Στο τραπέζι οριζόντια αύξηση του υποχρεωτικού ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης στο Δημόσιο

Συζητείται η αύξηση της ηλικίας υποχρεωτικής αποχώρησης για όλους τους δημόσιους υπαλλήλους, π.χ. στα 68 από τα 67 σήμερα, χωρίς αλλαγή των γενικών ορίων

Δημόσιοι υπάλληλοι © Eurokinissi/ Επεξεργασία με ΑΙ

Tην οριζόντια αύξηση του ορίου υποχρεωτικής συνταξιοδοτικής αποχώρησης από το Δημόσιο εξετάζουν αρμόδια στελέχη του υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με έγκυρες πηγές του powergame.gr από την Οδό Νίκης.

Συγκεκριμένα, το σενάριο που έχει πέσει στο τραπέζι προβλέπει την αύξηση της ανώτατης ηλικίας όλων των δημοσίων υπαλλήλων, πέραν του οποίου δεν μπορούν να υπηρετούν στις κρατικές υπηρεσίες, από τα 67, που είναι σήμερα, τουλάχιστον έως τα 68.

Σημειώνεται πως η ηλικία της υποχρεωτικής συνταξιοδοτικής αποχώρησης από το Δημόσιο, αν και συμπίπτει με την ηλικία κατά την οποία μπορεί ένας ασφαλισμένος να βγει με πλήρη σύνταξη (εφόσον έχει συμπληρώσει 15 έτη ασφάλισης τουλάχιστον), δηλαδή τα 67 έτη, δεν έχει την ίδια σημασία.

Και αυτό γιατί στον ιδιωτικό τομέα μπορεί κάποιος να βγει στη σύνταξη και μετά τα 67, ενώ στο Δημόσιο κάθε υπάλληλος υποχρεούται να αποχωρήσει στα 67 από τη δημόσια υπηρεσία, ανεξάρτητα από το αν θέλει ή όχι να βγει στη σύνταξη.

Εκείνο το οποίο εξετάζεται στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης είναι, λοιπόν, το εξής: Να μπορεί ένας δημόσιος υπάλληλος να μείνει στην ενεργό υπηρεσία έως και τα 68 τουλάχιστον, χωρίς να αλλάξουν τα γενικά ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή να παραμείνει το όριο των 67 ετών με τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης και των 62 ετών με 40 χρόνια ασφάλισης (ή έως 35 έτη ασφάλισης για τους ασφαλισμένους προ του 1993).

Η υπέρβαση του ορίου των 67 ετών ισχύει εν μέρει ήδη

Συνεπώς, στην περίπτωση που η κυβέρνηση αποφασίσει να θεσπίσει μία τέτοια αλλαγή, και μάλιστα οριζόντια, δηλαδή για όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου, δεν θα υποχρεούνται οι τελευταίοι να συνταξιοδοτηθούν στα 67 έτη τους, αλλά θα μπορούν -εφόσον οι ίδιοι, εθελοντικά, το επιθυμούν- να παραμένουν στην υπηρεσία τους τουλάχιστον για έναν χρόνο ακόμα, συνεχίζοντας να λαμβάνουν, φυσικά, τον μισθό τους και παράλληλα να αυξάνουν τις μελλοντικές συντάξιμες αποδοχές τους.

Σημειώνεται πως, κατά περίπτωση, το υπουργείο Οικονομικών, σε συνεργασία με άλλα υπουργεία, έχει θεσπίσει στο παρελθόν τροπολογίες οι οποίες προέβλεπαν τη δυνατότητα αύξησης του ανώτατου ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης των 67 ετών για συγκεκριμένες, μεμονωμένες -δηλαδή- θέσεις του Δημοσίου, προκειμένου να μην υπάρξουν σημαντικά κενά στελέχωσης σε νευραλγικές υπηρεσίες του κράτους.

Εκείνο, όμως, που βρίσκεται, πλέον, στο τραπέζι των συζητήσεων στην κυβέρνηση, ειδικά καθώς το φαινόμενο των εργαζόμενων συνταξιούχων (δηλαδή εκείνων των συνταξιούχων που συνεχίζουν την απασχόληση και μετά τη συνταξιοδότηση), μετά την κατάργηση του πέναλτι του 10%, έχει πάρει μαζικές διαστάσεις -με τον αριθμό τους να αγγίζει πλέον τους 300.000 ή το 15% των δικαιούχων κύριας σύνταξης- είναι η επέκταση του υποχρεωτικού ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης για όλους τους δημόσιους υπαλλήλους.

