Πόσο μακριά είναι το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία, ποιους συμβιβασμούς μπορεί να αποδεχθεί η Ευρώπη

Οι πρωτοβουλίες Τραμπ, οι ευρω-ανησυχίες και ο ρόλος της Κίνας στις διαπραγματεύσεις που ενδέχεται να καθορίσουν τη μεταπολεμική ισορροπία

Βλαντίμιρ Πούτιν και Ντόναλντ Τραμπ στην ιστορική συνάντηση στην Αλάσκα © EPA/SERGEY BOBYLEV/SPUTNIK/KREMLIN POOL / POOL

Η προοπτική τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία παραμένει αβέβαιη, παρά την εντατικοποίηση των διπλωματικών επαφών. Η πολιτική αποδυνάμωση του Τραμπ, οι απαιτήσεις της Μόσχας και οι ευρωπαϊκές ανησυχίες περιπλέκουν τις διαπραγματεύσεις για μια βιώσιμη συμφωνία.

Η εκλογική ανατροπή στις ΗΠΑ, με τις σημαντικές νίκες των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές και την ανάκτηση του ελέγχου και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, δημιουργεί νέα δεδομένα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική και, κυρίως, για τις προσπάθειες τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία, εξηγούν αναλυτές στο Bloomberg.

Η πολιτική θέση του Ντόναλντ Τραμπ περιορίζεται πλέον από έναν ισχυρότερο θεσμικό αντίπαλο στο εσωτερικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Λευκός Οίκος χάνει τον καθοριστικό ρόλο του στη διαμόρφωση των διεθνών εξελίξεων.

Οι Δημοκρατικοί αποκτούν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν τις νέες κοινοβουλευτικές τους αρμοδιότητες, ενισχύοντας τον έλεγχο της κυβέρνησης και προωθώντας έρευνες για καταγγελίες διαφθοράς και πιθανές καταχρήσεις εξουσίας. Παράλληλα, μέσω των επιτροπών και κυρίως της δημοσιονομικής εξουσίας του Κογκρέσου, θα μπορούν να επηρεάζουν τις αποφάσεις για τις αμυντικές δαπάνες και τη χρηματοδότηση της αμερικανικής εμπλοκής στο εξωτερικό.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η στάση της επιτροπής πιστώσεων, η οποία αναμένεται να περάσει υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών. Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία έχει θέσει ως προτεραιότητα την αύξηση των δαπανών για εσωτερικές ανάγκες, ενώ έχει εκφράσει επιφυλάξεις απέναντι στην απαίτηση του Τραμπ για αμυντικό προϋπολογισμό ύψους 1,5 τρισ. δολαρίων.

Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να δημιουργήσει πρόσθετες δυσκολίες για την Ουκρανία, εφόσον περιοριστούν οι διαθέσιμοι πόροι για την υποστήριξή της. Ωστόσο, η δυσαρέσκεια που αποτυπώθηκε στην εκλογική αναμέτρηση συνδέθηκε περισσότερο με τον πόλεμο στο Ιράν και την αμερικανική υποστήριξη προς το Ισραήλ παρά με τη βοήθεια προς το Κίεβο. Συνεπώς, δεν προκύπτει αυτομάτως ότι η νέα ισορροπία στο Κογκρέσο θα οδηγήσει σε ανατροπή της αμερικανικής πολιτικής έναντι της Ουκρανίας.

Τραμπ και Ουκρανία: Η πολιτική πίεση στην Ουάσιγκτον και οι διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα

Καθώς η Ουάσιγκτον προσαρμόζεται στα νέα πολιτικά δεδομένα, στην Ευρώπη εντείνονται οι διπλωματικές διεργασίες για την επόμενη ημέρα του πολέμου. Αξιωματούχοι αρμόδιοι για ζητήματα εθνικής ασφάλειας συναντώνται στις Βρυξέλλες, με αντικείμενο τόσο τον σχεδιασμό της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης της Ουκρανίας όσο και τις πιθανές εγγυήσεις ασφαλείας που θα μπορούσαν να αποτρέψουν μια νέα ρωσική επίθεση.

Οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες εντάσσονται στην προσπάθεια να διαμορφωθεί ένα κοινό πλαίσιο θέσεων πριν από τις επαφές υπό αμερικανική πρωτοβουλία με τη Ρωσία, οι οποίες έχουν προγραμματιστεί να πραγματοποιηθούν στο Αμπού Ντάμπι. Την ίδια στιγμή, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι συνεχίζει την περιοδεία του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει πολιτική και στρατηγική υποστήριξη. Μετά τις συνομιλίες του στο Βερολίνο, επισκέπτεται την Ισπανία, αναζητώντας τη διατήρηση της ευρωπαϊκής συνοχής απέναντι στις διαπραγματευτικές πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον.

Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται, ωστόσο, στις κινήσεις του ίδιου του Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι συναντήθηκε στον Λευκό Οίκο με ανώτερο Ρώσο αξιωματούχο, τον οποίο περιέγραψε ως «επικεφαλής της Ρωσίας». Η αναφορά του εκτιμάται ότι αφορούσε τον Κιρίλ Ντμίτριεφ, απεσταλμένο του Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος βρισκόταν στην αμερικανική πρωτεύουσα για επαφές με τη Μελάνια Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος απέφυγε να αποκαλύψει το περιεχόμενο της συνομιλίας, προαναγγέλλοντας, ωστόσο, μια ευρύτερη συμφωνία που δεν θα περιορίζεται αποκλειστικά στην Ουκρανία. Όπως ανέφερε, πρόκειται για μια σημαντική διευθέτηση στην οποία ενδέχεται να εμπλακεί ολόκληρη η Ευρώπη.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς υποδηλώνει ότι η αμερικανική πλευρά εξετάζει τη σύνδεση του ουκρανικού ζητήματος με το ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Πρόκειται για μια προσέγγιση που αγγίζει έναν από τους βασικούς στόχους της Μόσχας: την επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεών της με το ΝΑΤΟ και τον επανακαθορισμό της στρατηγικής ισορροπίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Αμερικανού προέδρου και συμμετέχων στις συνομιλίες για την Ουκρανία, αναφέρθηκε στις συζητήσεις με Ευρωπαίους και Ουκρανούς αξιωματούχους για τις εγγυήσεις ασφαλείας προς το Κίεβο και τη διαμόρφωση μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.

Όπως υποστήριξε, στόχος της αμερικανικής πλευράς είναι να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες όλων των εμπλεκόμενων πλευρών μέσα από πρακτικές και αμοιβαία συμφωνημένες ρυθμίσεις, οι οποίες θα περιορίζουν τον κίνδυνο μελλοντικής σύγκρουσης.

Τζάρεντ Κούσνερ - Ντόναλντ Τραμπ

Τζάρεντ Κούσνερ – Ντόναλντ Τραμπ /ΑΠΕ

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι οι διπλωματικές προσπάθειες βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία δεν θα περιορίζεται αποκλειστικά στην Ουκρανία, αλλά θα μπορούσε να περιλαμβάνει ευρύτερες ρυθμίσεις για την ασφάλεια της Ευρώπης.

«Θα υπάρξει συμφωνία. Θα είναι μια μεγάλη συμφωνία και θα αφορά κάτι περισσότερο από την Ουκρανία», δήλωσε ο Τραμπ, προσθέτοντας ότι ενδέχεται να περιλαμβάνει ολόκληρη την Ευρώπη. Ωστόσο, απέφυγε να αποκαλύψει λεπτομέρειες για το περιεχόμενο των συνομιλιών με τον Ρώσο απεσταλμένο, ενώ δεν αποσαφήνισε ποιες χώρες ή ποια ζητήματα θα μπορούσαν να ενταχθούν σε μια τέτοια διευθέτηση. Οι δηλώσεις του πραγματοποιήθηκαν λίγα εικοσιτετράωρα πριν από τις προγραμματισμένες τριμερείς συνομιλίες ΗΠΑ, Ρωσίας και Ουκρανίας στο Αμπού Ντάμπι, στις 10 και 11 Νοεμβρίου.

Ο Τζάρεντ Κούσνερ παρουσίασε ένα νέο σχέδιο πέντε σημείων για τη διαμόρφωση ενός ευρύτερου πλαισίου ευρωπαϊκής ασφάλειας, ενόψει των προγραμματισμένων ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, υπό τη μεσολάβηση των ΗΠΑ, την επόμενη εβδομάδα στο Άμπου Ντάμπι.

Στόχος της αμερικανικής πρωτοβουλίας είναι η δημιουργία μακροπρόθεσμων μηχανισμών ασφαλείας, που θα περιορίζουν τον κίνδυνο νέων συγκρούσεων και θα ενισχύουν τη σταθερότητα στην Ευρώπη. Όπως ανέφερε ο Κούσνερ, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη πραγματοποιήσει προχωρημένες συζητήσεις με Ευρωπαίους ηγέτες για την προώθηση του σχεδίου.

Οι πέντε βασικοί άξονες της αμερικανικής πρότασης είναι:

  1. Μόνιμες διαβουλεύσεις για ζητήματα ασφαλείας.
  2. Αξιόπιστοι δίαυλοι επικοινωνίας σε περιόδους κρίσεων.
  3. Μεγαλύτερη διαφάνεια στις στρατιωτικές δραστηριότητες.
  4. Αμοιβαία μέτρα για τη μείωση των κινδύνων κλιμάκωσης.
  5. Ένα μόνιμο πλαίσιο για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ευρώπη.

Ο Τραμπ και το χάσμα μεταξύ διπλωματίας και πραγματικότητας στο πεδίο

Παρά την κινητικότητα, οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν μέχρι στιγμής δημιουργήσει σαφείς ενδείξεις ότι ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του. Η διπλωματική δραστηριότητα βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και μήνες, χωρίς να έχει διαμορφωθεί ένα πλαίσιο συμφωνίας που να μπορεί να γίνει αποδεκτό από τη Μόσχα και το Κίεβο.

Ο Τραμπ δέχεται επικρίσεις από Δημοκρατικούς, αλλά και από ορισμένους Ρεπουμπλικανούς, οι οποίοι θεωρούν ότι επιδεικνύει υπερβολική επιείκεια απέναντι στον Πούτιν και αποφεύγει να ασκήσει ουσιαστική πίεση στο Κρεμλίνο. Ενδεικτική ήταν η αντίδρασή του όταν ρωτήθηκε για τις ρωσικές επιθέσεις εναντίον αμάχων στην Ουκρανία. Ο Αμερικανός πρόεδρος απέδωσε ευθύνη και στις δύο πλευρές, υποστηρίζοντας ότι και οι Ουκρανοί σκοτώνουν ανθρώπους.

Η στάση αυτή ενισχύει τις ανησυχίες στο Κίεβο ότι η αμερικανική κυβέρνηση ενδέχεται να επιδιώξει μια συμφωνία με βασικό κριτήριο την ταχεία αποκλιμάκωση, χωρίς να διασφαλίζει επαρκώς τις ουκρανικές θέσεις.

Παράλληλα, ο Ντμίτριεφ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια της Μόσχας να προσεγγίσει την κυβέρνηση Τραμπ μέσω οικονομικών συνεργασιών. Ως επικεφαλής του ρωσικού κρατικού επενδυτικού ταμείου, έχει παρουσιάσει προτάσεις επιχειρηματικών συμφωνιών και έχει επιδιώξει την άρση κυρώσεων που επηρεάζουν τον οργανισμό του.

Οι επαφές αυτές αποτυπώνουν τη στρατηγική της Ρωσίας να συνδέσει τη διπλωματική διευθέτηση του πολέμου με την προοπτική οικονομικής επαναπροσέγγισης με τις ΗΠΑ. Για το Κρεμλίνο, μια συμφωνία δεν αφορά μόνο την έκβαση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και τη σταδιακή αποκατάσταση των σχέσεων με τη Δύση, υπό όρους που θα εξυπηρετούν τα ρωσικά συμφέροντα.

  • Ευρωπαϊκή ειρηνευτική δύναμη στην Ουκρανία με δικαίωμα ανταπόδοσης πυρών

Την ίδια ώρα Βρετανικά στρατεύματα και Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα έχουν την άδεια να ανταποδώσουν τα πυρά εάν δεχθούν επίθεση από ρωσικές δυνάμεις, σε περίπτωση που αναπτυχθούν ως ειρηνευτική δύναμη στην Ουκρανία μετά από μια πιθανή εκεχειρία, σύμφωνα με δυτικούς αξιωματούχους, μεταδίδει ο Guardian.

