Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά πολιτική και κοινωνική κρίση, καθώς οι ταραχές αποδυναμώνουν τον Εμανουέλ Μακρόν και εντείνουν τις πιέσεις στην κυβέρνηση. Η δημοσιονομική στενότητα και η άνοδος της ακροδεξιάς αναδιαμορφώνουν τις ισορροπίες ενόψει του 2027.
Η σφοδρή κριτική που δέχθηκε ο Εμανουέλ Μακρόν από σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, μετά το τηλεοπτικό διάγγελμά του για τις εκτεταμένες ταραχές και λεηλασίες στη Γαλλία, αποτυπώνει με τον πλέον σαφή τρόπο την απομόνωση του Γάλλου προέδρου.
Η αδυναμία του να παρουσιάσει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες αποκλιμάκωσης, σε συνδυασμό με τη δημοσιονομική στενότητα και το παρατεταμένο πολιτικό αδιέξοδο, εντείνει την αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα, αναφέρουν αναλυτές στον Guardian.
Παράλληλα, η κρίση μεταβάλλει τους συσχετισμούς ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027. Η Μαρίν Λεπέν επιχειρεί να εμφανιστεί ως εγγυήτρια της τάξης και της ασφάλειας, με κυρίαρχο αφήγημα την ανάγκη για μια «σιδερένια φτέρνα» που θα πατάξει το χάος στη Γαλλία. ενώ η Αριστερά στηρίζει τις κινητοποιήσεις ενάντι στη λιτότητα και τις περικοπές κοινωνικών δαπανών, με τους κεντρώους και τους υποψήφιους της κεντροδεξιάς να καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τη στρατηγική τους.
Το ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο τη διαχείριση των επεισοδίων, αλλά και το κατά πόσο το πολιτικό σύστημα μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, διαμορφώνοντας νέες ισορροπίες έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027.
Η Γαλλία αντιμέτωπη με την απομόνωση Μακρόν και τη γενικευμένη κοινωνική οργή
Στο οκτάλεπτο διάγγελμά του από το Μέγαρο των Ηλυσίων, την Κυριακή, ο Εμανουέλ Μακρόν εξέφρασε την «οργή και τη ντροπή» του για την έκταση των επεισοδίων. Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο είχε σημαδευτεί από πρωτοφανή ένταση, με δημαρχείο να παραδίδεται στις φλόγες, περισσότερα από 2.000 καταστήματα να λεηλατούνται, πάνω από 2.300 συλλήψεις και περίπου 1.000 αστυνομικούς να τραυματίζονται.
Η αναταραχή είχε ως αφετηρία τις κινητοποιήσεις μαθητών λυκείου, οι οποίες διήρκεσαν έναν μήνα και στρέφονταν κατά των υποβαθμισμένων σχολικών εγκαταστάσεων και των υπερπλήρων αιθουσών. Σύντομα, ωστόσο, η διαμαρτυρία συνδέθηκε με ευρύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια για το αυξανόμενο κόστος ζωής, τη διεύρυνση των ανισοτήτων και τη μείωση των δημόσιων δαπανών.
Μαθητές, εκπαιδευτικοί, συνδικαλιστές και υποστηρικτές του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων» βρέθηκαν στο ίδιο μέτωπο διαμαρτυρίας. Οι αρχικά ειρηνικές κινητοποιήσεις, όμως, επισκιάστηκαν από ομάδες με καλυμμένα πρόσωπα, οι οποίες πυρπόλησαν οχήματα, εισέβαλαν σε επιχειρήσεις και προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές σε δημόσιες υποδομές. Στη Λιμόζ πυρπολήθηκε το δημαρχείο, ενώ στη Μασσαλία διαδηλωτές εισέβαλαν στο αντίστοιχο κτίριο.

Σκηνές χάους στη Γαλλία ©EPA/MOHAMMED BADRA
Ο Γάλλος πρόεδρος αναγνώρισε ότι οι νέοι βιώνουν «βαθιά ανησυχία», δεν ανακοίνωσε, ωστόσο, συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση των αιτιών της κρίσης. Δεν παρουσίασε νέες δημόσιες δαπάνες ούτε προχώρησε σε ανασχηματισμό. Αντίθετα, ζήτησε από τον πρωθυπουργό να οργανώσει διαβουλεύσεις και κάλεσε τα κόμματα της αντιπολίτευσης να τοποθετηθούν απέναντι στην κατάσταση.
