Fitch: Βουνό δημοσίου χρέους 75,4 τρισ. δολ. στις ανεπτυγμένες οικονομίες

Η Fitch προειδοποιεί ότι η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων δυσκολεύει τη σταθεροποίηση του δημόσιου χρέους

Οίκος Fitch © EPA/ANDREW GOMBERT

Τον κώδωνα του κινδύνου για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους των ανεπτυγμένων οικονομιών κρούει η Fitch Ratings, επισημαίνοντας ότι η απότομη άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων κατά τη διάρκεια του 2026 δημιουργεί πρόσθετες δημοσιονομικές πιέσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία τα επίπεδα χρέους παραμένουν ήδη ιδιαίτερα υψηλά.

Σύμφωνα με την τριμηνιαία έκθεση του οίκου αξιολόγησης για τη βιωσιμότητα του κρατικού χρέους στις ανεπτυγμένες αγορές (Developed Market Sovereigns Debt Sustainability Monitor), η αύξηση του κόστους δανεισμού καθιστά ολοένα δυσκολότερη τη σταθεροποίηση της αναλογίας δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, εντείνοντας τις προκλήσεις για τις κυβερνήσεις.

Ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης υπογραμμίζει ότι οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες και σε ολόκληρη την καμπύλη αποδόσεων, με τα επιτόκια των δεκαετών τίτλων αναφοράς να φτάνουν σε πολλές περιπτώσεις στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών.

Ποιες χώρες καταγράφουν τη μεγαλύτερη άνοδο αποδόσεων

Από την αρχή του 2026, οι αποδόσεις των δεκαετών κρατικών ομολόγων στις δέκα μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες (DM10) έχουν αυξηθεί κατά μέσο όρο κατά 81 μονάδες βάσης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι μεγαλύτερες αυξήσεις παρατηρούνται κατά κανόνα στις χώρες με τις πιο αδύναμες δημοσιονομικές επιδόσεις. Συγκεκριμένα, η Fitch καταγράφει αύξηση των αποδόσεων σε Γαλλία, Ιταλία, ΗΠΑ, Ιαπωνία και Ηνωμένο Βασίλειο.

Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τις αυξανόμενες πιέσεις που αντιμετωπίζουν ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, καθώς η ανάγκη χρηματοδότησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και αναχρηματοδότησης του υφιστάμενου χρέους συμπίπτει με σημαντικά υψηλότερα επιτόκια.

Στα 75,4 τρισ. δολάρια το δημόσιο χρέος

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Fitch, το συνολικό χρέος της γενικής κυβέρνησης στις ανεπτυγμένες οικονομίες αναμένεται να αυξηθεί κατά 3,9 τρισ. δολάρια το 2026, φτάνοντας τα 75,4 τρισ. δολάρια έως το τέλος του έτους. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 102% του συνολικού ΑΕΠ των συγκεκριμένων οικονομιών.

Η επιδείνωση γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε βάθος εικοσαετίας. Πριν από 20 χρόνια, το δημόσιο χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών ανερχόταν σε 26 τρισ. δολάρια, αντιπροσωπεύοντας το 68% του ΑΕΠ τους.

Πώς τα υψηλότερα επιτόκια επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς

Η Fitch προειδοποιεί ότι, εφόσον οι αυξημένες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων διατηρηθούν, θα οδηγήσουν σταδιακά σε μεγαλύτερες δαπάνες για τόκους και σε διεύρυνση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Αυτό θα συμβεί καθώς οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αναχρηματοδοτούν ομόλογα που λήγουν, εκδίδοντας νέους τίτλους με βάση τα υψηλότερα επιτόκια που επικρατούν στις αγορές.

Ο οίκος εκτιμά ότι η διάμεση απόδοση των δεκαετών ομολόγων στις δέκα μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες βρίσκεται σήμερα 161 μονάδες βάσης υψηλότερα από το μέσο πραγματικό επιτόκιο που καταβάλλεται για το υφιστάμενο χρέος.

Ωστόσο, η επίδραση της ανόδου των αποδόσεων δεν θα αποτυπωθεί άμεσα στο σύνολο του κόστους δανεισμού. Η σχετικά μεγάλη μέση διάρκεια λήξης του κρατικού χρέους λειτουργεί ως προσωρινό ανάχωμα, καθώς σημαντικό μέρος των υφιστάμενων υποχρεώσεων εξακολουθεί να εξυπηρετείται με τα επιτόκια που είχαν διαμορφωθεί κατά την αρχική έκδοσή τους.

Η επιβάρυνση, επομένως, αναμένεται να γίνεται ολοένα πιο αισθητή όσο αυξάνεται το ποσοστό του χρέους που αναχρηματοδοτείται με τους νέους, δυσμενέστερους όρους.

Πολλές από τις μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες θα χρειαστεί να προχωρήσουν σε σημαντική βελτίωση των πρωτογενών δημοσιονομικών τους ισοζυγίων, δηλαδή των εσόδων και δαπανών πριν από την καταβολή τόκων, προκειμένου να σταθεροποιήσουν την αναλογία χρέους προς ΑΕΠ. Η προσπάθεια αυτή, ωστόσο, συναντά σημαντικά εμπόδια. Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν ήδη υψηλά και αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους. Από την άλλη, αντιμετωπίζουν διαρθρωτικές πιέσεις για περισσότερες δημόσιες δαπάνες, ενώ οι πολιτικοί περιορισμοί δυσχεραίνουν την εφαρμογή μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής.