ΗΠΑ σε Ιράν: Έρχονται οι σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία – Στο κάδρο και η Κίνα

Ο Σκοτ Μπέσεντ προαναγγέλλει νέο πακέτο μέτρων τη Δευτέρα. Προειδοποίηση σε χώρες που στηρίζουν το Ιράν, στο επίκεντρο η Κίνα

Ιράν © Hormuz will remain closed until the United States lifts its blockade and ends sanctions

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ετοιμάζονται να επιβάλουν ένα νέο, ιδιαίτερα αυστηρό πακέτο κυρώσεων κατά του Ιράν, με τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να κάνει λόγο για «τις σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία» και να αναφέρει ότι περισσότερες λεπτομέρειες θα ανακοινωθούν τη Δευτέρα.

Όπως μεταδίδει το Reuters, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να εντείνει στο μέγιστο την οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη, αφήνοντας ταυτόχρονα να εννοηθεί ότι η επιλογή αυτή θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη για νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση.

Οι δηλώσεις Μπέσεντ ήρθαν μία ημέρα μετά την απειλή του Ντόναλντ Τραμπ για «οικονομικό πόλεμο» και την προειδοποίησή του ότι οποιαδήποτε χώρα προσφέρει «οποιοδήποτε είδος σανίδας σωτηρίας» στο Ιράν θα βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρές οικονομικές συνέπειες.

Η νέα κλιμάκωση της αμερικανικής ρητορικής έχει επαναφέρει στο επίκεντρο και την αγορά πετρελαίου, καθώς η σύγκρουση που διαρκεί σχεδόν έξι μήνες έχει περιορίσει τις ροές από τη Μέση Ανατολή και έχει επηρεάσει τις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Μετά το άλμα της Πέμπτης, οι τιμές πετρελαίου υποχωρούν ελαφρώς την Παρασκευή. Το μπρεντ κινείται κοντά στα 93,55 δολάρια το βαρέλι, με πτώση περίπου 0,3%, ενώ το αμερικανικό WTI βρίσκεται περίπου στα 86,50 δολάρια, καταγράφοντας απώλειες 0,4%. Παρά τη μικρή διόρθωση, το μπρεντ οδεύει προς εβδομαδιαία άνοδο άνω του 7% και το WTI άνω του 8%, παραμένοντας κοντά στα υψηλότερα επίπεδα από τα τέλη Ιουλίου.

Μπέσεντ: Οικονομική πίεση αντί νέας μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών εμφανίστηκε να αμφισβητεί την άμεση αντίδραση της αγοράς πετρελαίου στις απειλές της Ουάσιγκτον, υποστηρίζοντας ότι η στρατηγική της μέγιστης οικονομικής πίεσης θα μπορούσε να μειώσει την πιθανότητα μιας νέας εκτεταμένης στρατιωτικής κλιμάκωσης.

«Αν ασκούμε τη μέγιστη οικονομική πίεση, τότε αυτό σημαίνει ότι πιθανότατα δεν θα υπάρξει επανέναρξη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων», δήλωσε στο CNBC.

Η σύγκρουση έχει προκαλέσει χιλιάδες θανάτους και έχει εμπλέξει κράτη του Κόλπου, ενώ έχει αναδείξει τη δυνατότητα του Ιράν να περιορίζει τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ. Πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών, από τη συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδο περνούσε περίπου το ένα πέμπτο του πετρελαίου που διακινείται παγκοσμίως.

ΗΠΑ και Ιράν είχαν ανακοινώσει δύο φορές συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός, τον Απρίλιο και τον Ιούνιο, με στόχο μεταξύ άλλων την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά. Και οι δύο συμφωνίες, ωστόσο, κατέρρευσαν σύντομα.

Στο επίκεντρο η Κίνα

Ο Μπέσεντ δήλωσε ότι τη Δευτέρα 24 Αυγούστου θα παρουσιάσει περισσότερες λεπτομέρειες για το νέο πακέτο μέτρων και θα εξηγήσει «ακριβώς τι πρόκειται να κάνουμε» απέναντι στο Ιράν.