Η αντίδραση ήταν καταδικαστική. Η επικεφαλής των Οικολόγων, Μαριν Τοντελιέ, κατηγόρησε τον Μακρόν ότι, αντί να αναλάβει έστω μέρος της ευθύνης, αντιμετώπισε τους πολιτικούς αρχηγούς σαν μαθητές που καλούνται στον πίνακα. Ο πρόεδρος της Εθνικής Συσπείρωσης, Ζορντάν Μπαρντελά, χαρακτήρισε το διάγγελμα αξιοθρήνητο, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος δεν έχει πλέον τίποτα να πει στους Γάλλους. Η Μαρίν Λεπέν, από την πλευρά της, περιέγραψε τη χώρα ως εγκλωβισμένη ανάμεσα στη βία και την αδυναμία αντίδρασης.
Ανάλογα επικριτικός εμφανίστηκε ο κεντροδεξιός Μπρουνό Ρεταγιό, κάνοντας λόγο για πρόεδρο που έχει χάσει τον έλεγχο των εξελίξεων. Ο ηγέτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς, Ζαν-Λικ Μελανσόν, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι στηρίζεται στην αδράνεια και στην αστυνομική καταστολή, ελπίζοντας πως οι κινητοποιήσεις θα εξασθενήσουν από μόνες τους.
Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα είχε η παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού Εντουάρ Φιλίπ, ο οποίος δήλωσε ότι θα προτιμούσε συγκεκριμένες αποφάσεις για την αποκατάσταση της τάξης και του κύρους του κράτους. «Η χώρα μας χρειάζεται να κυβερνηθεί», ήταν το μήνυμα που έστειλε.
Η κριτική από τους πολιτικούς αντιπάλους είναι αναμενόμενη, ιδίως λίγους μήνες πριν από την εκλογική αναμέτρηση για την ανάδειξη του διαδόχου του Μακρόν. Η έντασή της, ωστόσο, αποκαλύπτει το βάθος της απομόνωσής του και την αμφισβήτηση που προκαλεί η πολιτική του παρουσία.
Γαλλία: Τα στρατηγικά λάθη και το δημοσιονομικό αδιέξοδο
Η σημερινή αδυναμία του Μακρόν δεν αποτελεί αποκλειστικά συνέπεια των πρόσφατων ταραχών. Συνδέεται και με ένα πολιτικό μοντέλο που ο ίδιος οικοδόμησε από την ανάληψη της προεδρίας το 2017. Η εικόνα του «Δία», ενός ηγέτη που βρίσκεται πάνω από την καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση και εκπέμπει απόσταση, τεχνοκρατική επάρκεια και αυθεντία, αποτέλεσε εξαρχής συνειδητή επιλογή.
Με την πάροδο των ετών, ωστόσο, αυτή η προσέγγιση μετατράπηκε, στα μάτια των επικριτών του, σε αλαζονεία και αποστασιοποίηση. Οι επικρίσεις ενισχύθηκαν από την περιορισμένη εμπειρία του στην εκλεγμένη πολιτική πριν από την προεδρία, αλλά και από διαδοχικές στρατηγικές αποφάσεις που επιδείνωσαν την κοινοβουλευτική του θέση.
Το 2022, ο Μακρόν έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που του επέτρεπε να κυβερνά αποτελεσματικά, καθώς δεν αξιοποίησε ουσιαστικά το διάστημα μεταξύ των προεδρικών και των βουλευτικών εκλογών για να εξασφαλίσει ευρύτερη πολιτική στήριξη. Δύο χρόνια αργότερα, αποφάσισε να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση, επιδιώκοντας έναν νέο πολιτικό συσχετισμό.
