Για δεκαετίες, το Ισραήλ αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους και σταθερότερους συμμάχους των ΗΠΑ, απολαμβάνοντας ισχυρή πολιτική, στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξη.
Ωστόσο, η σαρωτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια της αμερικανικής κοινής γνώμης δημιουργούν νέα δεδομένα, απειλώντας να μεταβάλουν ριζικά τη διμερή σχέση, σύμφωνα με το Bloomberg.
Η αλλαγή δεν περιορίζεται στην προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών. Ακόμη και μετριοπαθείς πολιτικοί ζητούν πλέον περιορισμούς στις πωλήσεις όπλων προς το Ισραήλ και επανεξέταση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας.
Ενδεικτική είναι η τοποθέτηση του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος απέδωσε τη βαριά εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών στον πόλεμο με το Ιράν, υποστηρίζοντας ότι οι ψηφοφόροι επιθυμούν αλλαγή στη σχέση της Ουάσιγκτον με το Ισραήλ.
Καταρρέει η δημοτικότητα του Ισραήλ στην αμερικανική κοινωνία
Η μεταστροφή αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις. Σύμφωνα με έρευνα του Chicago Council on Global Affairs που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο, η θετική εικόνα του Ισραήλ υποχώρησε στις 44 μονάδες σε κλίμακα 100, από 58 το 2022. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο σχεδόν 50 ετών.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η αλλαγή στις νεότερες ηλικίες, όπου η υποστήριξη προς το Ισραήλ κινείται σε μονοψήφια ποσοστά στις σχετικές έρευνες για ορισμένες ομάδες νέων.
Ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος στο παρελθόν είχε χαρακτηρίσει τον εαυτό του ως τον πιο φιλοϊσραηλινό πρόεδρο στην αμερικανική ιστορία, αναγνώρισε το πολιτικό κόστος της σχέσης. Την ημέρα των εκλογών δήλωσε ότι θα μπορούσε να τερματίσει την ετήσια στρατιωτική βοήθεια ύψους 3,8 δισ. δολαρίων προς το Ισραήλ, χαρακτηρίζοντάς την πολιτική επιβάρυνση για τους Ρεπουμπλικανούς.
Ο Νετανιάχου στο επίκεντρο της κρίσης
Η ισραηλινή πολιτική ηγεσία εμφανίζεται, σύμφωνα με το δημοσίευμα, να μην αντιλαμβάνεται πλήρως την έκταση της κρίσης. Ο πρώην πρωθυπουργός Γιαΐρ Λαπίντ προειδοποίησε ότι η παραμονή του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην εξουσία απειλεί την ασφάλεια του Ισραήλ, προτείνοντας μάλιστα περιοδεία στις ΗΠΑ για την αποκατάσταση των σχέσεων.
Ο πρώην αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Αϊζενκότ έχει δεσμευτεί να επαναφέρει τις διακομματικές σχέσεις, ενώ ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής των αριστερών Δημοκρατών, χαρακτήρισε τον Νετανιάχου τοξικό τόσο για τους Δημοκρατικούς όσο και για τους Ρεπουμπλικανούς.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο πρόσωπο του πρωθυπουργού. Οι πολιτικές που προκαλούν αντιδράσεις στις ΗΠΑ αφορούν τον πόλεμο με το Ιράν, την καταστροφή στη Γάζα και τη μεταχείριση των Παλαιστινίων.
Παρά τις διαφωνίες τους με τον χειρισμό των συγκρούσεων από τον Νετανιάχου, βασικοί αντίπαλοί του εξακολουθούν να υποστηρίζουν σε μεγάλο βαθμό την ίδια στρατηγική.
Περιορισμοί στην αμερικανική βοήθεια και η πίεση του λόμπι
Η μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής σκηνής έχει ήδη πρακτικές συνέπειες. Τον Ιούλιο, 103 Δημοκρατικοί στη Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισαν υπέρ του αποκλεισμού στρατιωτικής βοήθειας ύψους 3,3 δισ. δολαρίων, ενώ η πλειονότητα των Δημοκρατικών στη Γερουσία υποστηρίζει πλέον περιορισμούς στις πωλήσεις επιθετικών όπλων.
Ήδη ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διακόψουν την οικονομική βοήθεια προς το Ισραήλ, ύψους 4 δισ. δολαρίων (3,46 δισ. ευρώ) ετησίως, έως το τέλος του 2026, υποστηρίζοντας ότι έχει ήδη συμφωνήσει για την εξέλιξη αυτή με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Παράλληλα, αποδυναμώνεται η επιρροή του ισχυρού φιλοϊσραηλινού λόμπι AIPAC. Η πολιτική του επιτροπή δαπάνησε περισσότερα από 30 εκατ. δολάρια στο Μίσιγκαν, επιχειρώντας να αποτρέψει την εκλογή του Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, ο οποίος είχε δεσμευτεί να τερματίσει την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ. Εκείνος τελικά κέρδισε μια θέση στη Γερουσία και έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής της χώρας.
Η πίεση επεκτείνεται και στους νεότερους Ρεπουμπλικανούς. Σύμφωνα με έρευνα του Pew, μόλις το 28% των Ρεπουμπλικανών κάτω των 35 ετών αντιμετωπίζει θετικά την ισραηλινή κυβέρνηση, έναντι 68% όσων είναι άνω των 50.
Η απώλεια της αμερικανικής στήριξης και οι συνέπειες
Η αμερικανική υποστήριξη αποτελεί βασικό πυλώνα της ισραηλινής στρατηγικής ισχύος. Περιλαμβάνει δισεκατομμύρια δολάρια στρατιωτικής βοήθειας, προηγμένα οπλικά συστήματα, πληροφορίες και αντιπυραυλική προστασία, αλλά και διπλωματική κάλυψη σε διεθνείς οργανισμούς.
Ο Νετανιάχου έχει ήδη προειδοποιήσει ότι το Ισραήλ πρέπει να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο διακοπής της αμερικανικής οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης. Παράλληλα, επιδιώκει να ενισχύσει τις σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μαρόκο και την Αιθιοπία, χωρίς όμως αυτές οι συνεργασίες να μπορούν να υποκαταστήσουν την Ουάσιγκτον.
Η αλλαγή κυβέρνησης στο Ισραήλ θα μπορούσε να αποτελέσει μόνο την αρχή. Ο πρώην Αμερικανός πρέσβης στο Ισραήλ Ντάνιελ Σαπίρο εκτιμά ότι η αποκατάσταση της αμερικανικής υποστήριξης θα απαιτούσε ουσιαστικές αλλαγές πολιτικής στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, καθώς και διάθεση για μια μελλοντική λύση δύο κρατών.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ δεν αφορά πλέον μόνο τον Νετανιάχου. Αντανακλά μια ευρύτερη μεταβολή στην αμερικανική κοινωνία και πολιτική, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά τη θέση του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή και διεθνώς.
