Ψηφιακή Ενημέρωση και Παραπληροφόρηση στην Ελλάδα

Η διαΝΕΟσις δημοσιεύει δύο νέες αναλύσεις που διερευνούν την ψηφιακή ενημέρωση την κρίσιμη δεκαετία 2016-2026 και τις θεωρίες συνωμοσίας στην Ελλάδα

Ενημέρωση και Παραπληροφόρηση στην Ελλάδα © ΔιαΝΕΟσις

Στην Ελλάδα της περιόδου 2016-2026, η ενημέρωση υπέστη δομικές ρωγμές σε όλα τα επίπεδα, από ΜΜΕ έως μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Δύο νέες μελέτες που δημοσιεύει η διαΝΕΟσις αποτυπώνουν μια ανησυχητική εικόνα: οι Έλληνες γυρίζουν την πλάτη στις παραδοσιακές ειδήσεις, μετακινούνται μαζικά από τα ΜΜΕ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και εγκλωβίζονται σε ένα βαθύ, επίμονο έλλειμμα εμπιστοσύνης που καθιστά τη χώρα εξαιρετικά ευάλωτη στην παραπληροφόρηση.

Η πρώτη μελέτη, που υπογράφεται από τον Αντώνη Καλογερόπουλο, Αναπληρωτή Καθηγητή στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών και ερευνητή στο Ινστιτούτο Reuters, βασίζεται στα διαχρονικά στοιχεία του Digital News Report και αναδεικνύει μια πρωτοφανή καθίζηση του ενδιαφέροντος του κόσμου για την επικαιρότητα και τις ειδήσεις γενικότερα.

Μόνο το 47% των Ελλήνων ενδιαφέρεται για τις ειδήσεις

Μέχρι το 2020-2021, το 72-67% των Ελλήνων δήλωνε ότι ενδιαφέρεται πολύ ή πάρα πολύ για τις ειδήσεις. Το 2026, το ποσοστό αυτό έχει συρρικνωθεί στο 47%.

Παράλληλα, το 80% των Ελλήνων χρηστών ομολογεί ότι αποφεύγει συνειδητά και ενεργά να εκτίθεται σε ειδήσεις μερικές φορές ή συχνά, φέρνοντας την Ελλάδα στην έκτη θέση παγκοσμίως σε αυτή την αρνητική τάση.

Η ψηφιακή αποχή αγγίζει το 19% του γενικού πληθυσμού που δεν ενημερώνεται καθημερινά, ενώ στις ηλικίες κάτω των 35 ετών, το ποσοστό αυτό εκτινάσσεται στο 37%.

Αυτή η φυγή τροφοδοτείται από μια διαρκή αίσθηση κόπωσης. Η Ελλάδα βγήκε από μια επώδυνη δεκαετή οικονομική κρίση για να εισέλθει αμέσως σε ένα περιβάλλον διαδοχικών παγκόσμιων σοκ, όπως η πανδημία, ο πληθωρισμός και οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Γάζα.

Η μόνιμη έκθεση σε αρνητικά ερεθίσματα οδήγησε τα πιο ευάλωτα κοινά, δηλαδή τους νέους, τις γυναίκες, και τους πολίτες με χαμηλότερη εκπαίδευση ή περιορισμένο πολιτικό ενδιαφέρον, σε πλήρη αποσύνδεση.

Όσοι συνεχίζουν να ενημερώνονται, έχουν αλλάξει ριζικά κανάλια. Από το 2025, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν την κύρια πηγή ενημέρωσής τους, ξεπερνώντας τις ιστοσελίδες και την τηλεόραση.

Το 2026, το 35% των πολιτών προτάσσει τα social media, φέρνοντας τη χώρα στις πρώτες θέσεις παγκοσμίως, δίπλα στις ΗΠΑ και τη Βραζιλία. Η ίδια η αρχιτεκτονική των δικτύων έχει μεταβληθεί.

Υποχώρηση του Facebook στις νεότερες γενιές

Η χρήση Facebook υποχώρησε από το 68% στο 44% το 2025

Το Facebook υποχωρεί ραγδαία στις νεότερες γενιές, καθώς από το 75% το 2016 έπεσε στο 22% το 2025 για τις ηλικίες 18-24. Τη θέση του πήραν το Instagram με 41% και το TikTok με 35%. Σε αυτές τις πλατφόρμες της εικόνας και του βίντεο, οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι χάνουν την ορατότητά τους, και το κοινό στρέφει την προσοχή του σε influencers, διασημότητες και απλούς χρήστες, υποβαθμίζοντας τη διασταύρωση της πληροφορίας.

Ταυτόχρονα, η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ) κερδίζει γρήγορα έδαφος. Η χρήση γλωσσικών μοντέλων (AI chatbots) για ενημέρωση διπλασιάστηκε μέσα σε έναν χρόνο, φτάνοντας το 12% το 2026, το οποίο αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών της έρευνας (γράφημα κάτω).

Οι Έλληνες χρησιμοποιούν αυτά τα εργαλεία κυρίως για τη σύνοψη ειδήσεων σε ποσοστό 42% και την απλοποίηση σύνθετων εννοιών σε ποσοστό 28%, την ίδια στιγμή όμως που το 80% εκφράζει έντονη ανησυχία για τον ρόλο της τεχνολογίας στη διασπορά ψευδούς περιεχομένου.

Κατάρρευση της αξιοπιστίας των μέσων

Το πιο κρίσιμο εύρημα είναι η καθολική κατάρρευση της αξιοπιστίας των μέσων ανά χώρα και ιδιαίτερα στην Ελλάδα (γράφημα κάτω).

