Σε νέες προειδοποιήσεις προς το Ιράν προχώρησε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επανάληψης των πληγμάτων μέσα στις επόμενες ημέρες. Με τον τρόπο αυτό εντείνει την πίεση προς την Τεχεράνη για την επίτευξη συμφωνίας που θα βάλει τέλος στον πόλεμο. Η δήλωσή του έγινε λίγες ώρες αφότου ανέφερε ότι ακύρωσε προγραμματισμένη αμερικανική επίθεση.
«Ελπίζω να μη χρειαστεί να κάνουμε πόλεμο, αλλά ίσως χρειαστεί να τους δώσουμε ακόμη ένα μεγάλο πλήγμα», δήλωσε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους την Τρίτη. Ερωτηθείς πόσο χρόνο είναι διατεθειμένος να περιμένει, απάντησε: «Μιλάω για δύο ή τρεις ημέρες, ίσως Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή. Ίσως κάτι στις αρχές της επόμενης εβδομάδας – ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα».
Οι δηλώσεις αυτές επανέφεραν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο επιστροφής σε ενεργές εχθροπραξίες με το Ιράν, το οποίο μέχρι στιγμής αρνείται να υποκύψει στις απαιτήσεις του Αμερικανού προέδρου για εγκατάλειψη των υπολειπόμενων στοιχείων του πυρηνικού του προγράμματος. Η πίεση προς την Τεχεράνη ακολουθεί εβδομάδες αμερικανικών και ισραηλινών πληγμάτων, τα οποία είχαν ξεκινήσει στα τέλη Φεβρουαρίου.
Παρά την εκεχειρία που συμφωνήθηκε στις 8 Απριλίου, ο Τραμπ έχει επανειλημμένα απειλήσει με ανανέωση της στρατιωτικής δράσης, για να υπαναχωρήσει στη συνέχεια. Η τακτική αυτή έχει προκαλέσει νευρικότητα τόσο στις αγορές όσο και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου αυξάνονται οι ανησυχίες για το κόστος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Δυσφορία στη Γερουσία
Η ρεπουμπλικανική πλειοψηφία στη Γερουσία έστειλε, πάντως, μήνυμα επιφυλακτικότητας απέναντι στη συνέχιση του πολέμου. Σε διαδικαστική ψηφοφορία το βράδυ της Τρίτης, καταγράφηκε η αυξανόμενη δυσφορία για μια ξένη σύγκρουση που έχει αρχίσει να επιβαρύνει οικονομικά τους Αμερικανούς πολίτες, λίγους μόλις μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Ο γερουσιαστής της Λουιζιάνα Μπιλ Κάσιντι, του οποίου την εκστρατεία επανεκλογής είχε μπλοκάρει ο Τραμπ σε εσωκομματική αναμέτρηση των Ρεπουμπλικανών το Σάββατο, ενώθηκε με άλλους τρεις Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές ψηφίζοντας υπέρ της προώθησης ψηφίσματος για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Η σύγκρουση έχει οδηγήσει στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, μιας κρίσιμης θαλάσσιας οδού για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας και ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων. Παράλληλα, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων έχουν ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα σχεδόν δύο δεκαετιών, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για τις μακροοικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Παρότι το καθεστώς του Ιράν έχει χάσει πολλά υψηλόβαθμα στελέχη και σημαντικό μέρος των στρατιωτικών του υποδομών από τους αμερικανικούς και ισραηλινούς βομβαρδισμούς, εξακολουθεί να αντέχει. Η Τεχεράνη έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στην Ουάσιγκτον διατηρώντας τον έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που έχει οδηγήσει τις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ στα υψηλότερα επίπεδα σχεδόν τεσσάρων ετών.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς εμφανίστηκε την Τρίτη το απόγευμα ελαφρώς πιο αισιόδοξος για την πορεία των διαπραγματεύσεων, αν και ο ίδιος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης των πληγμάτων. «Πιστεύουμε ότι έχουμε σημειώσει μεγάλη πρόοδο, πιστεύουμε ότι οι Ιρανοί θέλουν να κάνουν συμφωνία», δήλωσε, προσθέτοντας ότι το «σχέδιο Β» θα ήταν η επανεκκίνηση της στρατιωτικής εκστρατείας.
