Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ σηματοδοτούν την επίσημη έναρξη της προεκλογικής εκστρατείας των Δημοκρατικών για το 2028. Αυτή είναι η αφετηρία του Τόμας Ράιτ, ανώτερου ερευνητή στο Ινστιτούτο Brookings, της δεξαμενής σκέψης της Ουάσιγκτον, και πρώην ανώτερου διευθυντή Στρατηγικού Σχεδιασμού στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας του Τζο Μπάιντεν, σε ανάλυσή του στο Foreign Affairs. Κατά τον Ράιτ, το στρατηγικό περιβάλλον που θα κληρονομήσει ο επόμενος πρόεδρος το 2029 διαγράφεται ως το πιο δύσκολο και αμείλικτο από την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου.
Το Foreign Affairs, περιοδικό του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (Council on Foreign Relations), του αμερικανικού οργανισμού μελέτης της διεθνούς πολιτικής, φιλοξένησε τους τελευταίους μήνες σειρά κειμένων που αποτυπώνουν το εύρος της αντιπαράθεσης. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η υπεράσπιση της πολιτικής Τραμπ από τον πρώην σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Ρόμπερτ Ο’ Μπράιεν. Από την άλλη, η αυστηρή κριτική του Στίβεν Γουόλτ, της Κόρι Σέικ, του ναυάρχου ε.α. Ουίλιαμ Μακρέιβεν και του Λόρενς Φρίντμαν. Ανάμεσά τους, οι αναλύσεις για το τι έρχεται μετά τον Τραμπ, τόσο στη Δεξιά όσο και στο Δημοκρατικό Κόμμα.
Η υπεράσπιση: 1 τρισεκατομμύριο για την άμυνα και 5% του ΑΕΠ για τους συμμάχους
Ο Ρόμπερτ Ο’ Μπράιεν, γράφοντας τον Νοέμβριο του 2025, υποστήριξε ότι η δεύτερη θητεία Τραμπ αποκατέστησε το δόγμα της «ειρήνης μέσω ισχύος». Κατά τον ίδιο, οι Αμερικανοί, έχοντας ζήσει 12 χρόνια εξωτερικής πολιτικής Ομπάμα και Μπάιντεν απέναντι σε τέσσερα χρόνια «πρώτα η Αμερική», επέλεξαν το 2024 την ισχύ αντί της «διαχειριζόμενης παρακμής».
Ο απολογισμός του στηρίζεται σε αριθμούς. Ο αμερικανικός στρατός ξεκίνησε ανασυγκρότηση με πρόσθετες δαπάνες 150 δισ. δολαρίων πέραν του κανονικού προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 2026. Μαζί με το αίτημα του Πενταγώνου για περισσότερα από 848 δισ. δολάρια, η κυβέρνηση και το Κογκρέσο στοχεύουν σε επένδυση 1 τρισ. δολαρίων, δηλαδή αύξηση έως 13% σε σχέση με το 2025. Τον Ιούνιο του 2025 οι σύμμαχοι της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (ΝΑΤΟ) συμφώνησαν να αυξήσουν τον στόχο αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ, με 3,5% για βασικές αμυντικές δυνατότητες και 1,5% για ευρύτερες ανάγκες ασφάλειας και βιομηχανικής βάσης. Η Γερμανία σχεδιάζει να διπλασιάσει τις αμυντικές της δαπάνες μέσα σε πέντε χρόνια, η Πολωνία μετακίνησε 40.000 επιπλέον στρατιώτες στα σύνορά της και η Ταϊβάν ανακοίνωσε ότι θα φτάσει το 5% έως το 2030.
