Η γαλλική Naval Group πέτυχε μια στρατηγική νίκη υψηλού συμβολισμού, εξασφαλίζοντας παραγγελία τεσσάρων φρεγατών FDI (Βellhara) από τη Στοκχόλμη, σε μια χώρα που παραδοσιακά διατηρεί στενούς δεσμούς με τη βορειοατλαντική αμυντική βιομηχανία, σύμφωνα με ρεπορτάζ της γαλλικής Les Echos.
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα εξοπλιστικά συμβόλαια των τελευταίων ετών στην Ευρώπη και, για τη Σουηδία, τη μεγαλύτερη στρατιωτική επένδυση μετά την εισαγωγή των μαχητικών αεροσκαφών Saab Gripen τη δεκαετία του ’90.
Η συμφωνία ανέρχεται στα 3,7 δισ. ευρώ, και αφορά τέσσερις φρεγάτες πολλαπλού ρόλου, σχεδιασμένες για αποστολές αεράμυνας, ανθυποβρυχιακού πολέμου και προστασίας θαλάσσιων περιοχών.
Στρατηγική στροφή της Σουηδίας μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ το 2024, η χώρα προχωρά σε εκτεταμένη ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεών της. Η νέα συμφωνία εντάσσεται στο πλαίσιο της στρατηγικής αναβάθμισης της βόρειας πτέρυγας της Συμμαχίας και της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας.
Ο Σουηδός πρωθυπουργός Ουλφ Κρίστερσον χαρακτήρισε το πρόγραμμα ως «τριπλή ενίσχυση δυνατοτήτων στην αεράμυνα, στην κρούση και στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο», δίνοντας έμφαση στον κρίσιμο ρόλο που θα διαδραματίσουν οι νέες φρεγάτες στη Βαλτική και τον Αρκτικό κύκλο.
Από την πλευρά του, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν χαιρέτισε τη συμφωνία ως απόδειξη «αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο χωρών», υπενθυμίζοντας ότι είχε επισκεφθεί τη Σουηδία το 2024 με στόχο την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας Παρισιού–Στοκχόλμης.
Γιατί επελέγη η Naval Group
Η γαλλική πρόταση επικράτησε απέναντι στη σουηδική Saab, η οποία συνεργαζόταν με τη βρετανική Babcock, αλλά και απέναντι στην ισπανική Navantia.
Η Naval Group υπερίσχυσε σε τρία βασικά σημεία: την ταχύτητα παράδοσης, το ώριμο και ήδη επιχειρησιακό σχέδιο των φρεγατών FDI και τη δυνατότητα επιμερισμού κόστους, κυρίως μέσω της ελληνικής παραγγελίας FDI.
Η γαλλική πλευρά διαβεβαίωσε ότι μπορεί να παραδώσει την πρώτη πλήρως εξοπλισμένη φρεγάτα ήδη το 2030, ενώ οι επόμενες θα ακολουθούν με ρυθμό μία ανά έτος.
Το πρόγραμμα FDI έχει ήδη περάσει σε φάση πλήρους παραγωγής στα ναυπηγεία της Naval Group στη Λοριάν. Η πρώτη γαλλική φρεγάτα, η «Amiral Ronarc’h», παραδόθηκε στο γαλλικό Πολεμικό Ναυτικό τον Οκτώβριο του 2025, ενώ ακολουθεί η πρώτη πλήρως επιχειρησιακή ελληνική φρεγάτα (από τις τέσσερις συνολικά) μέσα στο ίδιο πρόγραμμα. Φυσικά οι διαμορφώσεις των σκαφών σε ότι αφορά οπλισμό και λοιπό εξοπλισμό είναι διαφορετικές σε κάθε χώρα.
Σημαντική εξαγωγική επιτυχία για τη Γαλλία
Για τη Naval Group, η συμφωνία αποτελεί σημαντική επιστροφή στην κορυφή της ευρωπαϊκής αμυντικής αγοράς. Τα τελευταία χρόνια ο γαλλικός όμιλος είχε υποστεί αρκετές ήττες, τόσο από τη Saab στο πολωνικό πρόγραμμα υποβρυχίων Orka όσο και από τη γερμανική TKMS στη Νορβηγία, αλλά και σε διαγωνισμούς για νορβηγικές φρεγάτες.
Η σουηδική επιλογή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική ενόψει και του διαγωνισμού της Δανίας, όπου η Naval Group ανταγωνίζεται ξανά τη βρετανική Babcock.
Συνεργασία με τη σουηδική αμυντική βιομηχανία
Παρά τη γαλλική νίκη, η Σουηδία διασφάλισε ότι θα διατηρήσει ενεργό ρόλο η εγχώρια βιομηχανία. Οι φρεγάτες θα μπορούν να ενσωματώνουν σουηδικά συστήματα, μεταξύ αυτών αντιαεροπορικούς πυραύλους της Saab, ενώ η συντήρηση και η μακροχρόνια υποστήριξη θα πραγματοποιούνται από σουηδικές εταιρείες.
Το Παρίσι εμφανίστηκε επίσης πιο ανοιχτό σε βιομηχανικές συμπράξεις από ό,τι στο παρελθόν. Η Γαλλία ανακοίνωσε παράλληλα την αγορά δύο επιπλέον αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης Global Eye της Saab, αξίας 1,1 δισ. ευρώ, για την αντικατάσταση των παλαιών AWACS.
Σε αντάλλαγμα, η Saab επωφελείται από γαλλική παραγγελία 17 ραντάρ Giraffe 1X, ενισχύοντας περαιτέρω τη διμερή συνεργασία.
Η νέα μάχη στην αμυντική βιομηχανία
Η συμφωνία αναδεικνύει και μια βαθύτερη μεταβολή στην παγκόσμια αμυντική βιομηχανία. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι παραδοσιακοί αμυντικοί κολοσσοί, όπως η Naval Group, η Thales και η Saab, που διαθέτουν εμπειρία, βαριά βιομηχανική υποδομή και κρίσιμες τεχνολογίες.
Από την άλλη, αναδύονται νέες εταιρείες τεχνολογίας και άμυνας με έντονο «ψηφιακό DNA», οι οποίες επενδύουν σε drones, τεχνητή νοημοσύνη, λογισμικό και αυτόνομα συστήματα. Οι νεοεισερχόμενοι επιδιώκουν να αλλάξουν το παραδοσιακό μοντέλο ανάπτυξης οπλικών συστημάτων, εισάγοντας πιο γρήγορους κύκλους εξέλιξης και λογική συνεχών αναβαθμίσεων μέσω software.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αμερικανική Anduril, η οποία αποτιμάται ήδη στα 60 δισ. δολάρια, περισσότερο από την αποτίμηση της Thales, που ανέρχεται περίπου στα 47 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, παρά τη ραγδαία άνοδο των νέων παικτών, τα μεγάλα και κρίσιμα οπλικά συστήματα, όπως φρεγάτες, υποβρύχια και στρατηγικοί πύραυλοι, εξακολουθούν να απαιτούν την τεχνογνωσία και την αξιοπιστία των παραδοσιακών αμυντικών βιομηχανιών.
Η μάχη ανάμεσα στους «παλιούς» και τους «νέους» της αμυντικής τεχνολογίας μόλις ξεκινά και αναμένεται ιδιαίτερα σκληρή.
