Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εκρηκτικό μείγμα κοινωνικής δυσαρέσκειας, πολιτικής αβεβαιότητας και αυξανόμενου κόστους δανεισμού. Την ίδια ώρα, οι διαδηλώσεις σε ευρωπαϊκές χώρες και οι εκλογικές αναμετρήσεις απειλούν να περιπλέξουν τη λήψη αποφάσεων στις Βρυξέλλες.
Η εικόνα των φλεγόμενων δημαρχείων, των λεηλασιών, των συγκρούσεων με την αστυνομία και των βανδαλισμένων μνημείων προκαλεί ισχυρό σοκ στη Γαλλία, μια χώρα με μακρά ιστορία κοινωνικών εξεγέρσεων. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν χαρακτήρισε τις σκηνές «ντροπή» για τη χώρα, ενώ η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με κατηγορίες ότι υποτίμησε την έκταση και την ένταση των κινητοποιήσεων.
Τα «Κίτρινα Γιλέκα», αξιοποιώντας τη δυναμική των πρόσφατων διαδηλώσεων, προγραμματίζουν νέες, διαδοχικές κινητοποιήσεις για τις 24 και 31 Οκτωβρίου, οι οποίες θα κλιμακωθούν με τη μεγάλη δράση της 5ης Νοεμβρίου. Στο κύμα των κινητοποιήσεων προστίθενται μαθητικές και φοιτητικές οργανώσεις, οι οποίες καλούν σε διαδηλώσεις και αποκλεισμούς εκπαιδευτικών ιδρυμάτων για τις 22 και 24 Οκτωβρίου, διευρύνοντας το μέτωπο των διαμαρτυριών κατά της κυβέρνησης.
Η γαλλική κυβέρνηση αντιδρά στις κινητοποιήσεις, με τον πρωθυπουργό να ζητά την επιβολή τοπικών απαγορεύσεων κυκλοφορίας για την αποτροπή επεισοδίων, χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο κήρυξης της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Για τις 5 Νοεμβρίου έχει οριστεί πανεθνική γενική απεργία, με πέντε μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις και τα συνδικάτα των σιδηροδρομικών να καλούν εργαζόμενους και συνταξιούχους σε διαδηλώσεις με αιτήματα για μισθούς και δημόσιες υπηρεσίες.
Πίσω από τιςδιαδηλώσεις και τα επεισόδια, ωστόσο, διαμορφώνεται μια βαθύτερη κρίση. Η δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, τους χαμηλούς μισθούς, τις ελλείψεις στις δημόσιες υπηρεσίες και τις φορολογικές επιβαρύνσεις συναντά τους περιορισμούς που επιβάλλει η δημοσιονομική κατάσταση. Η παραδοσιακή απάντηση των κυβερνήσεων, δηλαδή η αύξηση των δαπανών για την εκτόνωση της κοινωνικής έντασης, γίνεται ολοένα δυσκολότερη, καθώς το κόστος δανεισμού αυξάνεται και το Παρίσι επιδιώκει να περιορίσει το έλλειμμα.
Η κρίση στη Γαλλία αποτυπώνεται στις αγορές ομολόγων. Η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών και η πολιτική αβεβαιότητα αυξάνουν τις αποδόσεις των κρατικών τίτλων εντείνοντας την πίεση στο Παρίσι καθώς περιορίζουν τα δημοσιονομικά περιθώρια και ενισχύουν τις απαιτήσεις για αυστηρότερη δημοσιονομική προσαρμογή.
Οι οίκοι αξιολόγησης παρακολουθούν στενά την πορεία του χρέους και την ικανότητα της κυβέρνησης να περιορίσει τα ελλείμματα, με τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας να καθιστούν δυσκολότερη την εξασφάλιση φθηνής χρηματοδότησης.

Το ευρώ στο χαμηλότερο επίπεδο έναντι της βρετανικής λίρας από τον Μάιο του 2025 ©Bloomberg
Η επικείμενη αξιολόγηση από την Moody’s την Παρασκευή αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον από τις αγορές, καθώς αποτυπώνει τις έντονες δημοσιονομικές και πολιτικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές οικονομίες. Η προγραμματισμένη αναθεώρηση από τη Moody’s έρχεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία.
Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονη πολιτική αποσταθεροποίηση και δυσκολίες στην ψήφιση του προϋπολογισμού, με το δημόσιο χρέος να αγγίζει το 119% του ΑΕΠ. Παρόλο που η τρέχουσα αξιολόγηση παραμένει στο Aa3, η διατήρηση του «αρνητικού» outlook (negative outlook) αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες μιας υποβάθμισης.