Ο Ο’ Μπράιεν επικαλείται στοιχεία του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου, του γερμανικού ερευνητικού κέντρου που καταγράφει τη βοήθεια προς την Ουκρανία: η ευρωπαϊκή βοήθεια ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 12,2 δισ. δολάρια ανά τρίμηνο επί Μπάιντεν και σε περίπου 18,8 δισ. επί Τραμπ, ενώ τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2025 έφτασε τα 23,2 δισ., το υψηλότερο δίμηνο από την έναρξη του πολέμου. Στον απολογισμό του προσθέτει το αντιπυραυλικό πρόγραμμα «Χρυσός Θόλος» (Golden Dome), την ανακοίνωση επανέναρξης των πυρηνικών δοκιμών για πρώτη φορά από το 1992, τα πλήγματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν στη Νατάνζ και στο Φορντό, την εκεχειρία Ισραήλ και Χαμάς, τη συμφωνία Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν για τερματισμό μιας σύγκρουσης άνω των 30 ετών, καθώς και τις παρεμβάσεις μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν, Ρουάντα και Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, Καμπότζης και Ταϊλάνδης.
Η «αρπακτική ηγεμονία»: δασμοί 40% και 50%, χρυσά στέμματα και εκδηλώσεις υποτέλειας
Ο Στίβεν Γουόλτ, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στη Σχολή Διακυβέρνησης Κένεντι του Χάρβαρντ, δίνει τον Μάρτιο του 2026 μια ριζικά διαφορετική ανάγνωση. Χαρακτηρίζει τη μεγάλη στρατηγική της δεύτερης θητείας «αρπακτική ηγεμονία»: η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί την προνομιακή της θέση για να αποσπά παραχωρήσεις, φόρους υποτέλειας και δημόσιες εκδηλώσεις υποταγής από συμμάχους και αντιπάλους, σε έναν κόσμο που αντιμετωπίζει ως παίγνιο μηδενικού αθροίσματος.
Τα παραδείγματα είναι συγκεκριμένα. Τον Ιούλιο του 2025 επιβλήθηκε δασμός 40% στη Βραζιλία, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να πιεστεί η κυβέρνηση να δώσει χάρη στον πρώην πρόεδρο Ζαΐρ Μπολσονάρου. Η Ινδία δέχθηκε δασμό 25%, που αργότερα ανέβηκε στο 50% λόγω των αγορών ρωσικού πετρελαίου, λίγες εβδομάδες αφότου ο Ναρέντρα Μόντι αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του Τραμπ ότι σταμάτησε τις συγκρούσεις με το Πακιστάν. Ο Καναδάς είδε τον δασμό του να αυξάνεται κατά ακόμη 10% εξαιτίας μιας τηλεοπτικής διαφήμισης της επαρχίας του Οντάριο. Αντίθετα, η Αργεντινή του Χαβιέρ Μιλέι έλαβε γραμμή ανταλλαγής νομισμάτων 20 δισ. δολαρίων τον Οκτώβριο του 2025. Ο Νοτιοκορεάτης πρόεδρος Λι Τζε Μιουνγκ χάρισε στον Τραμπ ένα τεράστιο χρυσό στέμμα.
Ο Γουόλτ καταγράφει επίσης τις κυρώσεις σε αξιωματούχους του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, την υπονόμευση του σχεδίου τιμολόγησης εκπομπών του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO), η ψήφιση του οποίου αναβλήθηκε κατά ένα έτος, τις βλέψεις για τη Γροιλανδία, τον Καναδά ως «51η πολιτεία» και τη Διώρυγα του Παναμά, καθώς και την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο. Δεν παραλείπει τις προσωπικές ωφέλειες: το αεροσκάφος που δώρισε το Κατάρ, του οποίου η ανακαίνιση θα κοστίσει στους φορολογούμενους αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, και τις αγορές ψηφιακών μαρκών δισεκατομμυρίων δολαρίων της World Liberty Financial, της εταιρείας κρυπτονομισμάτων του Τραμπ, από παράγοντες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Κατά τον Γουόλτ, η στρατηγική αυτή φέρει τον σπόρο της αυτοκαταστροφής της. Το μερίδιο της Κίνας στις παγκόσμιες εξαγωγές αγαθών ανέβηκε από λιγότερο από 1% το 1950 σε περίπου 15% σήμερα, ενώ των ΗΠΑ υποχώρησε από 16% σε μόλις 8%. Η Ινδία και η Ρωσία έθεσαν στόχο διμερούς εμπορίου 100 δισ. δολαρίων έως το 2030. Ο Καναδάς στοχεύει να διπλασιάσει μέσα σε μια δεκαετία τις εξαγωγές του εκτός ΗΠΑ, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψε νέες συμφωνίες με την Ινδονησία, το Μεξικό και τη Mercosur, την εμπορική ένωση της Νότιας Αμερικής. Σε έρευνα του Κέντρου Ερευνών Pew, του αμερικανικού ινστιτούτου δημοσκοπήσεων, σε 24 χώρες, η πλειονότητα σε 8 χώρες έβλεπε ευνοϊκότερα τις ΗΠΑ, σε 7 την Κίνα και σε 9 τις δύο δυνάμεις ισότιμα, με την τάση όμως να ευνοεί το Πεκίνο.
