Μιλάμε όλο και λιγότερο: Λέμε 30% λιγότερες λέξεις από ό,τι πριν από 20 χρόνια

Νέα μελέτη δείχνει ότι μιλάμε αισθητά λιγότερο, με τον αριθμό των λέξεων που χρησιμοποιούμε καθημερινά να μειώνεται σταθερά.

Κοπέλες με κινητά © Unsplash

Η καθημερινότητά μας έχει γίνει πιο γρήγορη και πιο αυτοματοποιημένη, όμως μαζί με τον χρόνο που κερδίζουμε φαίνεται πως χάνονται και πολλές από τις μικρές συζητήσεις που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητες. Από τις εφαρμογές delivery μέχρι τα self-checkout και τις ψηφιακές υπηρεσίες, όλο και περισσότερες συναλλαγές ολοκληρώνονται πλέον χωρίς να χρειαστεί να ανταλλάξουμε ούτε μία λέξη με κάποιον άλλο.

Αυτή η αλλαγή αποτυπώνεται πλέον και στους αριθμούς. Νέα μελέτη δείχνει ότι ο μέσος άνθρωπος μιλά αισθητά λιγότερο σε σχέση με πριν από δύο δεκαετίες, καθώς οι καθημερινές ευκαιρίες για σύντομες κοινωνικές επαφές περιορίζονται.

Όπως αναφέρει το Fortune, οι Valeria Pfeifer του University of Missouri–Kansas City και Matthias Mehl του University of Arizona διαπίστωσαν ότι μέσα στα χρόνια που εξέτασαν καταγράφεται σταθερή μείωση στον αριθμό των λέξεων που χρησιμοποιούμε καθημερινά.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Perspectives on Psychological Science, δείχνει ότι μέσα στην περίοδο που εξετάστηκε η καθημερινή ομιλία μειώθηκε κατά περίπου 28%. Από τις 15.959 λέξεις ημερησίως το 2007, ο μέσος όρος υποχώρησε στις 12.792 λέξεις στην πιο πρόσφατη εκτίμηση.

Οι νέοι μιλούν ακόμη λιγότερο

Οι ερευνητές συγκέντρωσαν στοιχεία από 22 διαφορετικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν από το 2005 έως το 2019 και αφορούσαν 2.197 άτομα ηλικίας από 10 έως 94 ετών, κυρίως στις ΗΠΑ αλλά και στο Μεξικό, την Αυστραλία και την Ευρώπη.

Οι συμμετέχοντες φορούσαν ειδικές συσκευές που κατέγραφαν κατά διαστήματα ήχους από την καθημερινότητά τους, επιτρέποντας στους επιστήμονες να εκτιμήσουν πόσες λέξεις χρησιμοποιούσαν.

Η πτώση ήταν ακόμη μεγαλύτερη στους νεότερους. Τα άτομα κάτω των 25 ετών εμφάνισαν μείωση περίπου 451 λέξεων τον χρόνο, έναντι 314 λέξεων για όσους ήταν 25 ετών και άνω. Πρόκειται για ρυθμό υποχώρησης κατά 44% μεγαλύτερο στη νεότερη ηλικιακή ομάδα.

Η Pfeifer αποφεύγει πάντως να αποδώσει το φαινόμενο αποκλειστικά στην τεχνολογία. Αντίθετα, εστιάζει σε αυτό που περιγράφεται ως «οικονομία της ευκολίας».

Delivery, self-checkout και η εξαφάνιση των μικρών συζητήσεων

Η παραγγελία φαγητού μέσω εφαρμογής αντί για μια επίσκεψη σε εστιατόριο, η παράδοση των αγορών του σούπερ μάρκετ στο σπίτι και τα αυτόματα ταμεία περιορίζουν καθημερινές συναλλαγές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια απαιτούσαν έστω και μια σύντομη συνομιλία.

Η λογική είναι απλή: όσο περισσότερο εκτιμάται ο προσωπικός χρόνος, τόσο μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια να εξαλειφθούν οι «περιττές» καθυστερήσεις. Μαζί τους, όμως, εξαφανίζονται και δεκάδες μικρές ανθρώπινες επαφές.

