Στους 809 ανέρχονται οι καταγεγραμμένοι άστεγοι στην Ελλάδα, σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Ο αριθμός αντιστοιχεί περίπου στο 0,01% του συνολικού πληθυσμού της χώρας και προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία του Ιανουαρίου του 2026.
Πίσω από αυτό το φαινομενικά μικρό μέγεθος, όμως, βρίσκεται ένα σημαντικό κενό. Η εκτίμηση δεν αφορά το σύνολο των ανθρώπων που δεν διαθέτουν σταθερή ή κατάλληλη κατοικία. Καταγράφει αποκλειστικά όσους φιλοξενούνταν σε συγκεκριμένες δομές και προγράμματα κατά τη χρονική στιγμή της μέτρησης. Συγκεκριμένα, από τους 809 ανθρώπους που περιλαμβάνονται στα στοιχεία, οι 529 διέμεναν σε καταλύματα έκτακτης ανάγκης και υπνωτήρια, ενώ οι υπόλοιποι 280 σε ξενώνες ή άλλες δομές φιλοξενίας αστέγων. Πρόκειται, επομένως, περισσότερο για μια εικόνα της χρήσης των επίσημων υπηρεσιών παρά για μια ολοκληρωμένη απογραφή της αστεγίας στην Ελλάδα.
Εκτός καταγραφής όσοι κοιμούνται στον δρόμο
Η σημαντικότερη παρατήρηση του ΟΟΣΑ αφορά τις κατηγορίες που δεν περιλαμβάνονται στον βασικό αριθμό των 809 ανθρώπων. Από την εκτίμηση απουσιάζουν ακόμη και οι άνθρωποι που κοιμούνται στον δρόμο, σε δημόσιους χώρους, εισόδους κτιρίων, πάρκα και άλλες υπαίθριες τοποθεσίες. Δεν υπολογίζονται επίσης όσοι διαμένουν προσωρινά σε ιδρύματα, όσοι ζουν σε αυτοκίνητα, τροχόσπιτα, σκηνές ή άλλα καταλύματα που δεν προορίζονται για μόνιμη κατοίκηση. Εκτός μένουν και εκείνοι που φιλοξενούνται προσωρινά από συγγενείς ή φίλους επειδή δεν διαθέτουν δικό τους σπίτι – η αποκαλούμενη «κρυφή αστεγία», η οποία είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αποτυπωθεί στα διοικητικά στοιχεία.
Η βασική εκτίμηση δεν περιλαμβάνει ούτε τους αιτούντες άσυλο, τους πρόσφυγες και τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας που βρίσκονται σε προσωρινές δομές φιλοξενίας. Αυτό σημαίνει ότι το 0,01% δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως το πραγματικό ποσοστό αστεγίας στην Ελλάδα. Αντιπροσωπεύει μόνο το τμήμα του πληθυσμού που είχε έρθει σε επαφή με ορισμένες αναγνωρισμένες δομές και είχε εγγραφεί στα αντίστοιχα πληροφοριακά συστήματα. Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ένας άνθρωπος που κοιμάται σε υπνωτήριο εμφανίζεται στην καταγραφή, ενώ κάποιος που περνά τη νύχτα στον δρόμο μπορεί να απουσιάζει. Αντίστοιχα, μια οικογένεια που φιλοξενείται προσωρινά στο σπίτι συγγενών, επειδή έχει χάσει την κατοικία της, δεν αποτυπώνεται απαραίτητα στα στοιχεία.
Κυρίως άνδρες και άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας
Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των καταγεγραμμένων αποκαλύπτουν μια έντονη υπερεκπροσώπηση των ανδρών. Από τους 809 ανθρώπους, οι 597 ήταν άνδρες και οι 212 γυναίκες. Οι άνδρες αντιστοιχούσαν, επομένως, στο 73,8% του συνόλου και οι γυναίκες στο 26,2%.
Ιδιαίτερα υψηλή είναι και η παρουσία των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας. Συνολικά 251 καταγεγραμμένοι άστεγοι ήταν ηλικίας 67 ετών και άνω, αποτελώντας το 31% του συνόλου. Με άλλα λόγια, σχεδόν ένας στους τρεις ανθρώπους που φιλοξενούνταν στις συγκεκριμένες δομές είχε φτάσει ή ξεπεράσει τη συμβατική ηλικία συνταξιοδότησης.
Από το σύνολο των καταγεγραμμένων, οι 807 εμφανίζονται ως μεμονωμένοι ενήλικες. Καταγράφηκε μόλις ένα νοικοκυριό οικογένειας με παιδιά, ενώ στα στοιχεία των ξενώνων περιλαμβανόταν ένας ανήλικος.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει, πάντως, ότι οι διαθέσιμες κατηγορίες δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενες. Ένα άτομο μπορεί, για παράδειγμα, να καταγράφεται ταυτόχρονα ως άνδρας, ως μεμονωμένος ενήλικος και ως άνθρωπος άνω των 67 ετών.