Παράλληλα με το γαλλικό μέτωπο, ο οίκος S&P θα δημοσιεύσει τις δικές του επικαιροποιημένες εκθέσεις για τη Γερμανία και την Ελλάδα, επαναξιολογώντας τα μακροοικονομικά τους δεδομένα και τη δημοσιονομική τους πορεία.
Υπό αυτό το πρίσμα αστάθειας, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν φαύλο κύκλο: η ανάγκη για περικοπές και λιτότητα τροφοδοτεί την κοινωνική δυσαρέσκεια, ενώ οι αναταραχές και η πολιτική αστάθεια εντείνουν τις ανησυχίες των επενδυτών, αυξάνοντας περαιτέρω την πίεση στις αγορές ομολόγων.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη Γαλλία. Από την Ισπανία και την Πορτογαλία μέχρι την Ιταλία και την Αλβανία, διαδηλωτές εκφράζουν την αγανάκτησή τους για τη στέγαση, τις τιμές, την εκπαίδευση και την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Παράλληλα, η πολιτική αβεβαιότητα στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης απειλεί να δυσχεράνει τις διαπραγματεύσεις για τον κοινοτικό προϋπολογισμό, τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας και τις κοινές ευρωπαϊκές προτεραιότητες.

Σκηνές χάους στη Γαλλία ©EPA/MOHAMMED BADRA
Γαλλία: Το κοινωνικό αδιέξοδο και οι δημοσιονομικοί περιορισμοί
Η Γαλλία έχει επανειλημμένα γνωρίσει περιόδους έντονων κοινωνικών αναταραχών. Όπως εξηγούν αναλυτές στο Bloomberg, «η Γαλλία έχει μακρά ιστορία πολιτικής βίας. Έχει κάνει γνωστή στον κόσμο τη γκιλοτίνα, την Τρομοκρατία της Γαλλικής Επανάστασης και την Παρισινή Κομμούνα, για να μην αναφέρουμε δεκάδες εξεγέρσεις για την ακρίβεια των τροφίμων και εκατοντάδες αυτοκίνητα και ελαστικά που έχουν πυρποληθεί. Σε βάθος χρόνου, οι ταραχές των τελευταίων ημερών είναι πιθανό να αποτελέσουν μια ασήμαντη υποσημείωση στα βιβλία της Ιστορίας».
Ωστόσο, για μια χώρα που κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με κρίση στην αγορά ομολόγων, οι εικόνες από φλεγόμενα δημαρχεία, λεηλατημένα καταστήματα, αστυνομικούς που χτυπούν διαδηλωτές με γκλομπ και μνημεία βανδαλισμένα με συνθήματα έχουν προκαλέσει σοκ. Πολύ περισσότερο, καθώς η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με βαθιά πολιτική αβεβαιότητα, χωρίς να διαφαίνεται ποιος έχει πραγματικά τον έλεγχο των εξελίξεων που δείχνει να έχει χαθεί.
Από τις ιστορικές εξεγέρσεις μέχρι τις κινητοποιήσεις των «Κίτρινων Γιλέκων» το 2018, τα πρόσφατα επεισόδια εντάσσονται σε αυτή την παράδοση, αλλά εκδηλώνονται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία για τα δημόσια οικονομικά και το πολιτικό σύστημα, εξηγούν οι ίδιοι αναλυτές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του γαλλικού υπουργείου Εσωτερικών, περίπου 2.400 άνθρωποι συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια των ταραχών. Αστυνομικοί, πυροσβέστες και διαδηλωτές τραυματίστηκαν, ενώ καταγράφηκαν εκτεταμένες ζημιές σε δημόσια κτίρια και επιχειρήσεις. Στη Λιμόζ, το δημαρχείο παραβιάστηκε και υπέστη σοβαρές ζημιές από πυρκαγιά, με τον δήμαρχο να ζητά περισσότερους πόρους για την αστυνομία.
Ο πρωθυπουργός της χώρας, Σεμπαστιάν Λεκορνί, δήλωσε ότι οι νομαρχίες και οι δήμοι της Γαλλίας θα έχουν το δικαίωμα να προχωρούν σε μερική απαγόρευση κυκλοφορίας όταν θεωρούν ότι υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια τάξη και για τις επιχειρήσεις μίας περιοχής.