Η συγκεκριμένη αγγλογαλλική δύναμη σταθεροποίησης δεν θα βασίζεται σε αμερικανικά συστήματα ή τεχνολογίες, όπως το σύστημα Στάρλινκ του Έλον Μασκ, και αναμένεται να αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από Ευρωπαίους στρατιώτες.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Guardian, αξιωματούχος που γνωρίζει τα σχέδια τόνισε χαρακτηριστικά ότι «προφανώς θα προστατεύσουμε τις δυνάμεις μας από οποιαδήποτε επιθετικότητα», διευκρινίζοντας παράλληλα πως η εμπλοκή των δυτικών στρατευμάτων θα έχει αμιγώς αμυντικό χαρακτήρα. Οι λεπτομέρειες αυτές ήρθαν στο φως καθώς η Βρετανία και η Γαλλία προετοιμάζουν την άσκηση Koalicja, η οποία θα πραγματοποιηθεί εντός του μήνα στην Πολωνία. Πρόκειται για μια δοκιμή 11 κρατών σχετικά με το πώς οι ευρωπαϊκοί στρατοί μπορούν να αναπτυχθούν ταχύτατα στην Ουκρανία εάν τερματιστεί ο πόλεμος.

Στη στρατιωτική άσκηση θα συμμετάσχουν 2,800 στρατιώτες, ναύτες και αεροπόροι. Η Γαλλία θα διαθέσει 1,500 άτομα και η Βρετανία 300 στρατιώτες. Παρότι η μελλοντική αυτή ανάπτυξη παραμένει υποθετική, υπενθυμίζει ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να αναζωπυρωθεί εμπλέκοντας βρετανικές δυνάμεις, δεδομένου του ιστορικού της Ρωσίας σε επιθέσεις χαμηλής έντασης κατά την περίοδο 2014-2022.

Ο αντιστράτηγος Τομ Μπέιτμαν, διοικητής της δύναμης, δήλωσε ότι η Βρετανία, η Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεσμεύονται «να παράσχουν ισχυρές και δεσμευτικές εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία μετά από την παύση των εχθροπραξιών». Πρόσθεσε ότι σκοπός της άσκησης είναι να επιδειχθεί «στρατιωτική ετοιμότητα, δυνατότητες ταχείας ανάπτυξης και ικανότητα αποτελεσματικής λειτουργίας», δοκιμάζοντας σχέδια που αναπτύσσονται για περισσότερο από έναν χρόνο. Στην πρωτοβουλία συμμετέχουν επίσης η Πολωνία, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Εσθονία, η Λιθουανία, η Ολλανδία, η Ισπανία, η Σουηδία και η Τουρκία.

Ο Βρετανός στρατηγός υπογράμμισε ότι η δύναμη είναι «εκτός ΝΑΤΟ», που σημαίνει ότι θα λειτουργεί εκτός της δυτικής στρατιωτικής συμμαχίας και αναμένεται να έχει ελάχιστη έως μηδενική αμερικανική υποστήριξη. Λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα ώστε να μη χρησιμοποιηθεί αμερικανική τεχνολογία. «Δεν εξαρτώμαστε από αμερικανικά συστήματα», ανέφερε αξιωματούχος όταν ρωτήθηκε για τους δορυφόρους Στάρλινκ.

Παρά τις προσπάθειες των ΗΠΑ να ηγηθούν των διαπραγματεύσεων, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι δεν θα δεσμεύσει αμερικανικές δυνάμεις για την ειρήνευση στην Ουκρανία. Παράλληλα, οι ανησυχίες για την αξιοπιστία της αμερικανικής υποστήριξης αυξήθηκαν όταν οι ΗΠΑ περιόρισαν προσωρινά τη στρατιωτική παραλλαγή του Στάρλινκ για την Ουκρανία, επηρεάζοντας τις επιχειρήσεις drones.

Βασικός στόχος της ευρωπαϊκής δύναμης θα είναι η ανασύνταξη και ενίσχυση του ουκρανικού στρατού, με τις δυνάμεις να αναπτύσσονται μακριά από το μέτωπο. Παράλληλα, σχεδιάζεται η περιπολία μαχητικών αεροσκαφών για το άνοιγμα εμπορικών αεροδρομίων και η αποναρκοθέτηση της Μαύρης Θάλασσας υπό την ηγεσία της Τουρκίας.

Το κρίσιμο ερώτημα για την Ευρώπη είναι εάν οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν μια συνολική συμφωνία για την ασφάλεια της ηπείρου χωρίς να εξασφαλίσουν προηγουμένως τη συμμετοχή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στη διαμόρφωσή της.

tramp-putin

Σι Τζινπίνγκ, Πούτιν και Τραμπ © Χ.com

Η Κίνα στο επίκεντρο: Το ενδεχόμενο μιας τριμερούς συνάντησης Τραμπ – Πούτιν – Σι

Μια πιθανή συνάντηση των ηγετών των ΗΠΑ, της Ρωσίας και της Κίνας προσθέτει ακόμη μία διάσταση στο διπλωματικό σκηνικό. Η Μόσχα έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας τριμερούς συνόδου με τη συμμετοχή του Ντόναλντ Τραμπ, του Βλαντίμιρ Πούτιν και του Σι Τζινπίνγκ, πιθανότατα στο περιθώριο της συνόδου του Οικονομικού Φόρουμ Ασίας-Ειρηνικού, στην πόλη Σενζέν της νότιας Κίνας.