Η Pfeifer χρησιμοποιεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τα self-checkout. Είναι ταχύτερα επειδή ο πελάτης δεν χρειάζεται να περιμένει ή να συνομιλήσει με τον ταμία. Σκανάρει τα προϊόντα του και φεύγει.

Παρόμοια ευρήματα έχει καταγράψει η Jessica Finlay, επίκουρη καθηγήτρια Γεωγραφίας στο University of Colorado Boulder, μελετώντας τους λεγόμενους «τρίτους χώρους» – τους χώρους δηλαδή εκτός σπιτιού και εργασίας όπου πραγματοποιούνται ανεπίσημες κοινωνικές επαφές.

Ακόμη και μια επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ, σύμφωνα με την έρευνά της που επικαλείται το Fortune, λειτουργεί σήμερα λιγότερο ως ευκαιρία κοινωνικής συναναστροφής. Οι καταναλωτές έχουν την τάση να μπαίνουν, να ψωνίζουν και να φεύγουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

Πότε ο χρόνος θεωρείται «χαμένος»

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και η αντίληψη ότι κάθε λεπτό πρέπει να είναι παραγωγικό. Η Pfeifer επισημαίνει ότι ο χρόνος αναμονής χαρακτηρίζεται συχνά «χαμένος», παρότι μπορεί να δημιουργεί ευκαιρίες για αυθόρμητες συζητήσεις ή απλώς για ένα διάλειμμα από τη διαρκή πίεση της παραγωγικότητας.

Ακόμη και τα χόμπι, σημειώνει, συνδέονται όλο και περισσότερο με κάποιο μετρήσιμο αποτέλεσμα: έναν διαγωνισμό, μια επίδοση, μια εμπορική δραστηριότητα ή κάτι που μπορεί να προβληθεί δημόσια.

Η μελέτη σταματά στο 2019, πριν δηλαδή από την πανδημία. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η εξάπλωση της τηλεργασίας και η κοινωνική αποστασιοποίηση ενδέχεται να έχουν ενισχύσει ακόμη περισσότερο την τάση, περιορίζοντας ορισμένες από τις τελευταίες σταθερές ευκαιρίες για καθημερινή διά ζώσης επικοινωνία.

Η σύνδεση με τη «μοναξιά»

Η μείωση των συζητήσεων εξετάζεται επίσης σε σχέση με την αυξανόμενη κοινωνική απομόνωση. Οι ερευνητές ξεκαθαρίζουν ότι δεν έχει αποδειχθεί σχέση αιτίου-αποτελέσματος, ωστόσο περισσότερες συνομιλίες έχουν συνδεθεί με θετικότερα συναισθήματα και υψηλότερα επίπεδα ψυχολογικής ευεξίας.

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Fortune, η μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση κοστίζουν στην αμερικανική οικονομία περίπου 406 δισ. δολάρια ετησίως σε απώλειες παραγωγικότητας και δαπάνες υγείας, ενώ προηγούμενες έρευνες έχουν συγκρίνει τον κίνδυνο θνησιμότητας από τη χρόνια απομόνωση με εκείνον που συνδέεται με το κάπνισμα 15 τσιγάρων ημερησίως.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι «χαμένες» λέξεις δεν προέρχονται απαραίτητα από μία μεγάλη συζήτηση που εξαφανίστηκε από την ημέρα μας. Είναι διάσπαρτες σε δεκάδες μικρές ανταλλαγές: μια κουβέντα στο ταμείο, έναν χαιρετισμό στη γειτονιά, λίγα λόγια σε ένα κατάστημα ή μια σύντομη συνομιλία με έναν συνάδελφο.

Και τα γραπτά μηνύματα, σύμφωνα με την Pfeifer, δεν αποτελούν πλήρες υποκατάστατο. Η διά ζώσης συνομιλία απαιτεί άμεση προσοχή και ανταπόκριση, ενώ ένα μήνυμα μπορεί να μείνει αναπάντητο για ώρες ή ακόμη και να αγνοηθεί.

Ίσως, λοιπόν, η αντιστροφή της τάσης να μην απαιτεί θεαματικές αλλαγές. Όπως σημειώνει η ερευνήτρια, ακόμη και μια λίγο μεγαλύτερη απάντηση στην απλή ερώτηση «πώς ήταν η μέρα σου;» μπορεί να αποτελέσει μια μικρή αρχή.