Δεν υπάρχουν, παράλληλα, διαθέσιμα αναλυτικά δεδομένα για τους νέους ηλικίας 15 έως 29 ετών. Η απουσία τέτοιων στοιχείων δυσκολεύει την αξιολόγηση της νεανικής αστεγίας και της στεγαστικής επισφάλειας που αντιμετωπίζουν όσοι εγκαταλείπουν ιδρύματα, δομές παιδικής προστασίας ή οικογένειες χωρίς να διαθέτουν σταθερό εισόδημα και κατοικία.
Γιατί η μείωση από το 2022 δεν αποδεικνύει υποχώρηση της αστεγίας
Στην προηγούμενη καταγραφή του 2022 είχαν εμφανιστεί συνολικά 1.387 άστεγοι. Από αυτούς, οι 440 βρίσκονταν σε καταλύματα έκτακτης ανάγκης και οι 947 σε ξενώνες ή άλλες δομές φιλοξενίας. Σε απόλυτους αριθμούς, η διαφορά μεταξύ 2022 και 2026 φτάνει τους 578 ανθρώπους, αντιστοιχώντας σε αριθμητική μείωση περίπου 42%. Ωστόσο, ο ίδιος ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι τα στοιχεία των δύο ετών δεν είναι συγκρίσιμα.
Επομένως, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η αστεγία στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 42%. Οι διαφορές μπορεί να σχετίζονται με αλλαγές στον τρόπο συλλογής των δεδομένων, στη λειτουργία των δομών, στην εγγραφή των ωφελουμένων ή στον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων φιλοξενίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ των δύο μετρήσεων αυξήθηκαν οι άνθρωποι που καταγράφηκαν σε καταλύματα έκτακτης ανάγκης, από 440 σε 529, ενώ μειώθηκαν σημαντικά όσοι εμφανίζονταν σε ξενώνες και άλλες δομές, από 947 σε 280. Χωρίς κοινή μεθοδολογία και σταθερό πεδίο κάλυψης, αυτή η μεταβολή δεν μπορεί να μετατραπεί σε ασφαλή ένδειξη για την εξέλιξη του φαινομένου.
Ακόμη και το ποσοστό επί του πληθυσμού εμφανίζεται στο 0,01% τόσο το 2022 όσο και το 2026, παρά τη μεγάλη διαφορά στους απόλυτους αριθμούς. Αυτό οφείλεται και στη στρογγυλοποίηση ενός ήδη πολύ μικρού ποσοστού, η οποία κρύβει τις μεταβολές που καταγράφονται στο εσωτερικό του.
Ο νομικός ορισμός της αστεγίας
Η ελληνική νομοθεσία δίνει έναν αρκετά ευρύτερο ορισμό από εκείνον που τελικά αποτυπώνεται στα διαθέσιμα δεδομένα. Με βάση τον νόμο 4052/2012, οι άστεγοι αναγνωρίζονται ως ευάλωτη κοινωνική ομάδα με δικαίωμα κοινωνικής προστασίας. Στην κατηγορία εντάσσονται οι άνθρωποι που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα, αλλά δεν έχουν πρόσβαση ή έχουν επισφαλή πρόσβαση σε κατάλληλη ιδιόκτητη, ενοικιαζόμενη ή παραχωρημένη κατοικία. Η κατοικία θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να ανταποκρίνεται σε βασικές τεχνικές προδιαγραφές και να διαθέτει στοιχειώδεις παροχές ύδρευσης και ηλεκτροδότησης.
Ο ορισμός περιλαμβάνει όσους ζουν στον δρόμο, διαμένουν προσωρινά σε ξενώνες και ιδρύματα ή βρίσκονται αναγκαστικά σε ακατάλληλες συνθήκες στέγασης.
Διαμορφώνεται έτσι μια εμφανής απόσταση ανάμεσα στον νομικό ορισμό και στη στατιστική μέτρηση. Η νομοθεσία αναγνωρίζει ένα ευρύ φάσμα στεγαστικού αποκλεισμού, αλλά ο βασικός αριθμός που είναι διαθέσιμος σε εθνικό επίπεδο καλύπτει μόνο δύο κατηγορίες: τους χρήστες των υπνωτηρίων και τους φιλοξενούμενους στους ξενώνες.
Μία από τις σοβαρότερες αδυναμίες που αναδεικνύει η έκθεση είναι ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει νομοθετική υποχρέωση για την πραγματοποίηση μιας ολοκληρωμένης εθνικής καταγραφής της αστεγίας. Το Προεδρικό Διάταγμα 77/2023 υποχρεώνει τα υπνωτήρια και τους ξενώνες να εγγράφονται στο ψηφιακό μητρώο των δομών αστέγων. Παράλληλα, οι δήμοι που συμμετέχουν στο πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία για τους Αστέγους» οφείλουν να διαβιβάζουν σχετικά στοιχεία στο υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας.