«Αλλά αυτό δεν είναι που θέλει ο πρόεδρος», συνέχισε ο Βανς. «Και δεν νομίζω ότι είναι αυτό που θέλουν ούτε οι Ιρανοί».
Ο Τραμπ δήλωσε τη Δευτέρα ότι ανέστειλε νέο βομβαρδισμό κατά του Ιράν, ο οποίος είχε προγραμματιστεί για την Τρίτη, έπειτα από αίτημα της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Αμερικανός πρόεδρος αποδίδει αλλαγές στη στάση του για τον πόλεμο στο Ιράν σε παρεμβάσεις συμμάχων και εταίρων, μεταξύ των οποίων και το Πακιστάν, που έχει διαδραματίσει ρόλο μεσολαβητή.
Το πετρέλαιο Brent υποχώρησε περίπου 1% την Τρίτη, παραμένοντας ωστόσο πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι, μετά τις ανακοινώσεις του Τραμπ αργά τη Δευτέρα. Παρά την πτώση, ο δείκτης εξακολουθεί να καταγράφει άνοδο άνω του 50% από την έναρξη του πολέμου, όταν ξεκίνησαν τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν. Οι αγορές παραμένουν σε κατάσταση επιφυλακής, παρακολουθώντας στενά το ενδεχόμενο επιστροφής στις εχθροπραξίες.
Οι μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν μειωθεί εκ νέου, ενώ οι traders παρακολουθούν αν το ΝΑΤΟ θα συμβάλει στη διέλευση πλοίων από τη θαλάσσια οδό, σε περίπτωση που αυτή δεν ανοίξει ξανά έως τις αρχές Ιουλίου.
Αν και οι δηλώσεις του Τραμπ για το Ιράν συχνά κινούν τις χρηματοπιστωτικές αγορές, αναλυτές εκτιμούν ότι η επίδρασή τους αρχίζει να εξασθενεί, καθώς ο πρόεδρος διατυπώνει απειλές τις οποίες στη συνέχεια δεν υλοποιεί, όπως αναφέρει το Bloomberg. «Αυτές οι λεκτικές παρεμβάσεις του Τραμπ κάποτε είχαν έντονη καθοδική επίδραση στις τιμές, αλλά πλέον φαίνεται να έχουν ολοένα και μικρότερη ισχύ, εκτός αν συνοδεύονται από πράξεις», δήλωσε ο Μπιάρνε Σίλντροπ, επικεφαλής αναλυτής εμπορευμάτων της SEB AB.
Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν φαίνεται να υπάρχει πραγματική πρόοδος στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, καθώς οι δύο πλευρές παραμένουν στις αρχικές τους θέσεις.
Η εύθραυστη φύση της εκεχειρίας φάνηκε και την Κυριακή, όταν ο πυρηνικός σταθμός Μπαρακάχ στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επλήγη από drone, προκαλώντας πυρκαγιά σε σταθμό ηλεκτροδότησης και αναγκάζοντας τους μηχανικούς να ενεργοποιήσουν γεννήτριες έκτακτης ανάγκης.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας ανακοίνωσε αργά τη Δευτέρα ότι η ηλεκτροδότηση στον σταθμό αποκαταστάθηκε, περιορίζοντας τις ανησυχίες για την ασφάλεια της μεγαλύτερης πυρηνικής εγκατάστασης στη Μέση Ανατολή.
To Ιράν έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να πλήξει εκ νέου γειτονικές χώρες του Κόλπου, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες επαναλάβουν τις επιθέσεις τους. Η προειδοποίηση αυτή ενισχύει τους φόβους για ευρύτερη ανάφλεξη στην περιοχή, σε μια στιγμή που οι διπλωματικές προσπάθειες παραμένουν εύθραυστες και οι αγορές αντιδρούν σε κάθε νέα δήλωση από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη.