Το αποτέλεσμα αποδείχθηκε αντίθετο από το επιδιωκόμενο. Η νέα σύνθεση του κοινοβουλίου παρέμεινε βαθιά κατακερματισμένη, με διαιρεμένη Αριστερά, αποδυναμωμένο κεντρώο μπλοκ και ενισχυμένη πολιτική παρουσία της ακροδεξιάς. Χωρίς λειτουργική πλειοψηφία, η κυβέρνηση κατέφυγε επανειλημμένα σε αμφιλεγόμενες συνταγματικές διαδικασίες για την προώθηση νομοθετημάτων χωρίς κανονική ψηφοφορία στην Εθνοσυνέλευση.
Η πρακτική αυτή τροφοδότησε νέες κατηγορίες περί δημοκρατικού ελλείμματος και περιόρισε περαιτέρω την πολιτική νομιμοποίηση της κυβέρνησης.

Ομόλογα, αυξημένο το κόστος δανεισμού ©Magnific
Το πρόβλημα επιδεινώνεται από την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών. Το γαλλικό δημόσιο χρέος έχει φθάσει στο 119% του ΑΕΠ, στο υψηλότερο επίπεδο από το 1946, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα διαμορφώνεται στο 5,1%, μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος.
Σε προηγούμενες περιόδους κοινωνικών αναταραχών, οι γαλλικές κυβερνήσεις μπορούσαν να επιχειρούν την εκτόνωση των αντιδράσεων μέσω στοχευμένων πακέτων δαπανών, αυξήσεων ή παραχωρήσεων στον δημόσιο τομέα. Σήμερα, το περιθώριο αυτής της πολιτικής είναι σημαντικά περιορισμένο. Η οικονομική πίεση που κινητοποίησε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους δεν μπορεί εύκολα να αντιμετωπιστεί με νέες δημοσιονομικές παρεμβάσεις.
Οι αγορές, παράλληλα, εκφράζουν ανησυχία για τη γαλλική οικονομία, με το κόστος δανεισμού της χώρας να αναφέρεται ως υψηλότερο από εκείνο της Ελλάδας. Η κυβέρνηση βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: να περιορίσει τις δαπάνες για να αποκαταστήσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία ή να διαθέσει πόρους για την ανακούφιση των νοικοκυριών και την αντιμετώπιση των κοινωνικών αιτιών της κρίσης.
Καθώς οι επιλογές οικονομικής πολιτικής στενεύουν, η προσφυγή σε μέτρα αστυνόμευσης, όπως οι ρίψεις δακρυγόνων και οι επιχειρήσεις καταστολής, αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα. Η χρήση τέτοιων μέσων, ακόμη και απέναντι σε μαθητές, κινδυνεύει να εντείνει την κοινωνική ένταση αντί να την περιορίσει.
Γαλλία: Η Λεπέν αξιοποιεί την κρίση, αλλά η ακροδεξιά δεν είναι χωρίς κινδύνους
Την κρίση εκμεταλλεύεται η Μαρίν Λεπέν, η οποία επιχειρεί να παρουσιάσει την ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση ως τη δύναμη που μπορεί να αποκαταστήσει την ασφάλεια και την κρατική εξουσία.
Η ευρωβουλευτής της κεντροδεξιάς Ναταλί Λουαζό εκτίμησε ότι η αναταραχή ευνοεί την ακροδεξιά, κατηγορώντας τα στελέχη της ότι επιχειρούν να αξιοποιήσουν πολιτικά τη βία. Η ίδια η Λεπέν απηύθυνε τηλεοπτικό μήνυμα, προβάλλοντας την προοπτική μιας «Γαλλίας μακριά από το χάος» και επιχειρώντας να εμφανιστεί ως εναλλακτική προεδρική επιλογή.
Ο Μπαρντελά κλιμάκωσε την επίθεσή του στην κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι το κόμμα του είναι το μόνο που μπορεί να αποκαταστήσει την τάξη. Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι οι λεηλασίες ενδέχεται να επεκταθούν στις κατοικίες πολιτών, παρουσιάζοντας τις αρχές ως ανίκανες να ελέγξουν την κατάσταση.
