Ασφυξία στην παγκόσμια προσφορά λιπασμάτων προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν

Εκτός από τους φόβους για την παγκόσμια προσφορά καυσίμων, μεγάλη ανησυχία επικρατεί για το κόστος των λιπασμάτων

Εργάτες σε εκτάσεις ρυζιού στην επαρχία Sabak Bernam, στην πολιτεία Selangor της Μαλαισίας © EPA/FAZRY ISMAIL

Κομβικός αλλά και παράδοξος είναι ο ρόλος των έξι μελών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια, αλλά και του Ιράν, καθώς εξαρτώνται από τις εισαγωγές τροφίμων, αλλά συνδράμουν σημαντικά στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια με την παραγωγή λιπασμάτων. Τα δεδομένα αυτά, ωστόσο, αλλάζουν δραματικά λόγω του πολέμου που κήρυξαν ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από τις 28 Φεβρουαρίου.

Από τα Στενά του Ορμούζ περνούσε προπολεμικά το ένα τρίτο των αζωτούχων λιπασμάτων, τα οποία αντιπροσωπεύουν το 57% με 59% της συνολικής κατανάλωσης θρεπτικών ουσιών από τον παγκόσμιο αγροτικό κλάδο. Από το συγκεκριμένο πέρασμα, ένα από τα κρισιμότερα στην παγκόσμια ναυσιπλοΐα, διοχετεύεται περίπου το 45% της θαλάσσιας μεταφοράς  του θειαφιού, το οποίο είναι κύριο συστατικό για τα φωσφορικά λιπάσματα.

Διπλή πρόκληση το αυξημένο κόστος καυσίμων και λιπασμάτων

Οπότε, αν και όλη η προσοχή του κόσμου είναι στραμμένη στην ενεργειακή κρίση που προκαλείται από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ λόγω του νέου πολέμου στη Μέση Ανατολή, μεγάλη αναταραχή επικρατεί επίσης στην παγκόσμια προσφορά λιπασμάτων. Το κόστος των λιπασμάτων, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το 25% των αγροτικών δαπανών, δεν αυξάνεται μόνο για τις φτωχές χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Έρευνα του περιοδικού Fortune αναφέρει ότι το νέο πολεμικό μέτωπο στη Μέση Ανατολή καθιστά ανέφικτη την αγορά λιπασμάτων για το 70% των αγροτών στις ΗΠΑ. Οι τιμές των λιπασμάτων σημείωσαν διψήφιες αυξήσεις στις αρχές του 2026, με την ουρία να σημειώνει ετήσια άνοδο έως και 48%–70% σε ορισμένες αγορές, λόγω των εντάσεων στη Μέση Ανατολή. Έως τα μέσα Απριλίου 2026, βασικά αζωτούχα λιπάσματα, συμπεριλαμβανομένης της άνυδρης αμμωνίας και της ουρίας, έχουν εκτοξευθεί κατά 30%-40% από την έναρξη της σύγκρουσης, σύμφωνα με έρευνα του American Farm Bureau Federation.

Εάν προστεθεί, επίσης, η άνοδος του κόστους των καυσίμων, τότε μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι ο πρωτογενής τομέας αντιμετωπίζει διπλή πρόκληση. Οπότε δεν είναι να απορεί κανείς που το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα (WFP) του ΟΗΕ εκτιμά ότι ακόμα 45 εκατ. άνθρωποι κινδυνεύουν να οδηγηθούν σε επισιτιστική ανασφάλεια εάν δεν τερματιστεί ο πόλεμος μέχρι τα τέλη Ιουνίου. Ειδήμονες τονίζουν ότι πιο εκτεθειμένες είναι οι χώρες στη νότια Ασία, με τη Σρι Λάνκα και την Ινδία να είναι εξαρτημένες στις εισαγωγές λιπασμάτων, φυσικού αερίου και καυσίμων για τον αγροτικό κλάδο. Η Ινδία, μια χώρα με πληθυσμό άνω του ενός δισ. ανθρώπων, είναι ο 2ος μεγαλύτερος εισαγωγέας λιπασμάτων στον κόσμο μετά την Κίνα, καταναλώνοντας 60 εκατ. τόνους σε ετήσια βάση. Ο μεγαλύτερος όγκος των εισαγωγών της Ινδίας -συμπεριλαμβανομένων πρώτων υλών και  τελικών προϊόντων- προέρχεται από τις χώρες του Περσικού Κόλπου.

Ακόμη και η Βραζιλία, μία από τις υπερδυνάμεις στην παγκόσμια παραγωγή τροφίμων, προμηθεύεται το 20% των λιπασμάτων από τις χώρες του Περσικού Κόλπου. Ο ΟΗΕ προβλέπει ότι τα εισοδήματα των Βραζιλιάνων παραγωγών μπορεί να μειωθούν πάνω από 7% μέσα στο 2026. Η Βρετανία, παράλληλα, λαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση ελλείψεων στις προμήθειες τροφίμων, ειδικότερα στις κατηγορίες των πουλερικών και του χοιρινού κρέατος, καθώς του κινδύνου ελλείψεων διοξειδίου του άνθρακα που χρησιμοποιείται στην επεξεργασία τροφίμων.

Επισιτιστικός κίνδυνος, ωστόσο, ελλοχεύει, επίσης, για τις χώρες του GCC και το Ιράν

Πάνω από το 70% των εισαγωγών τροφίμων του GCC -δηλαδή τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), το Κατάρ, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και το Ομάν- περνά από τα Στενά του Ορμούζ.  Η Σαουδική Αραβία, η οποία έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό από όλα τα κράτη του GCC, καλύπτει το 80% με 85% των αναγκών σίτισης από εισαγωγές, κυρίως, από την Ερυθρά Θάλασσα, αλλά και από τα Στενά. Όμως η Σαουδική Αραβία έχει συγκεντρώσει αρκετά αποθέματα για να καλύψει τις ανάγκες των 36 εκατ. πολιτών της σε ρύζι, κριθάρι, σιτάρι, ζάχαρη και μαγειρικό λάδι. Στον αντίποδα βρίσκεται το Ιράν. Το 36% της κατανάλωσης σιτηρών εξαρτάται από εισαγωγές, με τη Ρωσία να είναι βασικός προμηθευτής. Το Ιράν καλύπτει, επίσης, το 86% της εγχώριας κατανάλωσης ρυζιού και το 77% του ρυζιού από εισαγωγές. Σε μια χώρα, όμως, όπου ο πληθωρισμός ήδη κινείται στο 40%, ο πόλεμος εναντίον των ΗΠΑ και του Ισραήλ επιβαρύνει τους εξαθλιωμένους πολίτες.

Στις διεθνείς αγορές, τα προθεσμιακά συμβόλαια στο σιτάρι και το ρύζι έχουν παρουσιάσει άνοδο από 16% έως και 17% και λόγω του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ. Όπως επισημαίνεται σε έρευνα της Rabobank, «η βασική αβεβαιότητα πλέον έγκειται στο αν ο αντίκτυπος θα παραμείνει παροδικός ή θα καταστεί δομικός, κάτι που θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την πιθανή κλιμάκωση της σύγκρουσης». Μια ταχεία αποκλιμάκωση θα περιόριζε τη ζημιά σε μια βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα. Υπάρχει όμως ο κίνδυνος για μια πιο διαρκή πίεση στις τιμές των λιπασμάτων.