Σε μια νέα περίοδο έντονης πολιτικής αβεβαιότητας εισέρχεται το Ισραήλ, μετά τις εκλογές της Τρίτης 27 Οκτωβρίου, οι οποίες ανέδειξαν το βαθύ πολιτικό ρήγμα στη χώρα, χωρίς να εξασφαλίσουν ξεκάθαρη κυβερνητική πλειοψηφία. Κανένα από τα δύο βασικά πολιτικά μπλοκ, υπό τον πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, και τον βασικό αντίπαλό του, Γκάντι Άιζενκοτ, δεν συγκεντρώνει τις 61 έδρες που απαιτούνται για τον έλεγχο της Κνεσέτ, του ισραηλινού κοινοβουλίου των 120 μελών.
Η εκλογική αναμέτρηση πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες ακραίας πόλωσης, με την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τους πολέμους που ακολούθησαν να βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Όπως επισημαίνει το Politico, ελάχιστες προεκλογικές εκστρατείες στην ιστορία του Ισραήλ υπήρξαν τόσο διχαστικές. Η κάλπη λειτούργησε ουσιαστικά και ως δημοψήφισμα για τις ευθύνες, τους χειρισμούς και τα διδάγματα από εκείνη την επίθεση, αλλά και για την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα.
Παρά τη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνησή του, ο Νετανιάχου εμφανίστηκε ισχυρότερος απ’ όσο προέβλεπαν αρκετές δημοσκοπήσεις. Το Λικούντ αναδείχθηκε πρώτη πολιτική δύναμη, ξεπερνώντας το κόμμα Γιασάρ του Άιζενκοτ, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίζει μαζί με τους κυβερνητικούς του συμμάχους την απαραίτητη πλειοψηφία.
Σύμφωνα με τα τελευταία αποτελέσματα της καταμέτρησης, με ενσωματωμένο το 98,17% των ψηφοδελτίων, το μπλοκ του Μπενιαμίν Νετανιάχου συγκεντρώνει 53 έδρες, έναντι 48 εδρών της συμμαχίας του Γκάντι Άιζενκοτ. Το Λικούντ λαμβάνει το 20,7% των ψήφων και 27 έδρες, ενώ το Γιασάρ συγκεντρώνει 16,2% και 21 έδρες. Τα αραβικά κόμματα εξασφαλίζουν συνολικά 19 έδρες, αποκτώντας δυνητικά καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί έναν σύνθετο πολιτικό γρίφο. Ο Νετανιάχου έχει αποκλείσει τη συγκρότηση κυβέρνησης που θα εξαρτάται από τα αραβικά κόμματα, ενώ ο Άιζενκοτ αντιμετωπίζει έντονες αντιρρήσεις από ορισμένους συμμάχους του απέναντι σε μια τέτοια συνεργασία.
Καθοριστικός αναμένεται πλέον να είναι ο ρόλος του προέδρου Ισαάκ Χέρτσογκ, ο οποίος, μετά την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων και τις διαβουλεύσεις με τα κοινοβουλευτικά κόμματα, θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πολιτικό που κρίνει ότι διαθέτει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της Κνεσέτ.
Τα 4 σενάρια για τον σχηματισμό κυβέρνησης
Η αδυναμία των δύο βασικών παρατάξεων να εξασφαλίσουν αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ανοίγει τον δρόμο για διαφορετικά σενάρια, τα οποία προϋποθέτουν δύσκολους συμβιβασμούς και ενδεχομένως ανατροπές στις συμμαχίες που διαμορφώθηκαν πριν από τις εκλογές.
- Ο Νετανιάχου αναζητεί νέους κυβερνητικούς εταίρους
Το πρώτο σενάριο προβλέπει την παραμονή του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην εξουσία μέσω της διεύρυνσης του κυβερνητικού του συνασπισμού.
Για να εξασφαλίσει την απαραίτητη κοινοβουλευτική στήριξη, θα πρέπει να πείσει κόμματα που μέχρι σήμερα ανήκουν στο αντίπαλο στρατόπεδο να αλλάξουν στάση.