Από «απαραίτητο» σε «αναλώσιμο» έθνος
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η Κόρι Σέικ, διευθύντρια Μελετών Εξωτερικής και Αμυντικής Πολιτικής στο Αμερικανικό Ινστιτούτο Επιχειρήσεων (American Enterprise Institute), συντηρητική δεξαμενή σκέψης της Ουάσιγκτον. Ήδη από το καλοκαίρι του 2025 προειδοποιούσε ότι η εξωτερική πολιτική του Τραμπ στηρίζεται σε σημαντική υπερεκτίμηση της αμερικανικής ισχύος. Το ερώτημα, κατά τη Σέικ, δεν είναι αν οι ΗΠΑ θα αποσυρθούν από τον κόσμο, αλλά αν ο υπόλοιπος κόσμος θα αποσυρθεί πρώτος από την τάξη πραγμάτων που οι ΗΠΑ έχτισαν.
Η Σέικ υπενθυμίζει τα πλεονεκτήματα που διακυβεύονται: περίπου το ήμισυ του παγκόσμιου εμπορίου και σχεδόν το 90% των παγκόσμιων συναλλαγών συναλλάγματος γίνονται σε δολάρια. Σε έρευνα του γαλλικού ινστιτούτου δημοσκοπήσεων Cluster 17 και του περιοδικού Le Grand Continent, το 51% των Ευρωπαίων θεωρεί τον Τραμπ «εχθρό της Ευρώπης». Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα την ανεξαρτησία της Ευρώπης από τις ΗΠΑ. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, οι δύο σύμμαχοι της Ασίας με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ, συναντήθηκαν με την Κίνα για τριμερή συμφωνία ελεύθερου εμπορίου. Η Σέικ επισημαίνει ακόμη την υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης των ΗΠΑ από τη Moody’s τον Μάιο του 2025 και, με βάση τον αναλυτή άμυνας Τοντ Χάρισον, τη μείωση 31,5 δισ. δολαρίων στις αμυντικές δαπάνες του 2026 σε σχέση με τις προβλέψεις της κυβέρνησης Μπάιντεν. Καταλήγει ότι οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να γίνουν υπερβολικά βάναυσες για να τις αγαπούν, αλλά και υπερβολικά αδιάφορες για να τις φοβούνται.
Ιράν: το μάθημα για τα όρια της ισχύος
Η πιο πρόσφατη παρέμβαση προέρχεται από τον Ουίλιαμ Μακρέιβεν, ο οποίος υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό από το 1977 έως το 2014 και διοίκησε τη Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων των ΗΠΑ από το 2011 έως το 2014. Στο τεύχος Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2026 ο Μακρέιβεν εξετάζει τον πόλεμο στο Ιράν που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με αμερικανοϊσραηλινό πλήγμα. Κατά τον ίδιο, ο πόλεμος ξεκίνησε χωρίς σαφή αιτιολόγηση και με διαρκώς μεταβαλλόμενους στόχους: από την αλλαγή καθεστώτος και την ανάσχεση του πυρηνικού προγράμματος έως την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, τα οποία έκλεισαν μόνο αφού ξεκίνησε ο πόλεμος.
Ο Μακρέιβεν σημειώνει ότι δεν έγινε καμία προσπάθεια να εξασφαλιστεί διεθνής νομιμοποίηση, ότι οι σύμμαχοι, ακόμη και τα γειτονικά αραβικά κράτη, δεν ενημερώθηκαν και ότι ένα πρώιμο αεροπορικό πλήγμα έπληξε δημοτικό σχολείο, με αποτέλεσμα τον θάνατο 120 μαθητών, χωρίς να αναγνωριστεί το λάθος. Όταν ο πρόεδρος ζήτησε συμμαχική βοήθεια για το άνοιγμα των Στενών, συνάντησε ψυχρή υποδοχή.