Ωστόσο, η παρατεταμένη αστάθεια ενέχει κινδύνους και για την ίδια την ακροδεξιά. Ένα κόμμα που επί χρόνια αντιμετωπίζεται από τους αντιπάλους του ως παράγοντας πόλωσης μπορεί να δυσκολευτεί να πείσει ότι αποτελεί εγγύηση σταθερότητας, εφόσον η κοινωνική αναταραχή συνεχιστεί.
Το ενδεχόμενο αυτό συζητείται ήδη στο εσωτερικό της Εθνικής Συσπείρωσης. Ο Σαρλ-Ανρί Γκαλουά, σύμβουλος του Μπαρντελά, απέρριψε την άποψη ότι η άνοδος του κόμματος στην εξουσία θα μπορούσε να προκαλέσει νέες ταραχές.
Η ανησυχία, πάντως, παραμένει ότι σε περιόδους έντονης αστάθειας οι ψηφοφόροι ενδέχεται να στραφούν σε παραδοσιακές πολιτικές φυσιογνωμίες, αναζητώντας θεσμική σταθερότητα, σημειώνουν αναλυτές.
Η αναφορά στον Σαρλ ντε Γκολ και στην κρίση του 1958 αποτυπώνει ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο: μια βαθιά εθνική αναταραχή μπορεί να οδηγήσει σε αναζήτηση ισχυρής ηγεσίας και να μεταβάλει ριζικά τους πολιτικούς συσχετισμούς.

Μαρίν Λεπέν, Ζαν-Λυκ Μελανσόν, Εμμανουέλ Μακρόν © EPA/CHRISTOPHE PETIT TESSON / YARA NARDI / PowerGame.gr
Μελανσόν, Φιλίπ και Γκλικσμάν: Οι δύσκολες ισορροπίες ενόψει των εκλογών
Για τον Ζαν-Λικ Μελανσόν, η κρίση αποτελεί μια σύνθετη πολιτική δοκιμασία. Το κόμμα του, «Ανυπότακτη Γαλλία», είχε στηρίξει τις μαθητικές κινητοποιήσεις, ενώ στελέχη της ριζοσπαστικής Αριστεράς συμμετείχαν ενεργά στις διαμαρτυρίες, καταγγέλλοντας την αστυνομική βία και υποστηρίζοντας τα αιτήματα των διαδηλωτών.
Η στάση αυτή είχε ενισχύσει την παρουσία του Μελανσόν στη συζήτηση για την ηγεσία της κεντροαριστεράς, ιδίως απέναντι στον Σοσιαλιστή ευρωβουλευτή Ραφαέλ Γκλικσμάν. Ωστόσο, η μετάβαση από τις διαδηλώσεις στις λεηλασίες και τους εμπρησμούς δημιουργεί πρόβλημα για την πολιτική του στρατηγική. Η κυβέρνηση και οι αντίπαλοί του τον κατηγορούν ότι συνέβαλε στην όξυνση της κατάστασης.
Ο ίδιος επιχείρησε να αντιστρέψει την πίεση, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι προκαλεί αναταραχή με τις αναφορές της σε ομάδες της άκρας αριστεράς που φέρονται να επιδιώκουν να διαταράξουν την εκλογική διαδικασία.
Ο Εντουάρ Φιλίπ αντιμετωπίζει διαφορετικό πρόβλημα. Ως πρώην πρωθυπουργός του Μακρόν, καλείται να αποστασιοποιηθεί από την προεδρική διαχείριση της κρίσης, χωρίς να εμφανιστεί ότι αποκηρύσσει συνολικά την πολιτική διαδρομή που τον ανέδειξε. Παράλληλα, η δημοσκοπική του δυναμική έχει παρουσιάσει στασιμότητα και η προεκλογική του παρουσία δυσκολεύεται να ξεχωρίσει.
Η κριτική του προς τον πρόεδρο, μετά το διάγγελμα χωρίς συγκεκριμένες ανακοινώσεις, προσφέρει μια πρώτη ευκαιρία διαφοροποίησης. Ο ίδιος ζήτησε αποφάσεις που θα αποκαθιστούσαν την τάξη και υπογράμμισε την ανάγκη να υπάρχει σαφής πολιτική καθοδήγηση. Για να αποκτήσει, ωστόσο, ουσιαστικό πλεονέκτημα, θα χρειαστεί να παρουσιάσει συγκεκριμένες προτάσεις και όχι να περιοριστεί στην κριτική.