Δύο πρόσωπα που θα μπορούσαν να αποκτήσουν ιδιαίτερη σημασία είναι ο πρώην πρωθυπουργός, Ναφτάλι Μπένετ, και ο πρώην υπουργός Άμυνας, Αβίγκντορ Λίμπερμαν. Παρ’ ότι έχουν συγκρουστεί έντονα με τον Νετανιάχου, οι πολιτικές τους θέσεις βρίσκονται σε αρκετά ζητήματα πιο κοντά στη συντηρητική παράταξη, παρά σε ορισμένες δυνάμεις της αντιπολίτευσης.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι μια συμφωνία θα ήταν εύκολη. Και οι δύο πολιτικοί έχουν επενδύσει πολιτικά στην αντιπαράθεση με τον Νετανιάχου, επομένως ενδεχόμενη συνεργασία μαζί του θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις στο εκλογικό τους ακροατήριο.
Το ερώτημα είναι εάν η προοπτική συμμετοχής στην εξουσία και οι προγραμματικές συγκλίσεις θα αποδειχθούν ισχυρότερες από τις προσωπικές και πολιτικές αντιπαλότητες.
- Ο Άιζενκοτ επιχειρεί να σχηματίσει κυβέρνηση μειοψηφίας
Το δεύτερο σενάριο αφορά την προσπάθεια του Γκάντι Άιζενκοτ να σχηματίσει κυβέρνηση χωρίς να διαθέτει εξαρχής μια σταθερή πλειοψηφία 61 βουλευτών από τα κόμματα που θα συμμετέχουν σε αυτήν.
Μια τέτοια επιλογή θα απαιτούσε την εξασφάλιση επαρκούς κοινοβουλευτικής στήριξης στην αρχική ψηφοφορία εμπιστοσύνης και στη συνέχεια τη διαμόρφωση πλειοψηφιών για την ψήφιση κρίσιμων νομοσχεδίων.
Ο Άιζενκοτ θα μπορούσε να αναζητήσει υποστήριξη είτε από βουλευτές που απομακρύνονται από τον σημερινό κυβερνητικό συνασπισμό είτε από κόμματα που δεν θα συμμετείχαν επισήμως στην κυβέρνησή του.
Σε αυτήν την περίπτωση, καθοριστικός θα ήταν ο ρόλος των αραβικών κομμάτων. Το Ραάμ και η Κοινή Λίστα έχουν εμφανιστεί διατεθειμένα να εξετάσουν την υποστήριξη μιας κυβέρνησης υπό τον Άιζενκοτ, αν και στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες.
Μια κυβέρνηση μειοψηφίας θα μπορούσε να προσφέρει διέξοδο στο άμεσο πολιτικό αδιέξοδο, αλλά θα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτη σε κοινοβουλευτικές κρίσεις και διαφωνίες μεταξύ των κομμάτων που θα τη στήριζαν.
- Συμφωνία του Άιζενκοτ με τα αραβικά κόμματα
Το τρίτο σενάριο συνδέεται με μια πιο σταθερή πολιτική συμφωνία ανάμεσα στον Άιζενκοτ και τα αραβικά κόμματα, τα οποία αναδεικνύονται σε πιθανούς ρυθμιστές των εξελίξεων.
Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να προβλέπει κοινοβουλευτική στήριξη χωρίς την ανάληψη υπουργικών θέσεων από εκπροσώπους των αραβικών κομμάτων.
Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να εξεταστεί ακόμη και η συμμετοχή τους σε έναν ευρύτερο κυβερνητικό συνασπισμό, παρά τις προεκλογικές δεσμεύσεις και τις αντιρρήσεις που έχουν διατυπωθεί.
Η προοπτική αυτή έχει προηγούμενο στην ισραηλινή πολιτική σκηνή. Ο Ναφτάλι Μπένετ και ο Γιαΐρ Λαπίντ είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν με το Ραάμ, ενώ και ο Νετανιάχου είχε διερευνήσει κατά καιρούς τη δυνατότητα συνεννόησης με αραβικές πολιτικές δυνάμεις.
Ωστόσο, το πολιτικό περιβάλλον είναι σήμερα διαφορετικό. Ο πόλεμος στη Γάζα, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι βαθιές διαφωνίες για την εσωτερική ασφάλεια καθιστούν μια τέτοια συνεργασία ακόμη πιο δύσκολη.
Επιπλέον, ορισμένα κόμματα της συμμαχίας του Άιζενκοτ απορρίπτουν μια κυβέρνηση που θα εξαρτάται από την υποστήριξη αραβικών παρατάξεων.
Έτσι, παρ’ ότι η εκλογική αριθμητική ενδέχεται να ευνοεί μια τέτοια λύση, οι πολιτικές προϋποθέσεις για την υλοποίησή της παραμένουν αβέβαιες.
