Την πρόθεσή του να εξασφαλίσει συμφωνία βελτίωσης των εμπορικών σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής που θα πραγματοποιηθεί τον επόμενο μήνα, εξέφρασε ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ.
Παράλληλα, κάλεσε το βρετανικό κοινοβούλιο να στηρίξει τις προσπάθειές του για οικοδόμηση στενότερων σχέσεων με την ΕΕ σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, επαναφέροντας ουσιαστικά στο προσκήνιο τη συζήτηση για το Brexit.
Με αφορμή την επανέναρξη των κοινοβουλευτικών εργασιών στο Λονδίνο, ο Μπέρναμ, ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην ΕΕ στο δημοψήφισμα του 2016, επιβεβαίωσε ότι η σύνοδος κορυφής Ηνωμένου Βασιλείου-Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πραγματοποιηθεί στις 20 Νοεμβρίου.
Η συνάντηση είχε αναβληθεί μετά την παραίτηση του προκατόχου του Κιρ Στάρμερ.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός εξέφρασε την ελπίδα ότι θα επιτευχθεί πρόοδος όσον αφορά την ευθυγράμμιση των προτύπων ασφάλειας και ποιότητας των τροφίμων, τη διασύνδεση των αντίστοιχων συστημάτων εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων και τη διευκόλυνση περισσότερων νέων ανθρώπων να ζουν, να εργάζονται και να σπουδάζουν στο εξωτερικό.
Όπως υποστήριξε, οι εν λόγω παρεμβάσεις θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.
Ωστόσο, προβληματισμό και αντιδράσεις στο βρετανικό κοινοβούλιο προκάλεσε το ευρύτερο όραμά του για στενότερες μακροπρόθεσμες σχέσεις με την ΕΕ.
Στόχος η προσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση στο μέλλον
Ο Μπέρναμ επανέλαβε την αποφασιστικότητά του να εξετάσει η Βρετανία τις διαθέσιμες επιλογές για τη μελλοντική σχέση της με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
«Είναι προς το συμφέρον της Βρετανίας να εξασφαλίσει συμφωνία προς αυτή την κατεύθυνση. Πιστεύω ότι οι πιθανότητές μας να το πετύχουμε θα ενισχυθούν εάν είμαστε ανοιχτοί σε μια συζήτηση για τη μακροπρόθεσμη σχέση μας με την ΕΕ», δήλωσε ενώπιον του κοινοβουλίου.
«Εάν θέλουμε στ’ αλήθεια να προωθήσουμε την ανάπτυξη, να ελέγξουμε τη μετανάστευση και να υπερασπιστούμε τις αξίες και την ασφάλειά μας, πρέπει να κάνουμε αυτή τη συζήτηση. Η διατήρηση της σημερινής κατάστασης δεν αρκεί για τη Βρετανία», πρόσθεσε.
Σε αντίθεση με τον Κιρ Στάρμερ, ο οποίος είχε αποφύγει να αναζωπυρώσει τη βαθιά διχαστική συζήτηση, ο Μπέρναμ υποστηρίζει ότι η Βρετανία δεν έχει αποκομίσει τα αναμενόμενα οφέλη από την αποχώρησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για τον λόγο αυτό θεωρεί ότι η χώρα πρέπει να επανεξετάσει τις σχέσεις της με τις Βρυξέλλες, με μια «ψύχραιμη και ρεαλιστική ματιά».
Οι δηλώσεις του επαναφέρουν μια αντιπαράθεση που έχει διχάσει τη βρετανική κοινωνία από το δημοψήφισμα του 2016, όταν το 52% των ψηφοφόρων τάχθηκε υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ και το 48% υπέρ της παραμονής.
Οι αντιδράσεις των Συντηρητικών και των Φιλελεύθερων Δημοκρατών
Η Κέμι Μπάντενοχ, επικεφαλής των Συντηρητικών, του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης, απέρριψε την άποψη ότι η επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα επιλύσει τα προβλήματα της Βρετανίας.
Χαρακτήρισε μάλιστα μια τέτοια προσέγγιση ως «επιφανειακή», υποστηρίζοντας ότι η επανένταξη στην ΕΕ δεν αποτελεί από μόνη της λύση στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα.
Αντίθετα, ο ηγέτης των Φιλελεύθερων Δημοκρατών Εντ Ντέιβι υποστήριξε ότι η Βρετανία θα πρέπει να επιστρέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως πλήρες κράτος-μέλος.
Ο Μπέρναμ επανέλαβε ότι οποιαδήποτε μελλοντική απόφαση για τη σχέση της χώρας με την ΕΕ θα ληφθεί από τον ίδιο τον βρετανικό λαό.
Όπως ανέφερε, κάποια στιγμή στο μέλλον οι πολίτες θα κληθούν να εξετάσουν τις διαφορετικές επιλογές για τη διαμόρφωση της σχέσης του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις
Ο Βρετανός πρωθυπουργός επικαλέστηκε δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι, μετά το Brexit, η κοινή γνώμη έχει μετατοπιστεί υπέρ της επανένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, η υποστήριξη μιας τέτοιας προοπτικής συχνά περιορίζεται όταν οι πολίτες ερωτώνται για συγκεκριμένες υποχρεώσεις που θα μπορούσε να συνεπάγεται η επιστροφή.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η οικονομική συνεισφορά στον προϋπολογισμό της ΕΕ και η υιοθέτηση του ευρώ.
«Είμαι πεπεισμένος ότι η κοινή γνώμη υποστηρίζει σήμερα μια ρεαλιστική προσέγγιση, όπως αυτή που προτείνω», δήλωσε ο Μπέρναμ.
«Αυτή την πορεία χρειαζόμαστε για να βάλουμε τέλος σε μια δεκαετία στασιμότητας και διχασμού και να οδηγήσουμε τη χώρα μπροστά», κατέληξε.