Το μέτρο σύγκρισης που προτείνει είναι ο Πόλεμος του Κόλπου του 1991: συνασπισμός 750.000 στρατιωτών από 36 χώρες, μεταξύ των οποίων 540.000 Αμερικανοί, ψήφισμα του ΟΗΕ, έγκριση του Κογκρέσου, σαφείς και περιορισμένοι στόχοι, 43 ημέρες αεροπορικών επιχειρήσεων και 100 ώρες χερσαίων. Ο Μακρέιβεν προειδοποιεί ότι το πρόβλημα θα επιδεινωθεί λόγω τριών δομικών τάσεων: της προσωποπαγούς προεδρικής εξουσίας, της πολιτικοποίησης του στρατού, με την εκκαθάριση της ηγεσίας από τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, η οποία περιλαμβάνει τον αρχηγό του Μικτού Επιτελείου, τον αρχηγό ναυτικών επιχειρήσεων και τον αρχηγό του Στρατού Ξηράς, και της ταχείας εισαγωγής της τεχνητής νοημοσύνης και των νέων όπλων, που καλλιεργούν την ψευδαίσθηση πλήρους ελέγχου του πεδίου μάχης.
Ο Λόρενς Φρίντμαν, ομότιμος καθηγητής Πολεμικών Σπουδών στο King’s College του Λονδίνου, είχε ήδη από τον Μάιο του 2025 περιγράψει την «εποχή των ατελείωτων πολέμων». Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν ήταν ο μακρύτερος στην αμερικανική ιστορία και κατέληξε σε αποτυχία. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, που υποτίθεται ότι θα κρινόταν σε ημέρες, ξεπέρασε τα τρία χρόνια, ενώ ο πόλεμος στη Γάζα διήρκεσε 15 μήνες πριν από την εύθραυστη εκεχειρία του Ιανουαρίου 2025. Στο Σουδάν έχουν υπογραφεί περισσότερες από 46 συνθήκες ειρήνης από το 1956. Ο Φρίντμαν προειδοποιεί για την «πλάνη του σύντομου πολέμου» στον σχεδιασμό για ενδεχόμενη σύγκρουση με την Κίνα για την Ταϊβάν και προτείνει θεωρίες νίκης με ρεαλιστικούς πολιτικούς στόχους.
Η Νέα Δεξιά μετά τον Τραμπ
Το ερώτημα για τη συνέχεια αφορά και τη Δεξιά. Ο Λέοναρντ Σούτε, ερευνητής του Προγράμματος Ευρώπης στο Ίδρυμα Carnegie για τη Διεθνή Ειρήνη, εξετάζει τον Αύγουστο του 2026 το δόγμα που διαμορφώνει η αμερικανική Νέα Δεξιά, το οποίο ονομάζει «civilizationism», δηλαδή μια στρατηγική που οργανώνει τον κόσμο σε οριοθετημένες πολιτισμικές σφαίρες, καθεμία υπό έναν ηγεμόνα. Η Δύση ορίζεται εδώ με βάση την επικράτεια, την κοινή καταγωγή και τον χριστιανισμό, και όχι με βάση αρχές όπως η συνταγματική δημοκρατία και η ελευθερία. Η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας της κυβέρνησης έκανε λόγο για «πολιτισμική διαγραφή» της Ευρώπης.