- Κυβέρνηση εθνικής ενότητας
Το τέταρτο σενάριο αφορά τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας, με τη συνεργασία πολιτικών δυνάμεων από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα.
Σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, ο πρόεδρος Χέρτσογκ φέρεται να αντιμετωπίζει θετικά την προοπτική μιας ευρύτερης συνεννόησης, ιδιαίτερα εάν αποδειχθεί αδύνατος ο σχηματισμός κυβέρνησης από μία από τις δύο παρατάξεις.
Μια τέτοια συμφωνία θα απαιτούσε σημαντικές αμοιβαίες υποχωρήσεις, καθώς οι πολιτικές και προσωπικές διαφορές μεταξύ των δύο στρατοπέδων παραμένουν βαθιές.
Στις πιθανές παραμέτρους μιας διαπραγμάτευσης περιλαμβάνεται ακόμη και το ενδεχόμενο προεδρικής χάρης στον Νετανιάχου σε σχέση με τις υποθέσεις διαφθοράς για τις οποίες δικάζεται. Πρόκειται, πάντως, για ένα ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο ενδεχόμενο, χωρίς να υπάρχει συμφωνία.
Η πιθανότητα κυβέρνησης εθνικής ενότητας θα μπορούσε να ενισχυθεί σε περίπτωση νέας μεγάλης περιφερειακής κρίσης, ιδίως εάν αναζωπυρωνόταν η στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ιράν.
Λίγο πριν από τις εκλογές, ο Νετανιάχου είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας σύγκρουσης με την Τεχεράνη. Ωστόσο, σύμφωνα με σχετικές αναφορές, η ηγεσία των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων δεν εμφανίζεται να θεωρεί αναγκαίο έναν νέο γύρο στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ισραήλ: Το ενδεχόμενο νέων εκλογών και ο ρόλος του Χέρτσογκ
Η επόμενη ημέρα παραμένει ανοιχτή, καθώς η κατανομή των εδρών και κυρίως οι αποφάσεις των μικρότερων κομμάτων θα καθορίσουν τις δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης.
Ο πρόεδρος Χέρτσογκ καλείται να αξιολογήσει ποιος από τους δύο βασικούς πολιτικούς αντιπάλους μπορεί να συγκεντρώσει την αναγκαία στήριξη.
Η ανάθεση της εντολής δεν εξασφαλίζει από μόνη της τον σχηματισμό κυβέρνησης. Ο εντολοδόχος διαθέτει αρχικά 28 ημέρες για τις διαπραγματεύσεις, με δυνατότητα παράτασης έως 14 ημερών, ενώ προβλέπονται και επόμενα στάδια εφόσον η πρώτη προσπάθεια αποτύχει.
Εάν δεν βρεθεί βιώσιμη λύση, το Ισραήλ κινδυνεύει να επιστρέψει σε έναν νέο κύκλο εκλογικών αναμετρήσεων, όπως συνέβη την περίοδο 2019-2022, όταν η χώρα οδηγήθηκε σε πέντε εκλογικές διαδικασίες.
Μέχρι να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση, ο Νετανιάχου θα παραμείνει στην πρωθυπουργία, επικεφαλής της απερχόμενης κυβέρνησης, η οποία συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντά της.
Οι συνέπειες μιας παρατεταμένης πολιτικής κρίσης δεν θα περιορίζονταν στο εσωτερικό του Ισραήλ. Η σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης θα επηρεάσει την πολιτική ασφάλειας, τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη στάση απέναντι στο Ιράν και την πορεία των προσπαθειών για σταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής.
Το αποτέλεσμα της κάλπης ανέδειξε έτσι ένα κρίσιμο παράδοξο: ο Νετανιάχου διατηρεί ισχυρή εκλογική επιρροή, αλλά δεν διαθέτει εξασφαλισμένη πλειοψηφία για να κυβερνήσει. Και η αντιπολίτευση, παρά την επιθυμία της να τον απομακρύνει από την εξουσία, βρίσκεται αντιμέτωπη με εξίσου δύσκολες επιλογές συνεργασίας.
Η επόμενη κυβέρνηση θα κριθεί, επομένως, λιγότερο από την πρωτιά ενός κόμματος και περισσότερο από τις συμφωνίες που θα καταστεί δυνατόν να επιτευχθούν μετά τις εκλογές.