Ο υπουργός Μικρών Επιχειρήσεων, Σερζ Παπέν, επρόκειτο να συναντηθεί με εκπροσώπους επιχειρήσεων στο υπουργείο Οικονομίας, προκειμένου να αποτιμηθούν οι ζημιές και να εξεταστούν τρόποι στήριξης των πληγέντων. Ο Μακρόν ζήτησε σαφείς απαντήσεις για τους λόγους που οι διαδηλώσεις εξελίχθηκαν σε βίαια επεισόδια, αποδίδοντας την κλιμάκωση σε ομάδες της άκρας αριστεράς και σε παραβατικά στοιχεία.
Ο Λεκορνί κατηγόρησε επίσης την «άκρα αριστερά» ότι υποκίνησε τη βία, υποστηρίζοντας πως το κίνημα «Ανυπότακτη Γαλλία» και ο επικεφαλής του, Ζαν-Λικ Μελανσόν, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στο δίκτυο που τροφοδότησε τις ταραχές. Ο Μελανσόν απέρριψε τις κατηγορίες περί ευθύνης του, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση άφησε την κατάσταση να επιδεινωθεί χωρίς να προσφέρει λύσεις για την κοινωνική δυσαρέσκεια. Παράλληλα, καταδίκασε τις λεηλασίες και τις βιαιοπραγίες, ενώ κατήγγειλε τη βία της αστυνομίας.
Ο ηγέτης της «Ανυπότακτης Γαλλίας» κατήγγειλε δημόσια ότι οι αστυνομικές δυνάμεις και ο αστυνομικός διευθυντής του Παρισιού είναι αυτοί που ουσιαστικά προκαλούν τα επεισόδια. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η στρατηγική «διατήρησης της τάξης» μέσω της αλόγιστης χρήσης δακρυγόνων και του αποκλεισμού κεντρικών σημείων, όπως η πλατεία της Δημοκρατίας, έχει ως πραγματικό στόχο τη σύγκρουση.

Μαρίν Λεπέν, Ζαν-Λυκ Μελανσόν, Εμμανουέλ Μακρόν © EPA/CHRISTOPHE PETIT TESSON / YARA NARDI / PowerGame.gr
Η αντιπαράθεση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα ενόψει των προεδρικών εκλογών τον Απρίλιο του 2027. Η Μαρίν Λεπέν και ο ακροδεξιός Εθνικός Συναγερμός αξιοποιούν τις εικόνες βίας για να προβάλλουν το αίτημα μιας «Γαλλίας σε ηρεμία», κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι έχει οδηγήσει τη χώρα στο χάος.
Ο Μπαρντελά επιχείρησε να εμφανίσει το κόμμα του ως τη μόνη δύναμη ικανή να αποκαταστήσει την τάξη, προειδοποιώντας ότι οι λεηλασίες μπορεί να επεκταθούν ακόμη και σε κατοικίες. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι οι αρχές καταρρέουν. Η Λεπέν, από την πλευρά της, προβάλλει το προφίλ μιας προεδρικής εναλλακτικής με θεσμικό λόγο, ωστόσο η παρατεταμένη αστάθεια ενδέχεται να γυρίσει μπούμερανγκ για ένα κόμμα που έχει συνδεθεί με την ακροδεξιά βία και τα τάγματα εφόδου.
Πολιτικό δίλημμα αντιμετωπίζει και ο ηγέτης της ριζοσπαστικής αριστεράς Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο οποίος καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη στήριξη των διαδηλωτών και την αποστασιοποίηση από τη βία. Οι αντίπαλοί του τον κατηγορούν ότι υποδαυλίζει την οργή, ενώ ο ίδιος απάντησε ότι ο πρωθυπουργός τροφοδοτεί την αναταραχή με τις καταγγελίες του για προσπάθεια αποσταθεροποίησης της εκλογικής διαδικασίας από ακροαριστερές ομάδες.
Για τον κεντροδεξιό υποψήφιο για την προεδρία Εντουάρ Φιλίπ, η κρίση αποτελεί ταυτόχρονα απειλή και ευκαιρία να διαφοροποιηθεί από τον Εμανουέλ Μακρόν. Επέκρινε τον πρόεδρο για την απουσία συγκεκριμένων μέτρων στο τηλεοπτικό διάγγελμά του, τονίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται αποφασιστική ηγεσία.
Ο Μακρόν δέχεται επικρίσεις επειδή δεν ανακοίνωσε ουσιαστικές πρωτοβουλίες, ενώ συνέχισε κανονικά το ταξίδι του στη Μέση Ανατολή για να βρει εναλλακτικές πηγές τροφοδοσίας ενέργειας, σχολιάζουν αναλυτές στο Politico . Η στάση του ενισχύει την εικόνα αποστασιοποίησης από την κρίση και απειλεί να επισκιάσει τους τελευταίους μήνες της θητείας του, σε μια περίοδο κατά την οποία η διαχείριση της ασφάλειας μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τις πολιτικές ισορροπίες ενόψει του 2027.
