ΗΠΑ: Πτώση στις αιτήσεις στεγαστικών δανείων λόγω επιτοκίων

Η υποχώρηση της ζήτησης για στεγαστικά δάνεια αντικατοπτρίζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η αμερικανική αγορά ακινήτων

Γιατί οι Αμερικανοί ρισκάρουν με δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου © EPA/JOHN G. MABANGLO

Η απότομη αύξηση των επιτοκίων στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ στο υψηλότερο επίπεδο από το 2024 οδήγησε σε νέα υποχώρηση τη ζήτηση και ώθησε σημαντική μερίδα δανειοληπτών προς επιλογές μεγαλύτερου ρίσκου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ένωσης Τραπεζών Στεγαστικής Πίστης (MBA), ο συνολικός όγκος των αιτήσεων υποχώρησε κατά 1,5% σε εβδομαδιαία βάση, καθώς το μέσο σταθερό επιτόκιο 30 ετών αυξήθηκε στο 7,12% από 6,97%.

Η άνοδος αυτή επηρέασε άμεσα τις αιτήσεις επαναδιαπραγμάτευσης, οι οποίες σημείωσαν πτώση 3% σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα και βρέθηκαν κατά 62% χαμηλότερα σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, φτάνοντας στο χαμηλότερο σημείο από τον Φεβρουάριο του 2025.

Παράλληλα, οι αιτήσεις για λήψη νέων δανείων αγοράς κατοικίας μειώθηκαν κατά 1% εβδομαδιαίως και 11% σε ετήσια βάση. Αν και η φθινοπωρινή περίοδος θεωρείται παραδοσιακά η δεύτερη πιο δραστήρια για την αγορά ακινήτων, οι κτηματομεσίτες καταγράφουν αισθητή επιβράδυνση λόγω του αυξημένου κόστους δανεισμού.

Στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν χαμηλότερες μηνιαίες δόσεις, οι αγοραστές στρέφονται πλέον σε δάνεια προσαρμοζόμενου επιτοκίου (ARMs). Το ποσοστό αυτών των δανείων επί του συνόλου των αιτήσεων ανήλθε στο 9,8%, καταγράφοντας αύξηση από το 8,4% της προηγούμενης εβδομάδας, όταν στα πρώτα χρόνια της πανδημίας μόλις που άγγιζε το 3%.

Η μετατόπιση αυτή εξξηγείται από το γεγονός ότι τα επιτόκια των προσαρμοζόμενων δανείων πενταετούς διάρκειας ήταν περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα από τα αντίστοιχα σταθερά.

Αν και τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου προσφέρουν χαμηλότερη αρχική επιβάρυνση, ενέχουν σημαντικό ρίσκο, καθώς μετά την πρώτη περίοδο το επιτόκιο αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς. Πάντως, στο ξεκίνημα της τρέχουσας εβδομάδας τα επιτόκια σημείωσαν ελαφρά υποχώρηση, ακολουθώντας την πτώση των τιμών του πετρελαίου και των αποδόσεων των ομολόγων.