Εξάλλου, το όριο αυτό έχει ήδη επεκταθεί μαζικά στην περίπτωση των επιδοτούμενων του προγράμματος της ΔΥΠΑ άνω των 55 ετών. Αντί του ορίου του 67 ετών, το οποίο ίσχυε αρχικά, το πρόγραμμα της ΔΥΠΑ προβλέπει τη δυνατότητα απασχόλησης στο Δημόσιο, με 12μηνες, 18μηνες συμβάσεις κ.λπ. συμβάσεις ορισμένου χρόνου ακόμα και σε ανέργους που φτάνουν τα 74 έτη!

Οι λόγοι πίσω από την ενδεχόμενη αύξηση του ηλικιακού πλαφόν στην απασχόληση στο Δημόσιο

Το σενάριο της αύξησης του ηλικιακού ορίου υποχρεωτικής συνταξιοδότησης σε όλο το Δημόσιο έχει πέσει στο τραπέζι του οικονομικού επιτελείου για τους εξής βασικούς λόγους:

  • Ο πρώτος λόγος είναι η ολοένα και μεγαλύτερη έλλειψη έμπειρου στελεχιακού δυναμικού στο Δημόσιο. Η μαζική συνταξιοδοτική έξοδος δεκάδων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων μετά το 2010, αλλά και η επικείμενη τελευταία «φυγή», της «γενιάς της Μεταπολίτευσης», η οποία αναμένεται εντός του 2027, θα αδειάσει κυριολεκτικά τις κρατικές υπηρεσίες από στελέχη απολύτως απαραίτητα για τη λειτουργία της διοίκησης, χωρίς να μπορούν να καλυφθούν τα ποιοτικά κενά που αυτά θα αφήσουν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
  • Ο δεύτερος λόγος είναι πως η παραμονή στην υπηρεσία περισσότερων δημοσίων υπαλλήλων για περισσότερα χρόνια συμφέρει δημοσιονομικά, καθώς με αυτόν τον τρόπο ο κρατικός προϋπολογισμός θα γλιτώσει μια καταβολή.

Και αυτό γιατί, σε περίπτωση συνταξιοδότησης ενός υπαλλήλου, το Δημόσιο θα πρέπει να προσλάβει έναν νέο υπάλληλο στη θέση του -στη βάση του κανόνα 1: 1 (1 πρόσληψη για κάθε 1 αποχώρηση), ενώ παράλληλα θα πρέπει να καταβάλει σύνταξη (κύρια, επικουρική, μέρισμα) και εφάπαξ στον συνταξιούχο του Δημοσίου.

Διατηρώντας έστω για έναν χρόνο ακόμα έναν υπάλληλο στη θέση του, μεταθέτει χρονικά μια ορισμένη αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, χωρίς να επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό με τον μισθό του νεοδιόριστου, έστω και αν αυτός είναι πολύ χαμηλότερος σε σχέση με εκείνου που βρίσκεται κοντά στη συνταξιοδότηση.

  • Ο τρίτος λόγος -ο οποίος προφανώς σχετίζεται με τον δεύτερο- είναι οι προβλέψεις για εκτίναξη της δημόσιας συνταξιοδοτικής δαπάνης, ιδίως μετά το 2027, κάτι που οδηγεί σε ελλείμματα τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, κατ’ αρχάς από το 2029 και ακόμα πιο έντονα το 2030, με την «τρύπα» να ξεπερνά το 1,3 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τις νέες μεσοπρόθεσμες προβολές του ΥΠΟΙΚ.

Καθώς οποιαδήποτε συζήτηση για μείωση των συντάξεων είναι πολιτικο-κοινωνικά «απαγορευμένη», και στον βαθμό που δεν μπορούν τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές να δώσουν εντυπωσιακά αποτελέσματα, ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, για να αναχαιτιστεί η εκτίναξη των συνταξιοδοτικών δαπανών είναι μια αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης.

Ο πιο κοινωνικά αποδεκτός δρόμος θα ήταν, κατ’ αρχάς, μια αύξηση σε εθελοντική βάση στον δημόσιο τομέα, αν και ορισμένα στελέχη της οδού Νίκης θεωρούν αναπόφευκτη μια μεταβατική γενική, πλην πολύ μικρή αύξηση των ορίων από το 2028 ή το αργότερο το 2029, με παράλληλη αύξηση του ποσοστού αναπλήρωσης μετά τα 40 έτη.