Σύμφωνα με το BBC. Στο επίκεντρο βρίσκονται τέσσερα κρίσιμα ζητήματα:
- Πώς θα οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη οι υπεύθυνοι για λεηλασίες, βανδαλισμούς και επιθέσεις
- Πώς θα ενισχυθεί η ασφάλεια των πόλεων ενόψει νέων μαζικών διαδηλώσεων
- Πώς θα αποζημιωθούν οι επιχειρηματίες που υπέστησαν καταστροφές
- Πότε θα αρχίσει ουσιαστικός διάλογος με μαθητές, φοιτητές και εκπαιδευτικές οργανώσεις
Το τελευταίο ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα αιτήματα για την εκπαίδευση, από τα οποία ξεκίνησαν οι κινητοποιήσεις τον προηγούμενο μήνα, κινδυνεύουν να επισκιαστούν από τις εικόνες βίας.

Διαδηλώσεις στη Γαλλία, στο Παρίσι, ενάντια στη λιτότητα ©ΑΠΕ
Η γενική γραμματέας της συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας CGT, Σοφί Μπινέ, κατηγόρησε την Κυριακή τον Γάλλο πρόεδρο ότι δεν αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης. Όπως υποστήριξε, το διάγγελμά του δεν έδωσε απαντήσεις στις ανησυχίες των νέων, στην ακρίβεια και στην υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών.
Η κυβέρνηση καλείται πλέον να αποκαταστήσει τη δημόσια τάξη, χωρίς να αγνοήσει τα κοινωνικά αιτήματα. Ο Μακρόν φαίνεται να μεταφέρει το κύριο βάρος της διαχείρισης στον πρωθυπουργό Σεμπαστιάν Λεκορνύ, ενώ, στους τελευταίους μήνες της θητείας του και χωρίς δικαίωμα διεκδίκησης τρίτης συνεχόμενης προεδρικής θητείας, τα περιθώρια πολιτικών ελιγμών του περιορίζονται.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει ένα κρίσιμο οικονομικό δίλημμα. Η Γαλλία έχει συσσωρεύσει περίπου 1 τρισ. ευρώ πρόσθετου δανεισμού από το 2019, ενώ οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική της πορεία έχουν οδηγήσει σε άνοδο του κόστους χρηματοδότησης. Το σχέδιο προϋπολογισμού για το επόμενο έτος, το οποίο άρχισε να συζητείται στην κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση, περιλαμβάνει μέτρα περιορισμού του ελλείμματος ύψους περίπου 43 δισ. ευρώ.
Η προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης περιορίζει τη δυνατότητα της κυβέρνησης να απαντήσει με νέες δαπάνες στα κοινωνικά αιτήματα. Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη επειδή οι διαδηλώσεις δεν αφορούν μόνο τις τιμές, αλλά και την αίσθηση ότι οι δημόσιες υπηρεσίες υποβαθμίζονται, παρά το υψηλό επίπεδο κρατικών δαπανών.
Η δυσκολία αυτή αποτυπώνεται και στην εκπαίδευση. Οι κινητοποιήσεις των μαθητών ξεκίνησαν στα τέλη Σεπτεμβρίου, μία εβδομάδα μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, με αιτήματα για καλύτερες συνθήκες στα σχολεία, επαρκή στελέχωση, αξιοπρεπείς αίθουσες και διαφανέστερο σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι μαθητές χάνουν μήνες μαθημάτων λόγω κενών που δεν καλύπτονται.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα διαθέσει επιπλέον 3.000 αναπληρωτές εκπαιδευτικούς και ότι οι μαθητές θα συμμετέχουν περισσότερο στη λήψη αποφάσεων για τα σχολεία. Παράλληλα, απέσυρε σχέδια αύξησης ορισμένων πανεπιστημιακών τελών εγγραφής που περιλαμβάνονταν στον προϋπολογισμό του επόμενου έτους. Τα μέτρα, όμως, δεν εξάλειψαν τη δυσαρέσκεια, καθώς οι διαδηλώσεις επεκτάθηκαν και σε άλλα κοινωνικά ζητήματα.

