Μια πρωτοφανής οικογενειακή τραγωδία έρχεται στο φως της δημοσιότητας, καθώς ο γιος του εμβληματικού ιδρυτή της παγκόσμιας αλυσίδας ένδυσης Mango, Ισάκ Άντιτς, συνελήφθη από τις ισπανικές αρχές ως ο βασικός ύποπτος για τη δολοφονία του πατέρα του.
Ο 71χρονος δισεκατομμυριούχος είχε χάσει τη ζωή του πριν από δύο χρόνια, έπειτα από μια μυστηριώδη πτώση σε γκρεμό κοντά στη Βαρκελώνη.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Independent, οι καταλανικές αστυνομικές αρχές προχώρησαν την Τρίτη στη σύλληψη του 45χρονου Τζόναθαν Άντιτς. Ο κατηγορούμενος για πατροκτονία αναμένεται να οδηγηθεί άμεσα ενώπιον των δικαστικών αρχών στην πόλη Μαρτορέλ, προκειμένου να απολογηθεί.
Το τραγικό συμβάν είχε σημειωθεί στις 14 Δεκεμβρίου 2024, κατά τη διάρκεια πεζοπορίας της οικογένειας στις διάσημες σπηλιές του Μονσεράτ. Τότε, ο Ισάκ Άντιτς βρέθηκε στο κενό, πέφτοντας από ύψος που ξεπερνούσε τα 100 μέτρα. Αν και η αρχική δικαστική έρευνα είχε αρχειοθετηθεί τον Ιανουάριο του 2025 ως ένα ατυχές περιστατικό, η υπόθεση άνοιξε ξανά. Οι αρχές προχώρησαν σε εξονυχιστικό έλεγχο των τηλεφωνικών συσκευών του Τζόναθαν, καθώς και των αδελφών του, Τζούντιθ και Σάρα.
Όπως μεταδίδει το Euronews, οι ερευνητές οδηγήθηκαν στη σύλληψη καθώς εντόπισαν σοβαρές αντιφάσεις στις καταθέσεις του 45χρονου, σε συνδυασμό με νέα στοιχεία που προέκυψαν από την άρση απορρήτου. Παράλληλα, ισπανικά μέσα ενημέρωσης αποκαλύπτουν ότι οι σχέσεις μεταξύ πατέρα και γιου ήταν ιδιαίτερα τεταμένες το τελευταίο διάστημα, ενώ οι δυο τους φέρεται να είχαν έναν σφοδρό διαπληκτισμό λίγα λεπτά πριν από τη μοιραία πτώση.
Από την πλευρά του, ο Τζόναθαν Άντιτς αρνείται κατηγορηματικά τις κατηγορίες, εμμένοντας στη θέση ότι επρόκειτο για ένα καθαρά δυστύχημα. Μάλιστα, η οικογένεια είχε εκδώσει πέρυσι ανακοίνωση στηρίζοντας την αθωότητά του και δηλώνοντας πρόθυμη να συνεργαστεί με τη δικαιοσύνη.
Ο Ισάκ Άντιτς, ο οποίος μετακόμισε από την Κωνσταντινούπολη στην Ισπανία τη δεκαετία του ’60, ίδρυσε τη Mango το 1984, χτίζοντας μια αυτοκρατορία. Τη στιγμή του θανάτου του, η προσωπική του περιουσία αποτιμάτο από το Forbes στα 4,5 δισ. δολάρια, γεγονός που στρέφει τα βλέμματα της κοινής γνώμης και στα πιθανά οικονομικά κίνητρα πίσω από το έγκλημα.