Το Πεκίνο επιβεβαίωσε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη σχετικές συνομιλίες με την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, χωρίς ωστόσο να επιβεβαιώσει ότι η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί.

Για την κινεζική ηγεσία, μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε να ενισχύσει τη διεθνή εικόνα της χώρας ως ισότιμης παγκόσμιας δύναμης με τις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα σύνθετο δίλημμα: η Κίνα κινδυνεύει να εμφανιστεί ως μέρος μιας συμφωνίας μεταξύ μεγάλων δυνάμεων για την τύχη μιας τρίτης χώρας, χωρίς τη δική της συμμετοχή στις αποφάσεις.

Το ιστορικό προηγούμενο της Γιάλτας το 1945 παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητο για το Πεκίνο. Τότε, οι ηγέτες των ΗΠΑ, της Σοβιετικής Ένωσης και της Βρετανίας συμφώνησαν σε ρυθμίσεις που παραχωρούσαν στη Μόσχα ειδικά δικαιώματα στην Κίνα, με αντάλλαγμα τη συμμετοχή της στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας. Η κινεζική κυβέρνηση δεν είχε συμμετάσχει στις συνομιλίες, ενώ οι συμφωνίες επηρέασαν άμεσα τα συμφέροντα της χώρας.

Η ιστορική αυτή εμπειρία εξηγεί γιατί το Πεκίνο αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα την προοπτική μιας νέας συνάντησης μεγάλων δυνάμεων, στην οποία θα μπορούσε να συζητηθεί η μελλοντική κατάσταση της Ουκρανίας.

Ο πρόεδρος της Γερμανίας, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, ο οποίος επισκέφθηκε πρόσφατα την Κίνα, μετέφερε ότι ο Σι Τζινπίνγκ εμφανίστηκε ενοχλημένος από τις σχετικές φήμες. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Κινέζος πρόεδρος ξεκαθάρισε ότι πρόκειται για ευρωπαϊκή σύγκρουση και ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να βρίσκονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Ζελένσκι προειδοποίησε ότι δεν επιθυμεί μια επανάληψη της Γιάλτας, κατά την οποία οι μεγάλες δυνάμεις θα προχωρούσαν σε αναδιανομή σφαιρών επιρροής εις βάρος της ουκρανικής κυριαρχίας.

Η αντίφαση είναι σαφής: η Κίνα επιδιώκει να αναγνωριστεί ως δύναμη που υπερασπίζεται μια πιο ισότιμη διεθνή τάξη, αλλά μια τριμερής συμφωνία για την Ουκρανία θα μπορούσε να ενισχύσει την εντύπωση ότι οι μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις διατηρούν το προνόμιο να καθορίζουν τις τύχες μικρότερων κρατών.

Πυρηνικά όπλα, οικονομικά συμφέροντα και τα όρια του κινεζικού ρόλου

Ένα ακόμη ζήτημα που ενδέχεται να τεθεί σε μια πιθανή τριμερή συνάντηση είναι ο πυρηνικός αφοπλισμός. Ο Τραμπ έχει εκφράσει την επιθυμία να συζητήσει με τον Σι και τον Πούτιν τον περιορισμό των πυρηνικών οπλοστασίων, σε μια περίοδο κατά την οποία η τελευταία συνθήκη ελέγχου πυρηνικών εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας έχει πλέον λήξει και η Κίνα ενισχύει σταθερά τις στρατιωτικές της δυνατότητες.

Το Πεκίνο, ωστόσο, δεν εμφανίζεται διατεθειμένο να αποδεχθεί διαπραγματεύσεις για την εξίσωση των πυρηνικών του δυνατοτήτων με εκείνες της Ουάσιγκτον και της Μόσχας. Το κινεζικό οπλοστάσιο εκτιμάται σε περίπου 620 πυρηνικές κεφαλές, έναντι περισσότερων από 5.000 για καθεμία από τις δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις.