Κατά τον Σούτε, το δόγμα αυτό θα απαιτούσε κυριαρχία στο Δυτικό Ημισφαίριο, παρεμβάσεις στην Ευρώπη υπέρ των δυνάμεων της άκρας Δεξιάς, αποχώρηση από την Ανατολική Ασία, ανοχή της κινεζικής ηγεμονίας και αποστασιοποίηση από το Ισραήλ. Ο κορυφαίος στοχαστής εξωτερικής πολιτικής του ρεύματος, Μάικλ Άντον, έχει δηλώσει ότι η Ταϊβάν δεν αξίζει έναν πόλεμο. Η επιρροή του ρεύματος είναι ήδη θεσμική: τουλάχιστον 70 απόφοιτοι προγραμμάτων του Ινστιτούτου Claremont, της συντηρητικής δεξαμενής σκέψης της Καλιφόρνιας, υπηρετούν στην κυβέρνηση. Δύο παράγοντες ευνοούν τη Νέα Δεξιά στην εσωκομματική αναμέτρηση: η γενεακή διαφοροποίηση των νεότερων Ρεπουμπλικανών και ο πόλεμος στο Ιράν, τον οποίο ο Σούτε χαρακτηρίζει στρατηγικά καταστροφικό και στον οποίο το ρεύμα αντιτάχθηκε εξαρχής. Ακόμη και μια νίκη των Ρεπουμπλικανών το 2028, πάντως, δεν θα σήμαινε αυτομάτως την επικράτηση του δόγματος, αφού η Νέα Δεξιά θα έπρεπε πρώτα να κερδίσει τη μάχη απέναντι στο κατεστημένο του κόμματος.
Οι Δημοκρατικοί και ο κίνδυνος ενός νέου Κάρτερ
Στην άλλη όχθη, ο Ράιτ διακρίνει δύο στρατόπεδα. Οι κεντρώοι εστιάζουν στον στρατηγικό ανταγωνισμό, στην αποκατάσταση της εθνικής ισχύος και στην εμβάθυνση των συμμαχιών, ενώ οι προοδευτικοί προκρίνουν τη συνεργασία για τις κοινές προκλήσεις και έναν πολυπολικό κόσμο, όπου οι ΗΠΑ θα έχουν σημαντικό αλλά πιο περιορισμένο ρόλο. Οι κεντρώοι αναγνωρίζουν ότι μια εκλογική νίκη δεν θα σημάνει το τέλος του τραμπισμού και ότι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των συμμάχων θα είναι πολύ δυσκολότερη από την ανασυγκρότηση της ισχύος.
Τα πεδία σύγκρουσης είναι πέντε: η διεθνής τάξη, το Ισραήλ, η τεχνητή νοημοσύνη, η Κίνα και η παγκόσμια οικονομία. Στο Ισραήλ, ο πιθανός υποψήφιος Ραμ Εμάνουελ προτείνει στήριξη παλαιστινιακού κράτους με αντάλλαγμα την πλήρη αραβική αναγνώριση του Ισραήλ και τέλος στις αμυντικές επιδοτήσεις, ενώ ο Τζον Φάινερ ζητά όρους στις πωλήσεις όπλων. Στην τεχνητή νοημοσύνη, ο Μπέρνι Σάντερς και ο Ρο Κάνα ζητούν δεσμευτική συμφωνία με το Πεκίνο κατά τα πρότυπα του ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών του Ψυχρού Πολέμου. Στο εμπόριο, οι Δημοκρατικοί διχάζονται για το αν οι δασμοί του Τραμπ θα καταργηθούν αμέσως, θα διατηρηθούν εν μέρει ως πηγή εσόδων ή θα αρθούν μέσα από ταχεία διαπραγμάτευση με τους συμμάχους. Κοινό έδαφος υπάρχει: στήριξη στο ΝΑΤΟ, στην ΕΕ και στις συμμαχίες του Ινδοειρηνικού, στην Ουκρανία και αντίθεση στον πόλεμο του Ιράν.
Ο Ράιτ προειδοποιεί ότι, αν οι διαφωνίες δεν λυθούν στην προκριματική αναμέτρηση, ένας Δημοκρατικός πρόεδρος θα μπορούσε το 2029 να βρεθεί στη θέση του Τζίμι Κάρτερ το 1977, εγκλωβισμένος ανάμεσα στον Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι και στον Σάιρους Βανς. Ο επόμενος πρόεδρος θα κληρονομήσει φθαρμένες συμμαχίες, αυξανόμενη κινεζική πίεση στην Ταϊβάν, βαθύτερη συνεργασία μεταξύ των αντιπάλων των ΗΠΑ και πιθανούς πολέμους στο Ιράν και στην Ουκρανία.