Ο Ραφαέλ Γκλικσμάν, από την άλλη πλευρά, επιχειρεί να αξιοποιήσει την κρίση για να ενισχύσει τη θέση του στον χώρο της κεντροαριστεράς, μετά την επικράτησή του στις εσωκομματικές διαδικασίες των Σοσιαλιστών. Καταδίκασε τις επιθέσεις σε κρατικούς θεσμούς, χαρακτηρίζοντας απαράδεκτο το γεγονός ότι ομάδες λεηλατών στρέφονται κατά συμβόλων του κράτους.
Παράλληλα, κατηγόρησε τον Μελανσόν ότι λειτουργεί ως εφαλτήριο για τη Λεπέν, η οποία θα μπορούσε να αποκομίσει πολιτικά οφέλη από το χάος. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της Elabe, τα ποσοστά του Γκλικσμάν κυμαίνονται μεταξύ 15% και 16,5%, σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα του Μελανσόν και του Φιλίπ.
Η δυναμική αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μπορεί να διευρύνει την απήχησή του πέρα από τον χώρο της Αριστεράς. Το βασικό του περιθώριο ανάπτυξης φαίνεται να βρίσκεται στους ψηφοφόρους που σήμερα στηρίζουν τον Μελανσόν, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες προσέγγισης του κεντροδεξιού ακροατηρίου.
Το πολιτικό αποτύπωμα των ταραχών και το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Τα «Κίτρινα Γιλέκα», αξιοποιώντας τη δυναμική των πρόσφατων διαδηλώσεων, προγραμματίζουν νέες, διαδοχικές κινητοποιήσεις για τις 24 και 31 Οκτωβρίου, οι οποίες θα κλιμακωθούν με τη μεγάλη δράση της 5ης Νοεμβρίου. Στο κύμα των κινητοποιήσεων προστίθενται μαθητικές και φοιτητικές οργανώσεις, οι οποίες καλούν σε διαδηλώσεις και αποκλεισμούς εκπαιδευτικών ιδρυμάτων για τις 22 και 24 Οκτωβρίου, διευρύνοντας το μέτωπο των διαμαρτυριών κατά της κυβέρνησης.
Η γαλλική κυβέρνηση αντιδρά στις κινητοποιήσεις, με τον πρωθυπουργό να ζητά την επιβολή τοπικών απαγορεύσεων κυκλοφορίας για την αποτροπή επεισοδίων, χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο κήρυξης της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Για τις 5 Νοεμβρίου έχει οριστεί πανεθνική γενική απεργία, με πέντε μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις και τα συνδικάτα των σιδηροδρομικών να καλούν εργαζόμενους και συνταξιούχους σε διαδηλώσεις με αιτήματα για μισθούς και δημόσιες υπηρεσίες.
Πίσω από τα επεισόδια, ωστόσο, διαμορφώνεται μια βαθύτερη κρίση. Η δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, τους χαμηλούς μισθούς, τις ελλείψεις στις δημόσιες υπηρεσίες και τις φορολογικές επιβαρύνσεις συναντά τους περιορισμούς που επιβάλλει η δημοσιονομική κατάσταση. Η παραδοσιακή απάντηση των κυβερνήσεων, δηλαδή η αύξηση των δαπανών για την εκτόνωση της κοινωνικής έντασης, γίνεται ολοένα δυσκολότερη, καθώς το κόστος δανεισμού αυξάνεται και το Παρίσι επιδιώκει να περιορίσει το έλλειμμα.
Ο Μακρόν παραμένει ο βασικός αποδέκτης της πολιτικής δυσαρέσκειας. Η εμφάνισή του στην τηλεόραση, χωρίς την ανακοίνωση συγκεκριμένων μέτρων, ενίσχυσε την εικόνα ενός προέδρου αποκομμένου από τις κοινωνικές απαιτήσεις. Την ίδια στιγμή, η επιλογή του να πραγματοποιήσει επίσκεψη στη Μέση Ανατολή τη Δευτέρα τροφοδότησε επικρίσεις για την απόσταση ανάμεσα στην προεδρική δραστηριότητα και την εσωτερική κρίση.