Η κινεζική κυβέρνηση θεωρεί ότι οι ΗΠΑ και η Ρωσία, λόγω του μεγέθους των οπλοστασίων τους, έχουν πρωτίστως την ευθύνη να προχωρήσουν σε αφοπλισμό. Το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας έχει χαρακτηρίσει άδικη και μη ρεαλιστική την απαίτηση να συμμετάσχει η χώρα σε διαπραγματεύσεις υπό τους ίδιους όρους.

Αυτό δεν αποκλείει, πάντως, μια πιο περιορισμένη συμφωνία για τη μείωση των κινδύνων πυρηνικής σύγκρουσης. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσαν να εξεταστούν η βελτίωση των διαύλων επικοινωνίας σε περιόδους κρίσης και η διατήρηση του ανθρώπινου ελέγχου στις αποφάσεις για τη χρήση πυρηνικών όπλων, ακόμη και σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνητή νοημοσύνη αποκτά ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στα στρατιωτικά συστήματα.

Παρά τις επιφυλάξεις, αναλυτές εκτιμούν ότι η Κίνα δύσκολα θα απορρίψει εξαρχής την προοπτική φιλοξενίας μιας ιστορικής συνάντησης. Η κινεζική ηγεσία επιθυμεί να αποκομίσει τα διπλωματικά οφέλη μιας τέτοιας πρωτοβουλίας, χωρίς να αναλάβει την ευθύνη για την επιτυχία της ή να εμφανιστεί ως εγγυητής μιας συμφωνίας μεταξύ Τραμπ και Πούτιν.

Το Πεκίνο απορρίπτει επίσης την εκτίμηση ότι διαθέτει καθοριστική επιρροή στο Κρεμλίνο, παρά την αυξανόμενη οικονομική και διπλωματική εξάρτηση της Ρωσίας από την Κίνα. Η Δύση έχει κατηγορήσει την κινεζική πλευρά ότι διευκολύνει τη ρωσική πολεμική προσπάθεια μέσω της παροχής τεχνολογίας και εξαρτημάτων που μπορούν να αξιοποιηθούν για την ανασυγκρότηση της ρωσικής στρατιωτικής βιομηχανίας. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, υποστηρίζει ότι δεν έχει ξεκινήσει τη σύγκρουση ούτε έχει παράσχει στρατιωτική υποστήριξη στη Μόσχα.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί η τριμερής συνάντηση, η κινεζική πλευρά θα επιδιώξει πιθανότατα να εμφανιστεί ως ουδέτερος διευκολυντής του διαλόγου και όχι ως δύναμη που επιβάλλει όρους στη Ρωσία.

Τι διακυβεύεται για την Ευρώπη

Το βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται από τις τελευταίες εξελίξεις είναι ότι η διαπραγμάτευση για την Ουκρανία μετατρέπεται σταδιακά σε συζήτηση για το σύνολο της ευρωπαϊκής και διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφάλειας.

Η Ουάσιγκτον εξετάζει μια ευρύτερη διευθέτηση με τη Μόσχα, η Ρωσία επιδιώκει να κατοχυρώσει στρατηγικά και πολιτικά οφέλη, ενώ η Κίνα σταθμίζει το κόστος και τα οφέλη μιας ενδεχόμενης εμπλοκής. Για την Ευρώπη, το διακύβευμα είναι διπλό: αφενός να μη βρεθεί αντιμέτωπη με μια συμφωνία που θα έχει διαμορφωθεί χωρίς τη συμμετοχή της και αφετέρου να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε διευθέτηση δεν θα αφήσει την Ουκρανία εκτεθειμένη σε νέες απειλές.

Οι εγγυήσεις ασφαλείας, η μελλοντική σχέση της Ουκρανίας με τη Δύση, το καθεστώς των κατεχόμενων περιοχών και η στάση του ΝΑΤΟ απέναντι στη Ρωσία παραμένουν κρίσιμα και ανοιχτά ζητήματα. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι συμβιβασμοί θα απαιτηθούν για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες, αλλά και κατά πόσο μια ενδεχόμενη συμφωνία θα μπορεί να διατηρηθεί χωρίς να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια νέα σύγκρουση.

Για την Ευρώπη η επόμενη περίοδος δεν αφορά απλώς την υποστήριξη μιας ειρηνευτικής διαδικασίας. Αφορά τη θέση της στο τραπέζι των αποφάσεων και την ικανότητά της να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής ισορροπίας.