Το ψηφιακό μητρώο συγκεντρώνει πληροφορίες για όσους χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες, τα δημογραφικά χαρακτηριστικά τους και το είδος ή την ποιότητα της υποστήριξης που λαμβάνουν. Επιτρέπει, επίσης, την άντληση τόσο στιγμιαίων στοιχείων όσο και δεδομένων για τη ροή των ανθρώπων μέσα από τις δομές. Ωστόσο, το σύστημα παρακολουθεί κυρίως τις επίσημες υπηρεσίες. Δεν μπορεί από μόνο του να μετρήσει όσους δεν προσέρχονται σε αυτές, δεν επιθυμούν να καταγραφούν ή βρίσκονται σε περιοχές όπου δεν λειτουργούν επαρκείς δομές.
Η χώρα διαθέτει Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την αντιμετώπιση της αστεγίας. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, όμως, δεν υπάρχουν αντίστοιχες περιφερειακές ή τοπικές στρατηγικές, γεγονός που μπορεί να δυσκολεύει τη συστηματική εφαρμογή μιας κοινής πολιτικής σε ολόκληρη την επικράτεια.
Τα επιπλέον στοιχεία από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα
Μια δεύτερη πηγή πληροφόρησης αποτελούν τα διοικητικά δεδομένα του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Σε αυτά μπορεί να καταγράφονται δικαιούχοι που κοιμούνται στον δρόμο, φιλοξενούνται σε υπνωτήρια ή ξενώνες, βρίσκονται σε δομές για γυναίκες ή ζουν σε ακατάλληλα και μη συμβατικά καταλύματα. Η συγκεκριμένη βάση έχει, επομένως, ευρύτερη κάλυψη από το ψηφιακό μητρώο των ξενώνων. Εξακολουθεί, όμως, να παρουσιάζει ένα βασικό όριο: περιλαμβάνει μόνο ανθρώπους που είναι δικαιούχοι του επιδόματος και έχουν καταχωριστεί στο σύστημα. Όποιος δεν γνωρίζει ότι μπορεί να υποβάλει αίτηση, δεν διαθέτει τα απαραίτητα δικαιολογητικά, δεν πληροί τα κριτήρια ή αποφεύγει την επαφή με τις δημόσιες υπηρεσίες παραμένει εκτός. Για τον λόγο αυτό, ούτε τα στοιχεία των προνοιακών παροχών μπορούν να δώσουν από μόνα τους την πλήρη έκταση του προβλήματος.
Η πιλοτική καταγραφή της Αθήνας
Τον Οκτώβριο του 2025 ο Δήμος Αθηναίων και το Πάντειο Πανεπιστήμιο πραγματοποίησαν πιλοτική καταγραφή στο πλαίσιο ευρωπαϊκού προγράμματος για τη μέτρηση της αστεγίας. Τα αποτελέσματα δεν είχαν ακόμη δημοσιοποιηθεί όταν συντάχθηκε η έκθεση του ΟΟΣΑ. Η συγκεκριμένη έρευνα συνδύασε την καταμέτρηση στον δρόμο με στοιχεία από τις υπηρεσίες. Κάλυψε ανθρώπους που κοιμούνταν σε δημόσιους χώρους, όσους χρησιμοποιούσαν καταλύματα έκτακτης ανάγκης και όσους διέμεναν σε δομές φιλοξενίας. Προέβλεπε επίσης ανάλυση με βάση το φύλο, την ηλικία και την εθνικότητα. Παρόμοια πιλοτική προσπάθεια είχε πραγματοποιηθεί το 2018 σε επτά δήμους. Δεν έχει θεσπιστεί, ωστόσο, σταθερή περιοδικότητα ώστε αυτές οι μετρήσεις να επαναλαμβάνονται με την ίδια μεθοδολογία και να παράγουν συγκρίσιμα στοιχεία σε βάθος χρόνου.
Η μεγάλη «τυφλή ζώνη»
Η βασική εικόνα που προκύπτει από την έκθεση δεν είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει μόλις 809 αστέγους. Είναι ότι γνωρίζει με σχετική ακρίβεια πόσοι άνθρωποι βρίσκονται μέσα σε ορισμένες δομές, αλλά όχι πόσοι αντιμετωπίζουν συνολικά αστεγία ή σοβαρό στεγαστικό αποκλεισμό.
Για μια ολοκληρωμένη εικόνα θα χρειαζόταν μια σταθερή και επαναλαμβανόμενη πανελλαδική μέτρηση που να συνδυάζει τα στοιχεία των ξενώνων, των κοινωνικών υπηρεσιών και των επιδομάτων με καταγραφές στον δρόμο και έρευνες για την κρυφή αστεγία.
Χωρίς αυτή τη συνδυαστική προσέγγιση, οι άνθρωποι που δεν φτάνουν ποτέ σε μια δομή κινδυνεύουν να παραμένουν αόρατοι και για τη δημόσια πολιτική. Και όταν το πραγματικό μέγεθος ενός κοινωνικού προβλήματος δεν είναι γνωστό, γίνεται δυσκολότερος τόσο ο σχεδιασμός των κατάλληλων υπηρεσιών όσο και η αξιολόγηση του κατά πόσο τα μέτρα αντιμετώπισης αποδίδουν.