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας μαθητών στη Γαλλία, καθώς φουντώνουν οι διαδηλώσεις ©ΑΠΕ
Εκτός ελέγχου
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές που επικαλείται το Politico, ο πρόεδρος θα έπρεπε να είχε αφήσει τον πρωθυπουργό Σεμπαστιάν Λεκορνί να αναλάβει την επικοινωνιακή διαχείριση. Αντί γι’ αυτό, προκρίθηκε ένα διάγγελμα που αποσκοπούσε στην εκτόνωση της έντασης, χωρίς να συνοδεύεται από σαφή πολιτικό σχέδιο.
Τη Δευτέρα, ο Λεκορνί ανακοίνωσε τοπικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας, περιορισμούς μετακινήσεων και απαγορεύσεις δημόσιων συγκεντρώσεων, επιχειρώντας να ανακτήσει τον έλεγχο. Ωστόσο, η προαναγγελία νέων διαδηλώσεων για το επόμενο Σάββατο εντείνει τους φόβους ότι η αναταραχή μπορεί να εξελιχθεί σε παρατεταμένο κύμα κινητοποιήσεων, αντίστοιχο με εκείνο των «Κίτρινων Γιλέκων» το 2018 και το 2019.
Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας εξέλιξης θα μπορούσαν να είναι καθοριστικές για τις προεδρικές εκλογές του 2027. Ο κεντρώος συνασπισμός που οικοδομήθηκε γύρω από τον Μακρόν εμφανίζεται αποδυναμωμένος, ενώ η δημοσιονομική αδυναμία περιορίζει τις δυνατότητες άμεσης αντιμετώπισης των κοινωνικών αιτιών της κρίσης. Την ίδια ώρα, οι πολιτικοί αντίπαλοι επιχειρούν να αξιοποιήσουν την αναταραχή για να προβάλουν διαφορετικές απαντήσεις στο αίτημα για ασφάλεια, κοινωνική προστασία και αποτελεσματική διακυβέρνηση.
Η προοπτική πρόωρης αποχώρησης του Μακρόν έχει επίσης τεθεί στη δημόσια συζήτηση. Ο Ζαν-Μπατίστ Μορό, πρώην βουλευτής με επιρροή στον χώρο του προέδρου, φέρεται να υποστήριξε ότι θα έπρεπε να παραιτηθεί και να προκηρύξει πρόωρες προεδρικές εκλογές. Όπως ανέφερε, ο Μακρόν εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει την κατάσταση, αλλά η Λεπέν βρίσκεται σε τροχιά προς το Μέγαρο των Ηλυσίων.
Προς το παρόν, το αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο. Η ακροδεξιά διαθέτει την ευκαιρία να κεφαλαιοποιήσει την ανησυχία για την ασφάλεια, αλλά μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με τις αντιφάσεις της εάν η αστάθεια παραταθεί. Η Αριστερά κινδυνεύει να χάσει πολιτικό έδαφος εξαιτίας της σύνδεσής της με τις κινητοποιήσεις, αλλά εάν η υποστήριξη των διαδηλώσεων λάβει πολιτική ορμή μπορεί να αντιστρέψει την κατάσταση, ενώ οι κεντρώοι και η κεντροδεξιά πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν να προσφέρουν αξιόπιστη εναλλακτική στη βάση της υπόσχεσης για «ομαλότητα».
Για τη Γαλλία, η κρίση υπερβαίνει πλέον τα όρια της δημόσιας τάξης. Αφορά τη δυνατότητα του κράτους να διαχειριστεί την κοινωνική δυσαρέσκεια, να αποκαταστήσει την πολιτική εμπιστοσύνη και να αντιμετωπίσει τις οικονομικές πιέσεις χωρίς να οξύνει περαιτέρω τις ανισότητες. Εάν οι ταραχές μετατραπούν σε παρατεταμένη πολιτική και κοινωνική κρίση, το αποτύπωμά τους στην προεκλογική αναμέτρηση του 2027 ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστικό, με εκπλήξεις…