Ελευθερία, Ισότητα, Μιζέρια: Ο δείκτης μιζέριας (πληθωρισμός συν ανεργία) σημειώνει άνοδο φέτος ©Bloomberg
Γιατί η οικονομική πίεση τροφοδοτεί την οργή στη Γαλλία
Η ένταση των κινητοποιήσεων δεν εξηγείται μόνο από τις άμεσες πολιτικές αστοχίες ή την αντίδραση σε συγκεκριμένα μέτρα. Σχετίζεται επίσης με τον τρόπο κατανομής των δημόσιων πόρων, τις διαγενεακές ανισότητες και τη δυσκολία των νοικοκυριών να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες. Τα προάστια στο Παρίσι βράζουν, θυμίζοντας του «Άθλιους» του Β. Ουγκό, σε μια σύγχρονη βερσίον που έχει γίνει και κινηματογραφική ταινία (Les Misérables, 2019 σε σκηνοθεσία του Λατζ Λι).
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται ο πρώην κυβερνητικός σύμβουλος Αντουάν Φουσέ, η σύγκριση της Γαλλίας του 2024 με εκείνη του 1974, την τελευταία χρονιά κατά την οποία ο προϋπολογισμός ήταν ισοσκελισμένος, δείχνει ότι οι δαπάνες για βασικές δημόσιες υπηρεσίες, όπως η ασφάλεια, η δικαιοσύνη και η εκπαίδευση, αυξήθηκαν μόλις κατά 0,1 έως 0,3 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.
Αντίθετα, οι δαπάνες για τις συντάξεις αυξήθηκαν κατά περίπου 6,5 ποσοστιαίες μονάδες. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις έδωσαν προτεραιότητα στη χρηματοδότηση μιας γενναιόδωρης και μακράς συνταξιοδότησης, περιορίζοντας συγκριτικά τα περιθώρια για τις ανάγκες των νεότερων γενεών. Ενδεικτικό είναι ότι σχεδόν το ένα τρίτο του γαλλικού προϋπολογισμού για την εκπαίδευση κατευθύνεται στις συντάξεις, γεγονός που συνδέεται με τις πιέσεις στους μισθούς των εκπαιδευτικών, οι οποίοι βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, τις οποίες προώθησε ο Μακρόν για την ενίσχυση της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, δεν έχουν εξασφαλίσει για όλους την αναμενόμενη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, σημειώνουν αναλυτές στον Guardian. Η χαμηλή παραγωγικότητα, η υποχώρηση των εκπαιδευτικών επιδόσεων και η υστέρηση στην καινοτομία συγκρατούν τους μισθούς, ενώ οι υψηλές κοινωνικές εισφορές περιορίζουν το καθαρό εισόδημα.
Έρευνες δείχνουν ότι οι Γάλλοι θεωρούν πως τους λείπουν κατά μέσο όρο 500 ευρώ τον μήνα για να καλύπτουν άνετα τα έξοδά τους. Το στοιχείο αυτό υπογραμμίζει την ευπάθεια των νοικοκυριών σε απότομες μεταβολές των τιμών και των εισοδημάτων, ακόμη και σε μια οικονομία με εκτεταμένο σύστημα κοινωνικής προστασίας.
Η στατιστική υπηρεσία INSEE έχει υπολογίσει ότι μια αύξηση περίπου 440 ευρώ στον μισθό εργαζομένου που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό θα μεταφραζόταν σε καθαρή αύξηση μόλις 100 ευρώ. Το στοιχείο αναδεικνύει πόσο περιορισμένο μπορεί να είναι το όφελος για τον εργαζόμενο από μια μισθολογική αναπροσαρμογή, όταν συνυπολογίζονται οι κρατήσεις και οι εισφορές.

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας μαθητών στη Γαλλία, καθώς φουντώνουν οι διαδηλώσεις ©ΑΠΕ
Παράλληλα, σύμφωνα με τη Le Monde, ο διάμεσος μισθός στη Γαλλία αυξήθηκε κατά 22,8% από το 2017, έναντι πληθωρισμού 23,4% στο ίδιο διάστημα. Η απόκλιση αποτυπώνει την πίεση που έχει δεχθεί η αγοραστική δύναμη, παρότι δεν σημαίνει ότι η οικονομική κατάσταση επιδεινώνεται με τον ίδιο τρόπο για όλα τα νοικοκυριά.
Το προηγούμενο των «Κίτρινων Γιλέκων» παραμένει χαρακτηριστικό. Το 2018, ένα αφορολόγητο επίδομα περίπου 500 ευρώ συνέβαλε στην εκτόνωση της οργής. Σήμερα, όμως, η δυνατότητα επανάληψης μιας τέτοιας παρέμβασης περιορίζεται από το δημόσιο χρέος και την αύξηση του κόστους δανεισμού. Οι κινητοποιήσεις αναδεικνύουν έτσι μια αντίφαση: οι πολίτες ζητούν υψηλότερους μισθούς, χαμηλότερους φόρους και καλύτερες υπηρεσίες, την ώρα που το κράτος διαθέτει όλο και μικρότερα περιθώρια για να ικανοποιήσει τα αιτήματα.
Αυτό δεν δικαιολογεί τη βία, ούτε σημαίνει ότι η γαλλική οικονομία βρίσκεται σε συνολική κατάρρευση. Η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα, μεταξύ των οποίων ένα ηλεκτρικό σύστημα που στηρίζεται στην πυρηνική ενέργεια και υψηλού επιπέδου μηχανικούς, λένε αναυτες στο Bloomberg. Ωστόσο, η αίσθηση υποχώρησης του βιοτικού επιπέδου, οι κοινωνικές ανισότητες και η δυσκολία εξεύρεσης πολιτικών συμβιβασμών δημιουργούν ένα περιβάλλον διαρκούς έντασης.
Από τη Γαλλία σε άλλες χώρες: Η κρίση του κόστους ζωής εξαπλώνεται
Οι κοινωνικές αντιδράσεις δεν περιορίζονται στο Παρίσι. Στην Ισπανία, οι κινητοποιήσεις επικεντρώθηκαν στο κόστος της στέγασης, με αφορμή την έξωση μιας 87χρονης γυναίκας, της Μαρι Κάρμεν Αμπασκάλ, αφού επενδυτικό ταμείο αύξησε το ενοίκιό της κατά 230%. Η γυναίκα πέθανε δύο εβδομάδες αργότερα, έπειτα από νοσηλεία.
Οι διαδηλωτές ζητούν χαμηλότερα ενοίκια, τερματισμό των εξώσεων και απαγόρευση αγοράς ακινήτων από επενδυτικά κεφάλαια. Η στεγαστική κρίση έχει αναδειχθεί σε βασικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς η άνοδος των τιμών δυσκολεύει την πρόσβαση των νοικοκυριών σε προσιτή κατοικία.
Στην Πορτογαλία, εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της Λισαβόνας, με το κόστος στέγασης να αποτελεί κεντρικό αίτημα. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 124% μεταξύ 2015 και 2024, δηλαδή περίπου με διπλάσιο ρυθμό από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην Ιταλία, η πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς βρέθηκε επίσης στο επίκεντρο διαδηλώσεων στο Μιλάνο. Η πορεία ξεκίνησε ειρηνικά, αλλά κατέληξε σε συγκρούσεις, όταν κουκουλοφόροι εκτόξευσαν πέτρες και άλλα αντικείμενα εναντίον αστυνομικών και έβαλαν φωτιά σε οδοφράγματα.
Στη Γαλλία, η αύξηση του κόστους των καυσίμων επιβάρυνε περαιτέρω το κλίμα, μετά την ουσιαστική διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ εξαιτίας των αμερικανικών βομβαρδισμών. Η συνδικαλιστική συνομοσπονδία CGT, μία από τις μεγαλύτερες της χώρας, στήριξε τις κινητοποιήσεις, ζητώντας χαμηλότερες τιμές, υψηλότερες συντάξεις και αυξήσεις μισθών. Στα μέσα Σεπτεμβρίου, οι διαμαρτυρίες για τα καύσιμα είχαν οδηγήσει το Ελιζέ να ανακοινώσει αυξημένες επιδοτήσεις βενζίνης για ορισμένους κλάδους.
Στην Αλβανία, οι διαδηλώσεις κατά του πρωθυπουργού Έντι Ράμα εισήλθαν στην έκτη ημέρα τους, με τους διαδηλωτές να καταγγέλλουν διαφθορά, έλλειψη θέσεων εργασίας και χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Οι κινητοποιήσεις είχαν ξεκινήσει ήδη από το καλοκαίρι, με αφορμή ένα πολυτελές παραθαλάσσιο έργο ανάπτυξης που υποστηρίζεται από τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Ντόναλντ Τραμπ.
Οι διαφορετικές αφορμές συγκλίνουν σε μια κοινή διαπίστωση: η οικονομική ανασφάλεια μετατρέπεται σε πολιτική δυσαρέσκεια, όταν οι πολίτες θεωρούν ότι η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση, η στέγαση γίνεται απρόσιτη και οι δημόσιες υπηρεσίες δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους.

Η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι © EPA/STRINGER
Η Ευρώπη μπροστά σε πολιτικό αδιέξοδο: Προϋπολογισμός, Ουκρανία και εκλογές
Η κοινωνική ένταση συμπίπτει με μια δύσκολη περίοδο για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Βρυξέλλες καλούνται να συμφωνήσουν στον μεγαλύτερο προϋπολογισμό στην ιστορία της, να καλύψουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας και να αντιμετωπίσουν τις γεωπολιτικές πιέσεις από τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα. Ωστόσο, η εσωτερική πολιτική αστάθεια στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες περιορίζει τη δυνατότητα επίτευξης συμβιβασμών.
Ο πρόεδρος της Κύπρου, Νίκος Χριστοδουλίδης, δήλωσε στο Politico ότι μέχρι πρόσφατα υπήρχε η προσδοκία πως θα επιτυγχανόταν πολιτική συμφωνία για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό μέχρι το τέλος του έτους. Οι εκλογικές εξελίξεις στην Ισπανία, όμως, δυσκολεύουν αυτόν τον στόχο, ενώ οι αναμετρήσεις που αναμένονται στη Γαλλία και την Ιταλία προσθέτουν νέες αβεβαιότητες.
Οι τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ αντιμετωπίζουν διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες πολιτικές προκλήσεις. Η Ισπανία οδεύει προς εκλογές, με την κεντροδεξιά και την ακροδεξιά να διεκδικούν την εξουσία. Στη Γαλλία, η προεδρική αναμέτρηση του Απριλίου 2027 διεξάγεται σε περιβάλλον έντονης κοινωνικής δυσαρέσκειας, με τη Μαρίν Λεπέν να βρίσκεται στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων.
Στη Γερμανία, η άνοδος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) και η πτώση της δημοτικότητας του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς δημιουργούν αβεβαιότητα για τη δυνατότητά του να προωθήσει συμβιβασμούς. Στην Ιταλία, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι αναμένεται να αντιμετωπίσει εκλογές το 2027, χωρίς να αποκλείεται η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες.
Η δυσκολία συνεννόησης έγινε εμφανής στην τελευταία σύνοδο κορυφής. Έπειτα από δύο ημέρες συνομιλιών, οι ηγέτες δεν σημείωσαν πρόοδο για τον προϋπολογισμό των 2 τρισ. ευρώ και ενεπλάκησαν σε έντονη διαφωνία για την ενεργειακή πολιτική. Στα συμπεράσματα της συνόδου δεν συμπεριλήφθηκε αναφορά σε συμφωνία για τον προϋπολογισμό έως το τέλος του έτους, παρά την προσπάθεια του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, να οριστεί ως στόχος το τέλος του 2026. Έχουν προγραμματιστεί νέες σύνοδοι τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, αλλά η αποτυχία επίτευξης συμφωνίας θα μπορούσε να μεταφέρει τις διαπραγματεύσεις στο 2027, όταν οι εκλογικές σκοπιμότητες θα βαρύνουν ακόμη περισσότερο.
Η αβεβαιότητα δεν αφορά μόνο τον προϋπολογισμό. Οι ΗΠΑ αμφισβητούν παραδοσιακές παραμέτρους της διατλαντικής συμμαχίας, η Ρωσία κατηγορείται για κυβερνοεπιθέσεις και δολιοφθορές στην Ευρώπη, ενώ η Κίνα ενισχύει τον έλεγχό της σε κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες και διοχετεύει φθηνά προϊόντα στις ευρωπαϊκές αγορές.
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Λιθουανίας, Γκαμπριέλιους Λαντσμπέργκις, περιέγραψε την κατάσταση ως επίθεση από τρεις πλευρές: τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα. Ο πρωθυπουργός του Βελγίου, Μπαρτ ντε Βέβερ, προειδοποίησε επίσης ότι εξωτερικές δυνάμεις επιδιώκουν τη διαίρεση της Ευρώπης και μπορούν να αξιοποιήσουν τις εσωτερικές της αδυναμίες.
Στο μεταξύ, η Ουκρανία αντιμετωπίζει χρηματοδοτικό κενό 30 έως 35 δισ. δολαρίων για το επόμενο έτος, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ενώ οι ρωσικές επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές αυξάνουν τους κινδύνους ενόψει του χειμώνα. Το πρόβλημα παραμένει παρά τη συμφωνία της ΕΕ να διαθέσει 90 δισ. ευρώ για τη στήριξη της χώρας, με τον Ζελένσκι να ζητά επιπλέον 70 δισ. ευρώ για το 2027.