«Είναι ένα διπλό χτύπημα. Έχουμε τον αποκλεισμό και θα έχουμε τις σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία», ανέφερε, προσθέτοντας ότι στόχος της Ουάσιγκτον είναι να ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό η οικονομική πίεση ώστε να αποσταθεροποιηθεί το ιρανικό καθεστώς.

Κρίσιμος παράγοντας για την αποτελεσματικότητα των αμερικανικών μέτρων είναι η στάση της Κίνας. Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler για το 2025 που επικαλείται το Reuters, η Κίνα απορροφά πάνω από το 80% των θαλάσσιων εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν.

Ερωτηθείς εάν η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να επιβάλει κυρώσεις και στο Πεκίνο για τις οικονομικές συναλλαγές του με την Τεχεράνη, ο Μπέσεντ απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση, σημειώνοντας ότι ορισμένες συζητήσεις είναι προτιμότερο να γίνονται κατ’ ιδίαν. Υπογράμμισε πάντως ότι περίπου το 50% της ενεργειακής τροφοδοσίας της Κίνας προέρχεται από τον Κόλπο και κάλεσε το Πεκίνο να συνταχθεί με την αμερικανική στρατηγική.

Η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον απάντησε ότι «οι κυρώσεις και η πίεση δεν βοηθούν στην επίλυση του προβλήματος», καλώντας τις εμπλεκόμενες πλευρές να κινηθούν προς πολιτική και διπλωματική λύση.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος χαρακτήρισε την οικονομική πίεση το «πιο αποτελεσματικό εργαλείο» της Ουάσιγκτον απέναντι στο Ιράν. Μιλώντας σε podcast, σύμφωνα με το CNBC, παραδέχθηκε ότι πρόκειται για μια «λεπτή ισορροπία», καθώς και οι δύο πλευρές επιχειρούν να αυξήσουν την πίεση, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι τις τελευταίες εβδομάδες η Τεχεράνη βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση.

Ο Βανς στάθηκε ιδιαίτερα στα Στενά του Ορμούζ, τα οποία χαρακτήρισε βασικό μοχλό πίεσης του Ιράν. Ανέφερε ότι στόχος των ΗΠΑ είναι να διασφαλιστεί επαρκής ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου ώστε να περιοριστεί η πίεση στις τιμές ενέργειας. Ωστόσο, τα στοιχεία της Kpler που επικαλείται το CNBC δείχνουν ότι η κίνηση παραμένει εξαιρετικά χαμηλή: τη Δευτέρα καταγράφηκαν μόλις 10 διελεύσεις πλοίων και την Κυριακή δύο, έναντι περίπου 130 ημερησίως πριν από τον πόλεμο.

Η αντίδραση του Ιράν

Από την πλευρά της, η Τεχεράνη καταδίκασε τις νέες αμερικανικές απειλές. Το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε τις οικονομικές και εμπορικές κυρώσεις «οικονομική τρομοκρατία», υποστηρίζοντας ότι δεν πρόκειται να κάμψουν την αποφασιστικότητα της χώρας να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία και την εθνική κυριαρχία της.

Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί υποστήριξε επίσης ότι οι δηλώσεις Τραμπ αποσκοπούν στην απόσπαση της προσοχής της αμερικανικής κοινής γνώμης από τα οικονομικά προβλήματα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, επικαλούμενος μεταξύ άλλων το υψηλό δημόσιο χρέος και την άνοδο των επιτοκίων.

Ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει μέσω ανάρτησής του ότι οποιαδήποτε χώρα επιτρέπει σε τράπεζες, επιχειρήσεις, αεροδρόμια ή κρατικούς φορείς της να παρέχουν στήριξη προς το Ιράν θα αντιμετωπίσει «τεράστιες οικονομικές συνέπειες». Δεν διευκρίνισε, ωστόσο, ποια συγκεκριμένα μέτρα σκοπεύει να λάβει η αμερικανική κυβέρνηση ούτε ποιες χώρες θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο.