Οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν παραμείνει ανθεκτικές, στηριζόμενες στην ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και στις υψηλές εταιρικές κερδοφορίες, ενώ οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες εξακολουθούν να είναι σχετικά ευνοϊκές, ωστόσο δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού, σημειώνει το ΔΝΤ στην έκθεσή του για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.
Όπως προειδοποιεί, εντείνονται τρεις βασικοί κίνδυνοι, καθένας από τους οποίους θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερες αναταράξεις: η διόρθωση των αγορών που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη, η απότομη άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και οι κυβερνοεπιθέσεις.
Οι ευπάθειες που συσσωρεύονται κάτω από την επιφάνεια των αγορών ενδέχεται να καθορίσουν την έκταση των επιπτώσεων σε περίπτωση εκδήλωσης τέτοιων κινδύνων, όπως αναλύεται στην τελευταία Έκθεση Παγκόσμιας Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Global Financial Stability Report) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Τυχόν διόρθωση στις αγορές που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να προκαλέσει εκτεταμένη απομόχλευση σε διαφορετικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων. Πιθανό σοκ στις αποδόσεις των ομολόγων θα οδηγούσε σε ανατιμολόγηση των περιουσιακών στοιχείων μειώνοντας την αξία των ομολόγων που χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές.
Αντίστοιχα, μια κυβερνοεπίθεση είναι δυνατόν να διαταράξει κρίσιμες λειτουργίες και να κλονίσει την εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Τα υψηλά επίπεδα δανεισμού, η περιορισμένη ρευστότητα και οι ολοένα στενότερες διασυνδέσεις μεταξύ των αγορών θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις επιπτώσεις, μετατρέποντας μεμονωμένα επεισόδια σε ευρύτερες χρηματοπιστωτικές αναταράξεις.
Η υπερβολική εξάρτηση από την τεχνητή νοημοσύνη
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει εξελιχθεί σε σημαντικό πυλώνα στήριξης της παγκόσμιας οικονομίας και των χρηματοπιστωτικών αγορών, όπως επισημαίνεται και στην έκθεση του ΔΝΤ για τις Παγκόσμιες Οικονομικές Προοπτικές (World Economic Outlook).
Οι επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων (data centers), ημιαγωγούς και συναφείς υποδομές έχουν ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα, ενώ οι επιχειρήσεις που πρωταγωνιστούν στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης έχουν καταγράψει εξαιρετικά υψηλή αύξηση κερδών.
Ωστόσο, η επιβράδυνση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη ή η υποχώρηση της κερδοφορίας θα μπορούσε να διαψεύσει τις αισιόδοξες προσδοκίες και να πυροδοτήσει διόρθωση στις αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με τον εν λόγω κλάδο.
Η αυξανόμενη μόχλευση δεν αποκλείεται να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια τέτοια διόρθωση.
Οι λεγόμενοι hyperscalers, δηλαδή οι μεγαλύτεροι διαχειριστές κέντρων δεδομένων, αυξάνουν διαρκώς τον δανεισμό τους, ενώ παράλληλα οι επενδυτές καταφεύγουν όλο και περισσότερο στη μόχλευση για να τοποθετηθούν σε μετοχές εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, σημειώνει το ΔΝΤ.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα σχήματα κυκλικής χρηματοδότησης στον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία περιλαμβάνουν ροές κεφαλαίων και δανείων μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου οικοσυστήματος.
Τα σχήματα αυτά υποδηλώνουν ότι ενδεχόμενες δυσκολίες σε μεγάλες εταιρείες που δέχονται επενδύσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε καθοδική αναθεώρηση των προβλέψεων εσόδων και των επενδυτικών αποτιμήσεων. Αυτό, με τη σειρά του, θα αποδυνάμωνε την αξία του χρέους που έχει συσσωρευτεί στο πλαίσιο αυτών των συμφωνιών.
Η ανάλυση του ΔΝΤ σε 14 τέτοιες συναλλαγές από το 2023 εντόπισε περίπου 300 δισ. δολάρια σε επενδύσεις ιδίων κεφαλαίων και 650 δισ. δολάρια σε δανεισμό, με αντάλλαγμα δεσμεύσεις για μελλοντικά έσοδα ύψους 1,4 τρισ. δολαρίων.
Οι κίνδυνοι από το δημόσιο χρέος
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί, καθώς επανεμφανίζονται πληθωριστικές πιέσεις λόγω των υψηλότερων τιμών της ενέργειας, εντείνονται οι δημοσιονομικές ανησυχίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η οικονομική ανάπτυξη αποδεικνύεται ισχυρότερη από τις προβλέψεις.
Είναι πιθανό οι αποδόσεις των ομολόγων να επιστρέφουν στα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, όταν η ανάπτυξη και ο πληθωρισμός ήταν υψηλότεροι σε σύγκριση με τη δεκαετία του 2010.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, αυξάνονται οι κίνδυνοι δημιουργίας αρνητικών φαύλων κύκλων, που συνδέονται με τη διεύρυνση των δημοσιονομικών ανισορροπιών και τις συναλλαγές υψηλής μόχλευσης στις αγορές ομολόγων.
Επιπλέον, καθώς οι κεντρικές τράπεζες περιορίζουν το μέγεθος των ισολογισμών τους, η μεγαλύτερη εξάρτηση των αγορών από επενδυτές που αντιδρούν έντονα στις μεταβολές των τιμών θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τη μεταβλητότητα των αποδόσεων.
Δεδομένου ότι τα κρατικά ομόλογα αποτελούν θεμέλιο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι συνέπειες της περαιτέρω αύξησης των αποδόσεων θα μπορούσαν να επεκταθούν πολύ πέρα από το δημόσιο χρέος.
Οι υψηλότερες αποδόσεις ενδέχεται να αυξήσουν περαιτέρω τα προεξοφλητικά επιτόκια και να συμπιέσουν τις αποτιμήσεις άλλων περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Παράλληλα, θα μπορούσαν να μειώσουν την αξία των ομολόγων που χρησιμοποιούνται ως ενέχυρα σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές.
Αυξανόμενος συστημικός κίνδυνος οι κυβερνοεπιθέσεις
Καθώς ο χρηματοπιστωτικός τομέας γίνεται ολοένα πιο ψηφιακός και διασυνδεδεμένος, οι κυβερνοεπιθέσεις αναδεικνύονται σε αυξανόμενη πηγή συστημικού κινδύνου.
Ένα σοβαρό περιστατικό θα μπορούσε να διαταράξει τις πληρωμές, τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, την πρόσβαση σε τραπεζικές καταθέσεις ή άλλες κρίσιμες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.
Ο κίνδυνος είναι ιδιαίτερα μεγάλος εάν μια επίθεση πλήξει ένα σημαντικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, ένα σύστημα πληρωμών, έναν πάροχο υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους ή μια πλατφόρμα λογισμικού.
Σε τέτοια περίπτωση, η διαταραχή θα μπορούσε να εξαπλωθεί σε ολόκληρο το ολοένα πιο διασυνδεδεμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι κυβερνοαπειλές είναι συχνά δύσκολο να περιοριστούν.
Σε περισσότερο από το 70% των περιστατικών που έχουν αναφερθεί μέχρι στιγμής φέτος, οι πάροχοι λογισμικού είχαν ελάχιστο ή καθόλου χρόνο να διορθώσουν τις ευπάθειες των συστημάτων τους προτού αυτές αξιοποιηθούν από επιτιθέμενους.
Το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο σε σχέση με το 2021, όταν οι πάροχοι είχαν συνήθως σχεδόν 300 μέρες στη διάθεσή τους για να αντιμετωπίσουν τα κενά ασφαλείας.
Τα πιο προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν να επιταχύνουν τόσο τις κυβερνοεπιθέσεις όσο και τους μηχανισμούς άμυνας.
Η εξέλιξη αυτή καθιστά ακόμη σημαντικότερη την ενίσχυση της κυβερνοανθεκτικότητας, την αναφορά περιστατικών, την προετοιμασία για τη διαχείριση κρίσεων και την εποπτεία των κρίσιμων εξωτερικών παρόχων υπηρεσιών.
Τα ευάλωτα σημεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος
Οι υποκείμενες ευπάθειες του χρηματοπιστωτικού συστήματος θα μπορούσαν να πολλαπλασιάσουν τις επιπτώσεις των τριών αυτών κινδύνων και να οδηγήσουν σε κρίσεις συστημικού χαρακτήρα.
Παρότι οι τράπεζες παγκοσμίως, που αποτελούν τον πυρήνα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, παραμένουν συνολικά ανθεκτικές ακόμη και υπό το δυσμενές σενάριο των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του ΔΝΤ, εξακολουθούν να υπάρχουν αδύναμοι κρίκοι.
Τράπεζες που αντιπροσωπεύουν το 22% των συνολικών τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων παγκοσμίως θα εμφάνιζαν, μετά την εφαρμογή του δυσμενούς σεναρίου, δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας χαμηλότερους από τα κανονιστικά όρια.
Το αντίστοιχο ποσοστό πριν από έναν χρόνο ήταν 18%.
Επιπλέον, οι διασυνδέσεις αυτών των τραπεζών με μη τραπεζικούς χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές γίνονται ολοένα στενότερες, δημιουργώντας πρόσθετους διαύλους μετάδοσης χρηματοπιστωτικών πιέσεων.
Πέρα από τον τραπεζικό κλάδο, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν αυξήσει σταδιακά τις τοποθετήσεις τους σε μη ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία και παράγωγα, ενώ παράλληλα βασίζονται ολοένα περισσότερο στους ίδιους διαχειριστές κεφαλαίων.
Η εξέλιξη αυτή αυξάνει τον κίνδυνο, σε περιόδους έντονων αναταράξεων, τα ιδρύματα να αντιμετωπίσουν αιφνίδιες ανάγκες ρευστότητας λόγω απαιτήσεων για πρόσθετες εξασφαλίσεις (margin calls).
Σε τέτοια περίπτωση, θα μπορούσαν να αντιδράσουν με παρόμοιο τρόπο, για παράδειγμα προχωρώντας σε ταυτόχρονες πωλήσεις των ίδιων περιουσιακών στοιχείων, ενισχύοντας έτσι τις διακυμάνσεις των αγορών.
Ορισμένοι απ’ αυτούς τους οργανισμούς διατηρούν επίσης τοποθετήσεις σε μη ρευστοποιήσιμα ιδιωτικά δάνεια (private credit), τα οποία αποτελούν έναν ακόμη πιθανό μηχανισμό ενίσχυσης των πιέσεων.
Οι κίνδυνοι στην ιδιωτική πίστη
Την ίδια στιγμή, καθώς οι δανειολήπτες έχουν αυξήσει τη μόχλευσή τους, ορισμένα επενδυτικά κεφάλαια που δραστηριοποιούνται στον απευθείας δανεισμό έχουν αναλάβει δεσμεύσεις να παρέχουν χρηματοδότηση όποτε αυτή ζητηθεί.
Εάν γίνουν πιο περιοριστικές οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες, οι δανειολήπτες θα μπορούσαν να ενεργοποιήσουν αυτές τις πιστωτικές γραμμές ακριβώς τη στιγμή που τα ίδια τα κεφάλαια τα οποία τις παρέχουν θα αντιμετώπιζαν πιέσεις ρευστότητας.
Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε ακόμη περισσότερο την παροχή πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις που τις έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, με συνέπειες για την ευρύτερη οικονομία.
Στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες, οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν επίσης αυξηθεί, αν και τα περιθώρια απόδοσης σε σχέση με τα αντίστοιχα ομόλογα των προηγμένων οικονομιών παραμένουν σχετικά περιορισμένα.
Ωστόσο, οι πρόσφατοι παγκόσμιοι κλυδωνισμοί έχουν περιορίσει τα διαθέσιμα αποθέματα ασφαλείας αυτών των οικονομιών, αυξάνοντας την εξωτερική τους ευπάθεια και μειώνοντας την ικανότητά τους να απορροφούν νέες πιέσεις.
Οι τρεις προτεραιότητες πολιτικής για την προστασία της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας
Με το δημόσιο χρέος να παραμένει υψηλό, τις πληθωριστικές πιέσεις να επανεμφανίζονται και το κόστος δανεισμού να αυξάνεται, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής διαθέτουν σήμερα πολύ μικρότερα περιθώρια στήριξης της οικονομίας σε περίπτωση νέων κλυδωνισμών σε σχέση με το παρελθόν.
Το ΔΝΤ προσδιορίζει τρεις βασικές προτεραιότητες:
1. Διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους. Το δημόσιο χρέος πρέπει να τεθεί σε βιώσιμη πορεία, ώστε να περιοριστούν οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι.
2. Περιορισμός της μόχλευσης και των αναντιστοιχιών ρευστότητας. Απαιτείται περιορισμός της υπερβολικής μόχλευσης και των κινδύνων ρευστότητας στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης, της ιδιωτικής πίστης και άλλων μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων. Στα πιθανά μέτρα περιλαμβάνονται ειδικές κεφαλαιακές απαιτήσεις και όρια συγκέντρωσης κινδύνου για την έκθεση των τραπεζών στους συγκεκριμένους κλάδους.
3. Ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας. Οι δυνατότητες άμυνας απέναντι στις κυβερνοαπειλές πρέπει να βελτιωθούν, μεταξύ άλλων μέσω αποτελεσματικότερης αναφοράς περιστατικών και συστηματικών δοκιμών ανθεκτικότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Παράλληλα, οι αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες θα πρέπει να ανασυγκροτήσουν τα αποθέματα ασφαλείας τους όσο οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες παραμένουν σχετικά ευνοϊκές.
Η έγκαιρη και προληπτική δράση αποτελεί τον καλύτερο τρόπο προετοιμασίας απέναντι στους αυξανόμενους κινδύνους, καταλήγει το ΔΝΤ.