Μία πιθανή λύση είναι η αξιοποίηση των 200 δισ. ευρώ σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία που παραμένουν δεσμευμένα στο χρηματοπιστωτικό αποθετήριο Euroclear, στις Βρυξέλλες. Ωστόσο, το Βέλγιο εξακολουθεί να αντιτίθεται στις προσπάθειες χρήσης τους για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας. Εναλλακτικά, η έκδοση περισσότερου κοινού ευρωπαϊκού χρέους θα απαιτούσε νέους, δύσκολους συμβιβασμούς.

Διαδηλωτές συμμετέχουν σε διαδήλωση ζητώντας από τις αρχές να αντιμετωπίσουν τα συνεχιζόμενα προβλήματα στέγασης, στη Μαδρίτη της Ισπανίας, στις 3 Οκτωβρίου 2026 ©ΑΠΕ
Η πολιτική αβεβαιότητα στο προσκήνιο
Η πολιτική αβεβαιότητα επιβαρύνεται και από την απουσία ηγετών με μακρά θητεία και ισχυρή διαπραγματευτική επιρροή. Ο Μακρόν δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη προεδρική θητεία και, σύμφωνα με Ευρωπαίους διπλωμάτες που επικαλείται το Politico, παραδέχθηκε σε κλειστή συζήτηση ότι δεν θα διαθέτει την πολιτική εντολή για να υπογράψει συμφωνία για τον προϋπολογισμό κατά τους τελευταίους μήνες της θητείας του.
Στην Ισπανία, ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ αντιμετωπίζει πολιτική πόλωση, ενώ η εκλογική περίοδος αναμένεται να επηρεάσει τις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις. Στη Γερμανία, η ενίσχυση της AfD περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών του Μερτς, ενώ η Μελόνι θα μπορούσε να προκηρύξει εκλογές νωρίτερα από τον Οκτώβριο του 2027.
Ορισμένοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι ο Ιανουάριος μπορεί να αποτελέσει το τελευταίο κατάλληλο παράθυρο για συμφωνία στον προϋπολογισμό πριν από την περαιτέρω όξυνση των πολιτικών αντιπαραθέσεων. Ο ευρωβουλευτής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και συνδιαπραγματευτής για τον προϋπολογισμό, Ζίγκφριντ Μουρεσάν, προειδοποίησε ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κινούνται υπερβολικά αργά και ότι ο χρόνος εξαντλείται.
Για τη Γαλλία, η προεδρική εκλογή του 2027 θα αποτελέσει κρίσιμη δοκιμασία. Η Λεπέν επιδιώκει να συνδέσει την κοινωνική δυσαρέσκεια με την υπόσχεση περιορισμού των πληρωμών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να απελευθερωθούν εκατοντάδες ευρώ για τα νοικοκυριά. Τα σχέδιά της, ωστόσο, περιλαμβάνουν δαπάνες δισεκατομμυρίων ευρώ και έχουν δεχθεί επικρίσεις από την Bloomberg Economics ως προς την αξιοπιστία τους. Την ίδια ώρα, ο κεντροαριστερός Ραφαέλ Γκλικσμάν ενισχύεται δημοσκοπικά, έχοντας αποκλείσει συμμαχία με τον Μελανσόν.
Το βαθύτερο πρόβλημα, τόσο στη Γαλλία όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, παραμένει η δυσκολία να διατυπωθούν με ειλικρίνεια οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και να εξασφαλιστεί κοινωνική συναίνεση για αυτές. Η δημοσιονομική πίεση, οι ανισότητες και η ανασφάλεια για το κόστος ζωής συναντούν ένα εκλογικό περιβάλλον στο οποίο οι κυβερνήσεις έχουν όλο και λιγότερα περιθώρια για δύσκολες αποφάσεις.
Η κρίση στη Γαλλία δείχνει ότι αποτελεί κάτι περισσότερο από μια σειρά βίαιων διαδηλώσεων. Φανερώνει τη σύγκρουση ανάμεσα στις αυξανόμενες κοινωνικές απαιτήσεις και στους περιορισμούς των δημόσιων οικονομικών, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει την ευρωπαϊκή αδυναμία συντονισμού σε μια περίοδο εξωτερικών πιέσεων.
Και όσο οι πολιτικές ηγεσίες δυσκολεύονται να βρουν κοινό έδαφος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος οι κοινωνικές εντάσεις να μετατραπούν σε ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και το ευρωπαϊκό εγχείρημα, με τη Γαλλία να τεντώνει την κρίση.