Μόλις το 18% των Ελλήνων εμπιστεύεται τις ειδήσεις το 2026, καταγράφοντας τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση ανάμεσα σε 48 χώρες. Η δυσπιστία αυτή είναι οριζόντια, καθώς αγγίζει τόσο τους νέους με 16% όσο και τους μεγαλύτερους με 21%, ενώ δεν παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση.

Επιπλέον, οι Έλληνες αρνούνται πεισματικά να πληρώσουν συνδρομή σε ΜΜΕ για έγκυρο περιεχομένο (γράφημα κάτω).

Μόλις το 8% δηλώνει ότι πληρώνει για διαδικτυακές ειδήσεις, φέρνοντας τη χώρα στην 47η θέση. Όταν μάλιστα ερωτήθηκαν τι θα τους άλλαζε γνώμη, τρεις στους τέσσερις απάντησαν ότι τίποτα δεν θα τους μεταπειθούσε. Αυτό εγκλωβίζει τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης σε έναν φαύλο κύκλο οικονομικής καχεξίας, αφήνοντάς τα να καθρεφτίζουν ένα συρρικνωμένο, έντονα πολωμένο και γερασμένο κοινό.

Οι θεωρίες συνωμοσίας ευδοκιμούν

Σε αυτό το περιβάλλον απογοήτευσης και θεσμικής καχυποψίας, οι θεωρίες συνωμοσίας ευδοκιμούν. Τα δεδομένα παλαιότερων ετών δείχνουν ότι το 2016 το 80% πίστευε ότι μυστικές οργανώσεις κινούν τα νήματα, το 2018 το 30% πίστευε στους ψεκασμούς και το 2024 ο ένας στους δύο θεωρούσε την κλιματική αλλαγή εφεύρημα των πλουσίων χωρών.

Η δεύτερη μελέτη της διαΝΕΟσις, την οποία υπογράφουν ο Darren Lilleker και ο Πάνος Κολιαστάσης, αναλύει τον μηχανισμό αυτό, εστιάζοντας σε τρία πρόσφατα ελληνικά παραδείγματα που αφορούν τις νέες ταυτότητες, τα εμβόλια κατά της Covid-19 και την τεχνολογία 5G.

Στην περίπτωση των ψηφιακών ταυτοτήτων το 2023, πολλοί πίστευαν στην ύπαρξη τσιπ εντοπισμού, ενώ η ελληνική κυβέρνηση παρουσιαζόταν ως ο βασικός συνωμότης σε σχεδόν τις μισές από τις αναρτήσεις που εξετάστηκαν.

Στο ζήτημα των εμβολίων, περισσότερες από τις μισές αναρτήσεις περιείχαν ισχυρισμούς για κινδύνους μεταλλάξεων ή σχέδια υποταγής, στοχοποιώντας πολιτικούς, γιατρούς και φαρμακευτικές εταιρείες. Αντίστοιχα, για το 5G, η πλειονότητα των αναρτήσεων εστίαζε σε υγειονομικές επιπτώσεις και σε κατάχρηση εξουσίας από τις πολιτικές ελίτ.

Οι ερευνητές εξηγούν ότι οι θεωρίες συνωμοσίας είναι εξαιρετικά ανθεκτικές επειδή προσφέρουν ένα απλουστευτικό σχήμα ερμηνείας σε περιόδους έντονου άγχους και αβεβαιότητας. Όταν οι επίσημοι θεσμοί και τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης στερούνται αξιοπιστίας, οι πολίτες καταφεύγουν σε αυτές τις αφηγήσεις για να γεμίσουν το ενημερωτικό κενό, επιλέγοντας ισχυρισμούς που επιβεβαιώνουν τους ήδη υπάρχοντες φόβους τους.

Η θωράκιση της δημόσιας σφαίρας απαιτεί άμεσες παρεμβάσεις

Η μελέτη καταλήγει σε επτά άξονες πολιτικής με έμφαση στην εκπαίδευση.

  • Προτείνονται δωρεάν διαδικτυακά μαθήματα για την αξιολόγηση των μέσων ενημέρωσης που απευθύνονται σε ενήλικες.
  • Εισαγωγή υποχρεωτικών μαθημάτων διαχείρισης μέσων ενημέρωσης για μαθητές άνω των 11 ετών και φοιτητές.
  • Ενίσχυση και η μεγαλύτερη προβολή των οργανισμών διασταύρωσης ειδήσεων.
  • Δημιουργία σύντομων εκπαιδευτικών εκπομπών από τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς για την επιμόρφωση των πολιτών γύρω από τις ψευδείς ειδήσεις.
  • Μετάδοση κρατικών διαφημιστικών μηνυμάτων για την προστασία από την παραπληροφόρηση, στα πρότυπα των εκστρατειών κατά των διαδικτυακών απατών.
  • Θέσπιση νομοθετικών ρυθμίσεων για τη λογοδοσία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τη ρύπανση του πληροφοριακού περιβάλλοντος.
  • Αυστηρή αξιοποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας ενάντια στη σκόπιμη διασπορά ψευδών ειδήσεων.

Η ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης δεν θα είναι εύκολη υπόθεση, καθώς αγγίζει ευρύτερα τη σχέση των πολιτών με τους θεσμούς.

Ωστόσο, η βαθιά κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι Έλληνες καταναλώνουν πλέον την πληροφορία αποτελεί το πρώτο, αναγκαίο βήμα για τη θεραπεία ενός άρρωστου πληροφοριακού περιβάλλοντος.

Δείτε αναλυτικά όλη την έρευνα εδώ.