardian.
Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ έχουν μετατοπίζουν την προσοχή τους σε Μέση Ανατολή και Ινδο-Ειρηνικό, ενώ ο πόλεμος στο Ιράν απορροφά τεράστιους οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους, επηρεάζοντας και τη συνολική στρατηγική ισορροπία.
Η Κίνα απέναντι σε ευκαιρίες και κινδύνους από την κρίση
Παρά τις ανησυχίες για διεθνή αποσταθεροποίηση, το Πεκίνο εντοπίζει και ευκαιρίες: από την αυξανόμενη ζήτηση για πράσινες τεχνολογίες έως πιθανές συμμετοχές σε έργα ανοικοδόμησης στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, η αυξανόμενη παρουσία κινεζικών συμφερόντων και η μεγάλη διασπορά υπηκόων της στην περιοχή καθιστούν πιο δύσκολη τη διατήρηση αποστασιοποιημένης στάσης.
Το τέλος της «στρατηγικής ασάφειας»;
Η σύγκρουση αναδεικνύει τα όρια ενός μοντέλου που βασίζεται στην αποφυγή άμεσης εμπλοκής. Καθώς οι ΗΠΑ παραμένουν κυρίαρχες στρατιωτικά αλλά πιο απρόβλεπτες πολιτικά, η Κίνα καλείται να διαχειριστεί ένα διεθνές περιβάλλον όπου η σταθερότητα δεν είναι πλέον δεδομένη, αλλά υπό διαρκή διαπραγμάτευση.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αναδεικνύει βαθύτερα στρατηγικά διλήμματα για την Κίνα, καθώς το Πεκίνο καλείται να ισορροπήσει μεταξύ ενεργειακής εξάρτησης, επενδυτικών συμφερόντων και αυξανόμενων γεωπολιτικών κινδύνων σε ένα πιο ασταθές διεθνές σύστημα.